Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Καλησπέρα, κυρ Αλέξανδρε…

               Πόσες φορές δεν πέρασα από μπροστά του…
Πόσες φορές δεν προσπέρασα βιαστική αφήνοντας πίσω μου τη σιωπηλή και μοναχική σκιά του…
               Κι άλλες πόσες δεν αργοπερπάτησα κι άλλες κοντοστάθηκα δίπλα απ’ το κηπάκι με ¨τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι¨, κοιτάζοντας χωρίς να βλέπω… κάποιον παλιό και σεβάσμιο  γνώριμο, για όλους μας, απ’ τα μαθητικά μας ακόμη χρόνια. Τότε που τον αποφεύγαμε κυρίως για την δύσκολη γλώσσα του αλλά και λόγω της ηλικίας μας. Όμως, μεγαλώνοντας κι ωριμάζοντας αναγνωστικά, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας κατ’ ιδίαν και σε άλλους κείμενά του, πόσο ελκυστικά και οικεία έγιναν αυτά κι η ιδιόρρυθμη γλώσσα ευχάριστη ηχητική εναλλαγή. Οικείος πια κι ο ίδιος και δεδομένος, από χρόνια, ο χώρος του στην πόλη, περνά συχνά απαρατήρητος κλεισμένος από χαρακτήρα στην στοχαστική εσωστρέφειά του. 
               Μέχρι εκείνο το τυχαίο ραντεβού στο χώρο [αλλά και στο χρόνο] που, φτάνοντας πρώτη, πλησίασα και χαζεύοντας γύρω σήκωσα το βλέμμα και εστίασα στη βαθυστόχαστη προτομή:
                   « Καλησπέρα, κυρ Αλέξανδρε…»
                   « Ακσάμ χαϊρολσουν…» κι ας μην υπάρχουν πλέον αγάδες κι εγώ δεν είμαι η θεια- Σειραϊνώ του τόπου του. Κι ας άλλαξαν όλα διαβαίνοντας τα χρόνια, από τότε που ο οξυδερκής παρατηρητής της ζωής κατέγραφε τα πάντα απ’ τον κόσμο γύρω του με τον σαγηνευτικό του τρόπο.
             
           Τώρα σ’ αυτή τη θέση, μπροστά στη θάλασσα, το μαρμάρινο γλυπτό του ¨όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει¨ βυθισμένο στους στοχασμούς του και στ’ ¨όνειρο στο κύμα¨ αγναντεύει το καράβι [η πλέουσα ναυς των ονείρων] της γραμμής  Βόλου-Σκιάθου που μεταφέρει καθημερινά συμπατριώτες του [σίγουρα ανάμεσά τους του δίνουν το παρόν και σήμερα η ¨ξομπλιαστήρα¨, η ¨συντέκνισσα¨, η ¨ασπροφουστανούσα¨, η ¨μαυρομαντηλού¨ κι άλλοι τόσοι σαν τον ¨αειπλάνητο¨ που τόσο παραστατικά περιέγραφε] … αλλά και πλήθος τουρίστες πλέον να συνωστίζονται μαζί τους.
                Κοντά του, για λίγο αγναντεύοντας κι εγώ, νοερά γίνομαι ¨μετανάστις¨κι  ακολουθώ την αφρώδη θαλάσσια γραμμή του καραβιού ελπίζοντας να με βγάλει στα ¨ρόδιν’ ακρογιάλια¨ του για να δω το ¨άνθος του γιαλού¨ που φωτίζει τη νύχτα κι αν σταθώ τυχερή ίσως ακούσω το ¨μοιρολόγι της φώκιας¨. Αν πάλι φανώ τολμηρή, με θαλασσοταραχή ή μη, μπορεί να φτάσω κι ως ¨στο Χριστό στο κάστρο¨… για να δω από κει ψηλά πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος του! Αυτός ο κόσμος όπου ¨δεν έχουν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί¨ κι η χαρμολύπη της ζωής τον βάζουν μόνιμα σε βαθιά συλλογή.
               Απ’ τις σκέψεις του, όμως, ίσως τον βγάλουν αυτές τις μέρες οι εκδηλώσεις της ναυτικής εβδομάδας που γίνονται στην απλωσιά του περιβάλλοντα αυτού χώρου.  Εκδηλώσεις μουσικές, χορευτικές, αλλά και γευστικές. Κοσμοσυρροή, παιδιά, φωνές, χειροκροτήματα. Τι σχέση μπορεί να ‘χουν όλα αυτά με τη σεβάσμια, εκτός του κόσμου τούτου, μορφή του… « Ξεκούφαναν τον κυρ Αλέξανδρο», σκέφτηκα φωναχτά προχθές και κάποιοι με κοίταξαν απορημένοι. Και δείχνοντας με το χέρι ποιον εννοώ, χαμογέλασαν συγκαταβατικά. Όμως απορημένος θα κοίταζε, φαντάζομαι, κι ο ίδιος σήμερα τον κόσμο μας και τους ¨παρείσακτους, όπως έγραφε, νεωτερισμούς¨. Ελπίζω, βέβαια, πως θα έβρισκε πάλι πλούσια θέματα να καταγράψει αναπαριστώντας τη σύγχρονη εποχή, μιας και μου έρχεται στο νου το ¨μέτρον  πάντων άνθρωπος¨ του Ευριπίδη. Πέρα από την εποχή, λοιπόν, αυτόν τον άνθρωπο απλοϊκά θα εξιστορούσε και σήμερα με τη μουσικότητα και την ποιητική της ιδιαίτερης γλώσσας του.
                 Μέσα στην οχλοβοή του πλήθους των μαζεμένων ανθρώπων γύρω του για να παρακολουθήσουν το καλοκαιρινό αυτό πρόγραμμα, ανάμεσα σε άντρες- γυναίκες [ισότιμα πια], ηλικιωμένους-παιδιά [εκδηλωτικοί, χωρίς αποστάσεις], σε ονόματα που ξενίζουν και συμπεριφορές που ξαφνιάζουν κάποτε και τους πιο προχωρημένους θα στέκονταν μετέωρος και σίγουρα θα του ερχόταν στο νου ιστορίες, λες, … επιστημονικής φαντασίας. Με άλλα ήθη, συνήθειες, νοοτροπία, αντιλήψεις, με αύρα ελευθερίας που θ’ άφηνε άφωνη τη στρατιά των λογοτεχνικών μορφών του, έτσι που ίσως να 'βρισκε αναπαμό η γριά Χαδούλα του, η θεια Αχτίτσα με τη φ’ στάνα- ¨η καραβωμένη¨- που έμπαινε στο πλεούμενο [όνειδος για τη γυνή να πλέει στα πελάγη], η μάνα του ξενιτευμένου και τόσων άλλων ηρώων του, αλλά κυρίως ηρωίδων ¨με το νάμι τους βγαλμένο¨ που οι προκαταλήψεις ¨εβαυκάλιζον τον ύπνο τους με μάγια, στοιχειά, βρυκόλακας¨ και τα στερεότυπα της εποχής του τις οδήγησαν σε μια δύσκολη και  δυστυχισμένη ζωή ¨ενδόμυχων άρρητων στεναγμών¨.
                 Αλήθεια, θα ήταν αυτές οι σύγχρονες ιστορίες σαν τα ¨πτερόεντα δώρα¨ του  που τώρα δίκαια και δικαιωματικά θα παρέμεναν εδώ στη γη για ν’ ανακουφίσουν με τη  διαφορετική ερμηνεία του κόσμου τις ψυχές των βασανισμένων του ανθρώπων.     

       Φ.Κ.
21 / 6 / 2017      

-----------------