Τρίτη 17 Μαΐου 2016

ΔΟΞΕΣ ΠΑΛΙΕΣ

Κάθε φορά που κατεβαίνω στην αγορά με τα πόδια, και γίνεται συχνά αυτό το περπάτημα, μ’ αρέσει να χαζεύω, να παρατηρώ και να κοιτάζω τα σπίτια, κυρίως τα παλιά. Παλιά αρχοντικά αλλά και μικρά σπιτάκια εγκαταλειμμένα στην τύχη τους και στη φθορά του χρόνου. Κι ανακαλύπτω συνέχεια ότι υπάρχουν αρκετά τέτοια μες στην πόλη μας. Από πάντα είχα αυτό το ‘κουσούρι’ της παρατήρησης, αλλά μέχρι πρότινος το ενδιαφέρον μου τραβούσαν τα καινούρια κτίσματα με τα σύγχρονα σχέδια, τους πρωτότυπους συνδυασμούς χρωμάτων και τους ωραίους όγκους τους. Τα άλλα της… εγκατάλειψης τα προσπερνούσα με μια γρήγορη ματιά. Τελευταία όλο και περισσότερο με συγκινούν τα παλιά, όχι μόνο στα σπίτια, κι εκτιμώ αλλιώς την εικόνα αυτή, της παραίτησης που βγάζουν.  
Τώρα όποιον δρόμο να πάρω, σ’ όποια γωνία να στρίψω, ακολουθώντας ολοένα διαφορετική πορεία, κάνοντας ζιγκ- ζαγκ,  όλο και κάποιο παλιό μικρό ή μεγαλύτερο, χορταριασμένο και σκονισμένο κάνει την παράταιρη, στο αστικό σύνολο, εμφάνισή του. Η μελαγχολική αυτή παρουσία ασκεί πάνω μου παράξενη γοητεία. Άλλοτε λίγο κι άλλοτε πιο πολύ [ανάλογα με το χρόνο μου και την κίνηση στο δρόμο – μη με περάσουν για τρελή]  κοντοστέκομαι και, καθώς αντικρίζω το παλιό οίκημα, ο χρόνος, λες, σταματά. Ξαφνικά η φαντασία μου τρέχει δεκαετίες πίσω. Οι αισθήσεις μου παίρνουν αλλόκοτη διέγερση. Έρχονται μπροστά μου εικόνες αλλοτινών εποχών, φτάνουν στ΄ αυτιά μου ήχοι από ξεχασμένες μουσικές κι όλα αυτά μπερδεύονται με τη μυρωδιά του καβουρδισμένου καφέ, ενώ στο στόμα μού φέρνει μια γεύση από γλυκό κουταλιού. Η χορταριασμένη αυλή γεμίζει λουλούδια, τα πατζούρια ανοίγουν και προβάλουν στα τζαμωτά πλεχτά στο χέρι κουρτινάκια. Στο κεφαλόσκαλο γουργουρίζει η καλοθρεμμένη γάτα του σπιτιού. Στο βάθος η τουλούμπα για το νερό στολισμένη γύρω-γύρω με γλάστρες κατακόκκινες, τα αγριόχορτα γίνονται χαμομήλια και μαργαρίτες. Ο ιστός της αράχνης παίρνει  τη μορφή σχοινιού για το άπλωμα της μπουγάδας. Ένα φως γλυκό περιλούζει μέσα έξω το σπιτικό αυτό και του χαρίζει … ΔΟΞΕΣ ΠΑΛΙΕΣ  Να, η κυρία του σπιτιού ανεβαίνει τώρα τα σκαλιά, λίγο ακόμα και θα ακούσω τη φωνή της. Στο παράθυρο σαν να κουνήθηκε μία σκιά, να ‘ναι η γιαγιά που πλέκει εκεί ή κάποιο απ’ τα παιδιά; Όλο το σπίτι σφύζει από ζωή μέσα, ακούγονται τρεχαλητά, φωνές, ίσως και κάποιο τραγουδάκι. Γίνεται σπίτι ζωντανό χωρίς τραγούδι; Ένας μάστορας μερεμετίζει τα χαλάσματα, σε λίγο το σπιτικό θα φαντάζει … ολοκαίνουργο.
 Σε μέρες με λιακάδα ή με συννεφιά η ζωή κυλά, κυλά και χάνεται για τα γήινα μάτια μας. Ποιοι άνθρωποι άραγε έδιναν ζωή σ’ αυτό το σπίτι, ποιοι το γέμιζαν με χαρούμενες ή άλλοτε λυπημένες φωνές [όλα τα ‘χει η ζωή…], ποια το γέμιζε με τις μυρωδιές των μαγειρεμάτων της, ποια χέρια το ‘φερναν βόλτα κι έλαμπε από πάστρα κι αρχοντιά; Έτσι μου ‘ρχεται να χτυπήσω το ‘ρόπτρο’ στη βαριά ξύλινη πόρτα και να μπω! Να περάσω μέσα και … ν’ ακουμπήσω τα γέρικα χέρια του παππού, να χαϊδέψω τα άσπρα μαλλιά της γιαγιάς, σαν να ΄ταν η δική μου γιαγιά που δεν γνώρισα! Να καλημερίσω τη νοικοκυρά του σπιτιού, να την αγκαλιάσω σαν μακρινή συγγένισσά μου και να της θυμίσω τις ΠΑΛΙΕΣ της ΔΟΞΕΣ ! Μέσ’ απ’ όλα εκείνα τα παραδοσιακά αντικείμενα που παραλάβαμε, κειμήλια νοσταλγικά απ’ τις παλιότερες γενιές και μες απ΄ τους απλοϊκούς τρόπους συναναστροφής κι επικοινωνίας. Με αυτά, που η μελαγχολική παρουσία του ερειπωμένου σπιτιού, φωτίζεται και η θλίψη που νιώθεις κοιτάζοντάς το, εξαφανίζεται. Μ’ όλα αυτά που σε κάνουν να λες: θα ξαναπεράσω!
Γιατί μ’ αρέσει να ξαναζωντανεύω δόξες παλιές, αλλά και… να στήνω καινούριες.
                                Φ.Κ.       17-5-2016

