Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Στάση… χωριό Παπάδες

    Αγκομαχώντας στον ανηφορικό δρόμο και φρενάροντας συχνά πυκνά στις απότομες κλειστές στροφές του έφτασε το λεωφορείο του υπεραστικού Κ.Τ.Ε.Λ. Ιστιαίας-Χαλκίδας στο μικρό χωριουδάκι. Αργά κι αθόρυβα διέσχισε το στενό δρόμο του χωριού εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό. Ο ήλιος μόλις λαμπύριζε στις κοκκινωπές στέγες των χαμηλών σπιτιών που ξεπρόβαλλαν πίσω απ’ τη στροφή και  απλώνονταν δεξιά κι αριστερά του κεντρικού δρόμου. Και πριν ολοκληρωθεί η εικόνα ακούστηκε δυνατά η φωνή του οδηγού: - Παπάδες! Εξάλλου το  ¨φώναξε¨ από μακριά κι η πινακίδα στο έμπα του χωριού: Π α π α δ ε ς, με περισπωμένη! Όνομα κι αυτό!... Μ’ αυτή τη σκέψη και πρώτη εντύπωση, χωρίς να το καλοκαταλάβω, βρέθηκα ανάλαφρη και ζωηρή έξω απ’ το πούλμαν, που αμέσως χάθηκε στα στριφογυρίσματα της καθημερινής του διαδρομής.
    … Λαμπερή πρωινή γαλήνη. Δροσερό αεράκι, διάφανη ατμόσφαιρα. Μακρινά βελάσματα και κουδουνίσματα. Χαμηλοί λόφοι, χωράφια που χάνονταν πέρα μακριά ανάμεσα στο σκουροπράσινο των δέντρων. Ένας καταγάλανος ουρανός, νόμιζες θ’ άπλωνες το χέρι και θα τον ακουμπούσες. Αχνά κάτω χαμηλά στραφτάλιζε ένα μικρό κομμάτι θάλασσα. Μπροστά, καθώς έκανα μερικά βήματα, τρεμόπαιζε κόντρα στον ήλιο η μικρή εκκλησία πάνω σ’ ένα πλάτωμα, να ‘ταν η πλατεία; Δίπλα μου κι απέναντι τα καφενεία, έρημα και ήσυχα, φαίνονταν κλειστά. Έρημος κι ο δρόμος. Είπα να ‘παιρνα λίγες βαθιές ανάσες έτσι που σιγοπερπατούσα, πίσω μου όμως ακούστηκε τραγουδιστή μια φωνή: Καλωσήρθες στο χωριό μας, κοπέλα μ'… Μια γυναίκα με μαντίλι τυλιγμένο γύρω στο κεφάλι, μεγάλη ποδιά μπροστά της πάνω στην μακριά πτυχωτή φούστα, παχουλή και κοντούλα, πλησίασε με καλοσυνάτο βλέμμα. Ήταν η κυρα-Μαρία του καφενείου, μεσήλικη χαρακτηριστική φιγούρα του χωριού πάντα πρόθυμη και καλοσυνάτη, που με πληροφόρησε πού βρίσκεται το σχολείο...
     Μετά την πρώτη μαγική αίσθηση του χώρου, περπατώντας σ’ αντίθετη φορά απ’ το λεωφορείο που πριν λίγο μ’ άφησε εδώ, πάνω στον κεντρικό δρόμο, ένοιωθα να ελαφροπατώ σαν πούπουλο. Να ‘ταν το υψόμετρο κι η αλλαγή του αέρα που φάνηκε έτσι σε μένα, ένα παιδί της πόλης-μιας πόλης στο επίπεδο της θάλασσας, κι έκανε κάποιους να πουν πως φάνηκε ένας άγγελος στο χωριό; Σε μένα πάντως σαν οπτασία φάνηκε από μακριά μια κοπελίτσα, πανέμορφη, που με το γαϊδουράκι της πήγαινε σε κάποια δουλειά. Εικόνες αγροτικές, απαρατήρητες μες στην καθημερινότητά τους για τους χωριανούς, τόσο χτυπητές για μένα, εναλλασσόμενες, ξεπρόβαλλαν ειδυλλιακές σε κάθε στροφή του κεφαλιού. Γραφικό το λευκό ξωκλήσι αλαργεύει ψηλά στο λόφο ζωσμένο στις καστανιές, να ‘ναι προφήτης Ηλίας; Γραφική φιγούρα κι η ηλικιωμένη που βγήκε απ’ το περίπτερο αναμαλλιασμένη στρώνοντας βιαστικά το μαντήλι της σκεπάζοντας μ’ αυτό τα γκρίζα μαλλιά της. Η κυρα-Τασώ που πάντα έβγαινε να μου μιλήσει κάθε που μ’ έβλεπε να περνώ.
