Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Ένα πορτρέτο

 ... παλιάς ασπρόμαυρης φωτογραφίας 
        
          Ήταν κάποτε – έχει περάσει πολύς πολύς καιρός από τότε, χρόνια και δεκαετίες ολόκληρες -  ένα μικρό κοριτσάκι. Όμορφο και μελαχρινό. Φεγγαροπρόσωπο. Με γεμάτα γραμμένα χείλη, ψηλό πομπέ μέτωπο, ίσια σκούρα μαλλιά και μια ανεπαίσθητη μελαγχολία στο απορημένο βλέμμα.
          Εκείνο το βλέμμα που κοίταζε τον κόσμο με πρόωρη σοβαρότητα και συνεπακόλουθη ωριμότητα για ν’ αντιμετωπίσει, λες, δυσκολίες ζωής ιδιαίτερες, πέρα από τις σκληρές συνθήκες, για όλους, την εποχή εκείνη.
         Μικρασιάτικης καταγωγής οι γονείς, μες στο καράβι που τους έφερνε στον καινούριο τόπο έγινε η πρόταση κι η γνωριμία τους… Της έδωσαν το όνομα της γιαγιάς, που όμως δεν γνώρισε, Δέσποινα, όνομα που συνήθιζαν οι Έλληνες της Μ. Ασίας. Κάποιες φορές ο πατέρας τη φώναζε Δέσπω και κάποιοι γνωστοί Δεσποινάκι, μιας κι ήταν μικροκαμωμένη όπως η μητέρα της.
         Από τριών ετών μεγάλωσε χωρίς μητέρα κι ήταν αυτό ένας πόνος που κουβαλούσε συνέχεια μέσα της. Όμως πήρε αγάπη και στοργή από τις δύο θείες της, αδερφές του πατέρα, που ζούσαν μαζί. Συχνά ανέφερε τη θεία Άννα, που λόγω αρρώστιας σε παιδική ηλικία είχε μικρή διανοητική ανεπάρκεια, να την αγκαλιάζει και να την φιλάει όπου έβρισκε, στα μαλλιά, στο πρόσωπο δείχνοντας έτσι την αγάπη της. Εκείνη, όμως, που τη στάθηκε σαν μάνα ήταν η θεία της Μαρία, μεγαλύτερη αδερφή του πατέρα της.
        Η ιδιότυπη αυτή οικογένεια ζούσε σ’ ένα μικρό σπίτι με μεγάλη αυλή, πηγάδι και πολλά δέντρα που αγόρασε ο πατέρας της με τα λίγα χρήματα που έφερε μαζί του από την Πόλη όπου δούλευε πριν τη μικρασιατική καταστροφή, για να ξεφύγουν απ’ την ασφυκτική διαβίωση της παράγκας όπου συνωστίζονταν όλοι μαζί και για καιρό οι πρώτοι πρόσφυγες της περιοχής Γυμναστηρίου. Το σπίτι αυτό ήταν ένα από τα λιγοστά που υπήρχαν τότε στην απομακρυσμένη συνοικία της Ν. Δημητριάδας, ανάμεσα σ’ ελαιώνες, αμπέλια και εκτός σχεδίου της πόλης ακόμα.
        Το μικρό κορίτσι μεγάλωνε, λοιπόν, σ’ αυτή την… εξοχή, αφού ένα σπίτι ήταν εδώ, άλλο ένα λίγο πιο κει και ένα τρίτο πέρα μακριά προς το λόφο της Γορίτσας, όπως χαρακτηριστικά έλεγε η ίδια.
        Όταν έφθασε ο καιρός να πάει σχολείο, έβαλε το καινούριο φουστάνι που της έραψε η θεία – φαρδύ φαρδύ και μεγάλο για να το φοράει χρόνια, εξάλλου ήταν χρόνια φτωχικά – πήρε το τετράδιο που φάνταζε τεράστιο δίπλα στη μικροσκοπική φιγούρα της και, καλόβολη όπως ήταν, υπάκουσε πρόθυμα στις υποδείξεις βάζοντας το ελεύθερο χέρι στη μέση, ολοκληρώνοντας γρήγορα την πόζα στην πρώτη της μαθητική φωτογραφία.