                             _______________

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

ΕΝΤΟΝΟ ΤΥΡΚΟΥΑΖ

H μνήμη πυρπολεί. Και βγάζει στην επιφάνεια, σαν άλλες λάμψεις αστραπής, εικόνες στιγμιαίες και καταχωνιασμένες στα απύθμενα βάθη της. Ένα διαρκές ΄΄φλας μπακ΄΄ που ενεργοποιείται από ανυποψίαστες αφορμές: μια λέξη, ένα αντικείμενο, ένα μέρος, ένα άκουσμα ή ένα ανάγνωσμα. Και το ένα φέρνει το άλλο. Εικόνες, που μεγαλώνοντας, ανασύρονται όλο και πιο συχνά.
Έτσι  τώρα, με μια αναφορά στην Αθήνα και στο ταξίδι που είχαμε κάνει εκεί με τη θεία Ευσταθία, όταν ήμουν μικρή, ξαναζωντάνεψε όλο το σκηνικό. Μας φιλοξένησαν, και δεν ήταν μία φορά, η νονά της θείας μου που ήταν ανύπαντρη κι έμεινε μαζί με τις δυο αδελφές της [η μία χήρα κι η  άλλη χωρισμένη] σ’ ένα διαμέρισμα στου Γκύζη. Ακόμη θυμάμαι τις ανηφόρες και τα σκαλιά της περιοχής, αν κι από τότε δεν έχω ξαναπάει εκεί.  Σαν σε όνειρο στήνεται ξανά μπροστά μου εκείνο το διαμέρισμα, καθότι  στο Βόλο τότε δεν υπήρχαν ακόμη πολλές πολυκατοικίες και δεν είχαμε εικόνες από ορόφους, ασανσέρ και τα σχετικά. Ανεβήκαμε, λοιπόν, με το ασανσέρ παλαιού τύπου [σε ποιον όροφο άραγε; - δε θυμάμαι] και χτυπήσαμε το κουδούνι. Αμυδρά θυμάμαι τα πρόσωπα και τα καλωσορίσματα, που προορίζονταν εξάλλου για τους μεγάλους, μπαίνοντας στο σχετικά σκοτεινό χωλ. Αυτό που θυμάμαι καλά είναι η διαρρύθμιση του χώρου κι ας έχουν περάσει κοντά πενήντα χρόνια. Μπαίνοντας αριστερά καθίσαμε στο καθιστικό - σαλόνι και μια πόρτα το ένωνε με την κουζίνα, που κι αυτή ήταν λίγο σκοτεινή. Μπροστά στο σαλόνι η βεράντα, που έβγαινα και χάζευα από ψηλά το δρόμο, το πάρκο απέναντι, τις πολυκατοικίες τη μια δίπλα στην άλλη.  Από τη δεξιά μεριά του χωλ υπήρχε στενός διάδρομος που οδηγούσε στις κρεβατοκάμαρες [αριστερά] και στο μπάνιο [δεξιά]. Το δωμάτιο που μείναμε με τη θεία μου ήταν στο βάθος, με δυο κρεβάτια μέσα και η μπαλκονόπορτα έβλεπε κι αυτή στη βεράντα, απ’ όπου τραβούσα την κουρτίνα και χάζευα έξω [πιθανόν με μάγευε η θέα από ψηλά - τόσο ασυνήθιστη για μας τότε].   
