Κάθε φορά που κατεβαίνω στην αγορά με τα πόδια, και γίνεται
συχνά αυτό το περπάτημα, μ’ αρέσει να χαζεύω, να παρατηρώ και να κοιτάζω τα
σπίτια, κυρίως τα παλιά. Παλιά αρχοντικά αλλά και μικρά σπιτάκια εγκαταλειμμένα
στην τύχη τους και στη φθορά του χρόνου. Κι ανακαλύπτω συνέχεια ότι υπάρχουν
αρκετά τέτοια μες στην πόλη μας. Από πάντα είχα αυτό το ‘κουσούρι’ της
παρατήρησης, αλλά μέχρι πρότινος το ενδιαφέρον μου τραβούσαν τα καινούρια
κτίσματα με τα σύγχρονα σχέδια, τους πρωτότυπους συνδυασμούς χρωμάτων και τους
ωραίους όγκους τους. Τα άλλα της… εγκατάλειψης τα προσπερνούσα με μια γρήγορη
ματιά. Τελευταία όλο και περισσότερο με συγκινούν τα παλιά, όχι μόνο στα
σπίτια, κι εκτιμώ αλλιώς την εικόνα αυτή, της παραίτησης που βγάζουν.
Τώρα όποιον δρόμο να πάρω, σ’ όποια γωνία να στρίψω,
ακολουθώντας ολοένα διαφορετική πορεία, κάνοντας ζιγκ- ζαγκ, όλο και κάποιο παλιό μικρό ή μεγαλύτερο, χορταριασμένο
και σκονισμένο κάνει την παράταιρη, στο αστικό σύνολο, εμφάνισή του. Η μελαγχολική
αυτή παρουσία ασκεί πάνω μου παράξενη γοητεία. Άλλοτε λίγο κι άλλοτε πιο πολύ
[ανάλογα με το χρόνο μου και την κίνηση στο δρόμο – μη με περάσουν για τρελή] κοντοστέκομαι και, καθώς αντικρίζω το παλιό
οίκημα, ο χρόνος, λες, σταματά. Ξαφνικά η φαντασία μου τρέχει δεκαετίες πίσω.
Οι αισθήσεις μου παίρνουν αλλόκοτη διέγερση. Έρχονται μπροστά μου εικόνες
αλλοτινών εποχών, φτάνουν στ΄ αυτιά μου ήχοι από ξεχασμένες μουσικές κι όλα
αυτά μπερδεύονται με τη μυρωδιά του καβουρδισμένου καφέ, ενώ στο στόμα μού φέρνει
μια γεύση από γλυκό κουταλιού. Η χορταριασμένη αυλή γεμίζει λουλούδια, τα
πατζούρια ανοίγουν και προβάλουν στα τζαμωτά πλεχτά στο χέρι κουρτινάκια. Στο
κεφαλόσκαλο γουργουρίζει η καλοθρεμμένη γάτα του σπιτιού. Στο βάθος η τουλούμπα
για το νερό στολισμένη γύρω-γύρω με γλάστρες κατακόκκινες, τα αγριόχορτα
γίνονται χαμομήλια και μαργαρίτες. Ο ιστός της αράχνης παίρνει τη μορφή σχοινιού για το άπλωμα της
μπουγάδας. Ένα φως γλυκό περιλούζει μέσα έξω το σπιτικό αυτό και του χαρίζει …
ΔΟΞΕΣ ΠΑΛΙΕΣ Να, η κυρία του σπιτιού
ανεβαίνει τώρα τα σκαλιά, λίγο ακόμα και θα ακούσω τη φωνή της. Στο παράθυρο
σαν να κουνήθηκε μία σκιά, να ‘ναι η γιαγιά που πλέκει εκεί ή κάποιο απ’ τα
παιδιά; Όλο το σπίτι σφύζει από ζωή μέσα, ακούγονται τρεχαλητά, φωνές, ίσως και
κάποιο τραγουδάκι. Γίνεται σπίτι ζωντανό χωρίς τραγούδι; Ένας μάστορας
μερεμετίζει τα χαλάσματα, σε λίγο το σπιτικό θα φαντάζει … ολοκαίνουργο.
Σε μέρες με λιακάδα ή
με συννεφιά η ζωή κυλά, κυλά και χάνεται για τα γήινα μάτια μας. Ποιοι άνθρωποι
άραγε έδιναν ζωή σ’ αυτό το σπίτι, ποιοι το γέμιζαν με χαρούμενες ή άλλοτε
λυπημένες φωνές [όλα τα ‘χει η ζωή…], ποια το γέμιζε με τις μυρωδιές των
μαγειρεμάτων της, ποια χέρια το ‘φερναν βόλτα κι έλαμπε από πάστρα κι αρχοντιά;
Έτσι μου ‘ρχεται να χτυπήσω το ‘ρόπτρο’ στη βαριά ξύλινη πόρτα και να μπω! Να
περάσω μέσα και … ν’ ακουμπήσω τα γέρικα χέρια του παππού, να χαϊδέψω τα άσπρα
μαλλιά της γιαγιάς, σαν να ΄ταν η δική μου γιαγιά που δεν γνώρισα! Να
καλημερίσω τη νοικοκυρά του σπιτιού, να την αγκαλιάσω σαν μακρινή συγγένισσά
μου και να της θυμίσω τις ΠΑΛΙΕΣ της ΔΟΞΕΣ ! Μέσ’ απ’ όλα εκείνα τα παραδοσιακά
αντικείμενα που παραλάβαμε, κειμήλια νοσταλγικά απ’ τις παλιότερες γενιές και
μες απ΄ τους απλοϊκούς τρόπους συναναστροφής κι επικοινωνίας. Με αυτά, που η
μελαγχολική παρουσία του ερειπωμένου σπιτιού, φωτίζεται και η θλίψη που νιώθεις
κοιτάζοντάς το, εξαφανίζεται. Μ’ όλα αυτά που σε κάνουν να λες: θα ξαναπεράσω!
Γιατί μ’ αρέσει να ξαναζωντανεύω δόξες παλιές, αλλά και… να στήνω καινούριες.
Φ.Κ. 17-5-2016
_______________