        Χωρίς καθυστέρηση, δρόμο παίρνει- δρόμο αφήνει, ακολουθώντας τη γνώριμη τώρα διαδρομή περνούσε μέσα από το ποτάμι [τον ξεροπόταμο Άναυρο], καθώς δεν υπήρχε το παλιό, πια, τσιμεντένιο γεφυράκι με τα σκαλάκια, και μαζί περνούσε στην  καθαυτό πόλη του Βόλου κατηφορίζοντας και κάποιες φορές τρέχοντας ως το 4ο Δημοτικό Σχολείο. Ήταν πορεία μακρινή για τα παιδικά πόδια, αλλά δεν υπήρχε [κοντά στ’ άλλα] το Δημοτικό Σχολείο της περιοχής. Πολλές φορές, ιδίως σε βροχερές μέρες, πατώντας προσεχτικά πάνω στις πέτρες που είχαν τοποθετήσει οι περίοικοι δημιουργώντας μια υποτυπώδη διάβαση, το πόδι ξέφευγε και τσαλαβουτούσε στο νερό. Άντε τώρα να κάνεις μάθημα με βρεγμένο πόδι… Οι δυσκολίες πολλές, περισσότερες τον πρώτο καιρό που απ’ την εξοχή [όπως είπαμε] βρέθηκε στη βουή της πόλης. Όμως με το βολικό, πρόθυμο χαρακτήρα και την εξυπνάδα της, το τρομαγμένο και μαζεμένο αρνάκι της πρώτης χρονιάς, εξελίχθηκε από τάξη σε τάξη άριστη μαθήτρια σημείο αναφοράς των συμμαθητών της. Δεν ήταν λίγες φορές που την περίμεναν έξω απ’ την αυλόπορτα του σχολείου να φανεί για να τη ρωτήσουν τη λύση και το αποτέλεσμα στα προβλήματα της αριθμητικής και μ’ αυτό τον τρόπο να σιγουρευτούν για το δικό τους σωστό αποτέλεσμα. Και χαίρονταν όσοι είχαν το ίδιο αποτέλεσμα με τη Δέσποινα, οι άλλοι προσπαθούσαν να βρουν και να διορθώσουν το λάθος τους… Το σχόλασμα και η επιστροφή στο σπίτι ήταν λιγότερο μοναχικά, μιας κι είχε γίνει αγαπητή και δημοφιλής. Έχοντας τώρα συντροφιά συμμαθήτριες- φίλες ανηφόριζαν παρέα την κοινή διαδρομή ως το ποτάμι.
         Τελειώνοντας το σχολείο ο δάσκαλος προέτρεψε να συνεχίσει στο Γυμνάσιο κι η ίδια το ήθελε πολύ. Όμως η εποχή δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή για τα κορίτσια, που συνέχιζαν την εκπαίδευση αποκλειστικά στα του νοικοκυριού. Συν των αντιλήψεων, εκείνα τα χρόνια τα βιβλία που χρειάζονταν τα αγόραζαν οι ίδιοι οι μαθητές και ίσως[;] πλήρωναν και την εγγραφή τους, ένας επιπλέον λόγος αποτρεπτικός για τους περισσότερους. Έτσι κι ο πατέρας της δεν την άφησε να συνεχίσει το σχολείο [πόσο θα ήθελε να γίνει δασκάλα!], αλλά λόγω και των οικογενειακών συνθηκών ήταν αναγκαία η παρουσία κι η φροντίδα της στο σπίτι. Άλλωστε το είχε καταλάβει: Αυτή γεννήθηκε για τα δύσκολα και πάνω σ’ αυτά να υπηρετεί.