Μία από κείνες τις μέρες, με πήρε μαζί της στην αγορά η νεότερη απ’ τις αδερφές, η Κατίνα, όπως την έλεγαν. Ήταν, θυμάμαι, μια ψηλή, ωραία και περιποιημένη γυναίκα [η πιο προσιτή και πρόσχαρη για μένα]. Δεν ξέρω αν πήγαμε κι αλλού, αυτό όμως που φέρνω ολοζώντανα στο νου μου, είναι το μεγάλο πολυκατάστημα της εποχής: ο ΚΛΑΟΥΔΑΤΟΣ   Ένοιωθα σαν να είχα χαθεί μέσα σ’ ένα πέλαγος από ρούχα, αντικείμενα, χρώματα… κι ας με κρατούσε εκείνη γερά απ’ το χέρι. Δεν είχα ξαναμπεί σε τόσο μεγάλο χώρο, με τόσα πολλά κι εντυπωσιακά, για μένα, πράγματα μέσα. Κι έτσι όπως ήμουν μικρή, μου φάνταζαν όλα ακόμα πιο πελώρια, απέραντα κι ατέλειωτα. Θα πρέπει να ‘παθα το πρώτο πολιτισμικό μου σοκ, αν μπορώ να το πω έτσι. Είχα καταπιεί τη γλώσσα μου, δεν είχα μιλιά [ήμουν εξάλλου και ντροπαλή] και δεν τολμούσα  ν’ απαντήσω στην ερώτηση: -Τι θέλεις να σου αγοράσω;  Οπότε καθώς περνούσαμε από τους διαδρόμους με τα ρούχα [ήταν παιδικά ή καλοκαιρινά είδη;] πήρε εκείνη την πρωτοβουλία και μου φοράει στο κεφάλι ένα καλοκαιρινό υφασμάτινο καπέλο. Δεν θυμάμαι αν δοκίμασα διάφορα άλλα ή αν συμφώνησα κι εγώ στη χρωματική  επιλογή του δώρου της. Πάντως βρέθηκα να κρατώ σφιχτά και με λαχτάρα αυτό το καπέλο από ύφασμα σε χρώμα: ΕΝΤΟΝΟ ΤΥΡΚΟΥΑΖ  Ακόμα νιώθω τη χαρά εκείνου του δώρου μέσα μου, καθώς τώρα σκέφτομαι ότι ίσως θα κατάφερα να ψελλίσω ένα … ευχαριστώ. Γιατί τα δώρα στην εποχή μας ήταν σπάνια, συνδυάζονταν  συνήθως με τη γιορτή μας και είχαν πρακτικό χαρακτήρα. Επομένως καπέλο για το καλοκαίρι δεν νομίζω να είχα ξανά.  Αλλά και κείνο το χρώμα … ! Βαθύ γαλάζιο - έντονο  τυρκουάζ – παγωνί … κάτι ανάμεσα σ’ αυτά… ακόμα το θυμάμαι! Από τότε ίσως μ’ αρέσουν τα έντονα χρώματα … Τι να ‘γινε άραγε;  Γιατί αυτά τα είδη δεν χαλούν. Κι η αδερφή μου, που τη ρώτησα, το θυμάται. Μάλλον κάπου δόθηκε, μετά από χρόνια, όπως και τόσα άλλα μικροπράγματα παιδικά, που όμως σήμερα η αξία τους  φαντάζει ανεκτίμητη.
Η Αθήνα με τις πολυκατοικίες της, τα κίτρινα τρόλεϊ και ταξί, τα πολυκαταστήματα και τα… δώρα της ήταν τελικά για μένα εμπειρία ξεχωριστή που μου εντυπώθηκε ανεξίτηλα στο μυαλό παρά τα χρόνια που πέρασαν. Αλλά και το ίδιο το ταξίδι, ή με τρένο και τα αρκετά τούνελ που περνούσε [με φόβιζαν, ιδίως αν δεν άναβαν τα φώτα, κι έκλεινα τα μάτια], ή με λεωφορείο του ΚΤΕΛ που, κυρίως στο γυρισμό, περνώντας στο ύψος Στυλίδας άκρη - άκρη στη θάλασσα, με έκανε να ζαλίζομαι, ήταν παρ’ όλα  αυτά εμπειρία.  Εμπειρία σ’ όλες τις αποχρώσεις τυρκουάζ.              
Φ.Κ.    2/5/16