        Πάνω εκεί, όμως, στις συζητήσεις για το μέλλον της μικρής Δέσποινας συμφώνησαν με την πρόταση μιας παλιάς συμμαθήτριάς της να πάνε μαζί σε μοδίστρα και να μάθουν ραφτική. Υπήρχε, άλλωστε, στο σπίτι η χειροκίνητη ραπτομηχανή αγορασμένη για τη μητέρα της. Έτσι η ποδαράτη διαδρομή άλλαξε προσανατολισμό, φτάνοντας τώρα από Αναλήψεως ως την Ιωλκού, στο μοδιστράδικο. Καινούριο ενδιαφέρον και πεδίο δράσης με επιδόσεις αξιόλογες κι εδώ. Καθώς το ένα φέρνει τ’ άλλο είπαν  να μάθουν Γαλλικά ώστε να καταλαβαίνουν τα γαλλικά φιγουρίνια της μοδίστρας, ήταν και του συρμού η γλώσσα αυτή. Όμως μικρό διάστημα παρακολούθησε τα μαθήματα της γαλλικής και σταμάτησε λόγω του οικονομικού. Η δασκάλα των Γαλλικών, πάλι, βλέποντας την ευκολία με την οποία μάθαινε την καινούρια γλώσσα και την όρεξη για μάθηση, της παράγγειλε μέσω της φίλης της να πηγαίνει στο μάθημα κανονικά χωρίς να πληρώνει δίδακτρα, απλά να παρακολουθεί.
         Αλλά λίγους μήνες πρόλαβαν να συμβούν όλα τα παραπάνω γιατί άλλα γεγονότα, μαύρα, ήρθαν και παρέσυραν όλους, μικρούς – μεγάλους, σ’ έναν παράλογο ρυθμό. Πόλεμος! Έγινε πόλεμος! Εκεί, σταμάτησαν όλα... Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του. Οι σειρήνες της πόλης άρχισαν ανατριχιαστικά να φωνάζουν και να προειδοποιούν. Σε λίγο όλοι έμαθαν τα ‘’Στούκας’’ που με τον χαρακτηριστικό βόμβο τους, πλησίαζαν, σπέρνοντας την καταστροφή. Το υπόγειο του μικρού σπιτιού με την εξωτερική σκάλα, από ψιλικατζίδικο που λειτουργούσε, έγινε το πρόχειρο καταφύγιο της γειτονιάς. Και μαζί με κείνους κι όσοι περαστικοί βρίσκονταν την δύσκολη ώρα εκεί γύρω, έτρεχαν σ’ αυτό να προφυλαχθούν. Όπως ένας άγνωστος στρατιώτης που όρμησε αλαφιασμένος και κουλουριάστηκε σε μια γωνιά τρέμοντας περισσότερο απ’ όλους, δείχνοντας μ’ αυτό τον τρόπο πόσο τον επηρέασε ψυχικά η εμπόλεμη κατάσταση. Ακολούθησε η υποχρεωτική συσκότιση, καλύπτοντας με μπλε χάρτινες κόλλες τα τζάμια, ώστε να μη διακρίνεται το λιγοστό εξάλλου φως από τις λάμπες πετρελαίου που χρησιμοποιούσαν τότε. Άρχισαν οι ουρές για τα τρόφιμα, αλλά και το δελτίο στο ψωμί. Άρχισε η φοβερή πείνα της Κατοχής. Σ’ όλα αυτά η έφηβη Δέσποινα έτρεχε στην αγορά, με τα πόδια στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, να περιμένει στην ουρά για λίγο γάλα κι όταν έφτανε η σειρά της το γάλα να ‘χει τελειώσει... Είδε με τα μάτια της την απελπισία των πεινασμένων στους δρόμους να ψάχνουν στα σκουπίδια, αλλά και το αποκρουστικό θέαμα των πεθαμένων στο κάρο του Δήμου που τους μάζευε. Όπως και την απάνθρωπη εικόνα των κρεμασμένων στα δέντρα της πλατείας Ελευθερίας.  Συχνά με τη θεία της πήγαιναν ως τους πρόποδες της Γορίτσας για να μαζέψουν χόρτα και σαλιγκάρια. Κάποια φορά μαζί με τον μπάρμπα-Γιάννη, το μεσήλικα γείτονα, έφθασαν περπατώντας ως τον κάμπο του Βελεστίνου για να μαζέψουν τα πεσμένα σιτάρια από τα χωράφια, ζώντας την αγωνία κάθε που περνούσε κάρο από κει κοντά. Αγώνας επιβίωσης σκληρός που έθρεψε την ιδιαίτερη γενιά της κατοχής κι ήταν αυτό το φορτίο που στοίχειωσε όλη τους τη ζωή.          Με την απελευθέρωση άρχισε κι η περιοχή να μεγαλώνει […μπήκε πια στο σχέδιο, το σπίτι βγήκε στο δρόμο…], καινούριες οικογένειες έρχονται στη γειτονιά. Η ζωή αφήνει πίσω τα δύσκολα και προχωρά. Απ’ το γειτονικό σπίτι με το γραμμόφωνο φθάνουν τραγούδια και μουσικές. Η μικρή Δέσποινα μεγαλώνοντας αγαπάει πολύ τη μουσική, ακούει τα τραγούδια από δίπλα, τα μαθαίνει εύκολα και με την ωραία της φωνή τα σιγοτραγουδά:
- Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα, άστα ν’ ανεμίζουνε στον τρελό βοριά…
- Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες…
- Το γελεκάκι που φορείς…
- Μοναξιά φτάνεις κάποτε μοιραία…
          Τραγούδια που γεμίζουν το σιωπηλό σπίτι, φτιάχνουν τη διάθεση, διώχνουν μακριά τις σκιές και αναδύουν το νεανικό πρόσωπο, χαρούμενο κι αισιόδοξο, της Δέσποινας. Τραγούδια που θα τη συντροφεύουν ως τα γηρατειά. Για την ώρα την συνοδεύουν οι φίλες της για μια βόλτα στην παραλία. Κι άλλες φορές πάλι βρίσκει συντροφιά κι ενδιαφέρον στην οικογένεια με τα πολλά παιδιά, ένα δρόμο πάνω από το σπίτι της. Εκεί νιώθει συμπαράσταση και στήριξη, δημιουργείται σχέση ζωής, κάτι σαν τους συγγενείς που δεν είχε. Αργότερα συνδέεται με χριστιανικές ομάδες και μέσα απ’ αυτές κάνει καινούριες φιλίες. Γνωρίζει έναν άλλο κόσμο ενθουσιώδη, συμμετέχει στις εκδηλώσεις, σε κατασκηνώσεις καλοκαιρινές, επικοινωνεί.
Από εκεί, οι δυο γνωστές της αδερφές, της κάνουν πρόταση για τον αδερφό τους. Γίνεται η συνάντηση στο σπίτι της μοδίστρας αδερφής και το συνοικέσιο ευοδώνεται. Έτσι τώρα μπαίνει στη ζωή της ο Δημητράκης- για κείνη τον πρώτο καιρό, ή αλλιώς ο Μήτσος, όπως όλοι τον έλεγαν. Τα χρόνια περνούν και τα παιδιά έρχονται... Πέντε χαρές είναι αρκετές να καλύψουν όλα τ’ άλλα [αναποδιές, δυσκολίες, στεναχώριες] και να δώσουν μόνιμη λάμψη στο πρόσωπο της μαμάς πια Δέσποινας.
         
           Καθώς η συνοικία συνέχιζε να μεγαλώνει, μεγάλωσαν γρήγορα και τα παιδιά κάνοντας εκείνο, το μικρό κοριτσάκι που μεγάλωσε στην εξοχή, μια ηλικιωμένη πλέον γιαγιά μ’ εγγόνια. Που καθημερινά σχεδόν έβγαινε με το μπαστουνάκι της κούτσα-κούτσα στην πολυσύχναστη πια γειτονιά. Τελευταία, αθόρυβα και διακριτικά, κάθονταν πού και πού  στην βεραντούλα της χαζεύοντας τον πολύβουο τώρα και τον πιο κεντρικό δρόμο της περιοχής μ’ απορημένο μεν, αλλά πάντα ζωηρό βλέμμα. Κι ήταν στιγμές που το βλέμμα αυτό άφηνε όλα τ’ άλλα και θαύμαζε το καταγάλανο χρώμα τ’ ουρανού ταξιδεύοντας στον αψεγάδιαστο, όπως τον έλεγε, ουρανό της. . .
           Έκτοτε όλοι έχουν να το λένε:
           Ήταν κάποτε, και δεν έχει περάσει πολύς πολύς καιρός από τότε, μια μικροσκοπική καλόκαρδη γιαγιά, με ολόασπρα μαλλιά, η Δέσποινα, που είχε βλέμμα φωτεινό και το τραγούδι έτοιμο στα χείλη ως τα βαθιά γεράματά της. . .

Υ.Γ.  Αφιερωμένο στη Δέσποινα, στη συνονόματη εγγονή της.
           Φ.Κ. – 21/2/2017 -