    
Ο καλός συνάδελφος του χωριού αφού με κατατόπισε σχετικά στο μικρό σχολείο, με τις μεγάλες αίθουσες και τις πελώριες ξυλόσομπές του, και η επίσης φιλική σύζυγός του με πληροφόρησε για τις συνθήκες διαβίωσης στον τόπο, όπου όλες οι γυναίκες ζύμωναν οι ίδιες το ψωμί του σπιτιού και για το λόγο αυτό δεν υπήρχε φούρνος εκεί, γεγονός που με εξέπληξε αρνητικά, αλλά είπαμε εδώ θ’ αναφερθούν μόνο τα θετικά [το ‘παμε… δεν το ‘παμε;], με φιλότιμες προσπάθειες λοιπόν φρόντισε για τη διαμονή μου στο χωριό προτείνοντας ένα σπίτι ξεχωριστό. Με νέους ανθρώπους, επικοινωνιακούς, φιλόξενους και σπίτι νεόκτιστο, σύγχρονο με [σημαντικό] τουαλέτα μέσα, όπου μου παραχωρήθηκε ένα δωμάτιο. Μαζί μ’ αυτούς γνώρισα και την ευρύτερη οικογένεια, την κυρα Βαγγελιώ που δεν άφηνε ευκαιρία για να με προσκαλέσει: - Έλα, κάτσε να φάμε ψωμί!, έκφραση για μένα πρωτάκουστη [άραγε ξέμεινε απ’ την Κατοχή, ακόμη αναρωτιέμαι] αλλά και φιλοσοφημένη καθότι αυτό είναι η βάση της διατροφής. Όπως και τις κόρες της που ευκαιριακά κάναμε καλή παρέα.
      Όσο περνούσε ο καιρός όλο κι αναρωτιόμουν αν τα πρωινά τιτιβίσματα που έφταναν στ’ αυτιά μου προέρχονταν απ’ τις κελαηδιστές φωνές των μικρών μου μαθητών ή απ’ τα πουλιά στον ψηλό πεύκο της σχολικής αυλής. Τόσο τραγουδιστά μιλούσαν που έλεγες τώρα ποιος μιμείται ποιον! Τόσο μέσα στη φύση και σε σχέση μαζί της μαθήτευε εδώ πάνω η ζωή. Όπως σ’ έναν ανοιξιάτικο περίπατο στο ποτάμι λίγο έξω απ’ το χωριό που ο εξοικειωμένος συνάδελφος κάθισε πάνω σ’ ένα βράχο και οι σαύρες [γουστέρες στη ντοπιολαλιά] περπατούσαν πάνω του, καλώντας με να καθίσω κι εγώ, καθότι …δεν πειράζουν, όπως έλεγε.  Όρθια την έβγαλα την εκδρομή! Όσο λοιπόν τα πρωινά περνούσαν με τα μαθητούδια-πουλιά τόσο τα απογεύματα γέμιζαν με νεανικές συντροφιές και μ’ εκείνο το μικρό γαλάζιο αυτοκίνητο του καλού φίλου της παρέας που γέμιζε ασφυκτικά πολλές φορές και μας ταξίδευε στα πέριξ [χωριά, δάση κι ακρογιαλιές μας έμαθαν] έτσι που κάθε Παρασκευή επιστρέφοντας στα πάτρια μ’ έκαναν να λέω: ‘’Γύρισα απ’ την πενταήμερη σχολική εκδρομή!’’ κι άλλες φορές που ο καλός συνάδελφος μου έλεγε να πάμε να πληρωθούμε [όπως γίνονταν τότε] μέσα μου έλεγα: ‘’Αλήθεια πληρώνομαι απ’ αυτή τη δουλειά;’’ Θα την έκανα και χωρίς…[πόσο ήμουν παιδί!] Κι άλλοτε κάποιος συνάδελφος από κοντινό χωριό που συμμετείχε στην παρέα, μου είπε: ‘’…έχεις βρει τον εαυτό σου...’’, καθώς άκουγε να τραγουδώ μαζί με τη μουσική στο αυτοκίνητο.
       Πέρασε κι άλλο διάστημα, να ‘ταν βδομάδες, κάποιοι μήνες ή ο επόμενος χρόνος δεν έχει σημασία, εδώ ο χρόνος μετρούσε αλλιώς με άλλους ρυθμούς. Μετά από σχολική γιορτή θα ήταν που κατηφορίζαμε καλοντυμένοι νωρίτερα του κανονικού, όταν στο μαγαζάκι αριστερά μάς σταμάτησε ο κυρ Γιάννης πρόθυμος και περιποιητικός να μας κεράσει ένα τσίπουρο, λόγω της ημέρας. Μπήκε μέσα ο συνάδελφος, ακολούθησα κι εγώ. Τσούγκρισαν τα ποτηράκια τους, τσούγκρισα κι εγώ . Από μακριά με υποψίασε η κάψα του δυνατού ποτού καθώς ήπιαν κουβεντιάζοντας και με προέτρεψαν να πιω κι εγώ. Και ήπια κι εγώ και… κάηκα αξιοπρεπώς [!] γνωρίζοντας μια κι έξω το ντόπιο δυνατό τσίπουρο.
       Ένα από τα λίγα Σαββατοκύριακα που έμεινα στο χωριό, ξύπνησα το πρωί της Κυριακής και πήγα στην εκκλησία, όπου λειτουργούσε ο γέροντας παπάς του χωριού με τη σεβάσμια κι ασκητική φυσιογνωμία. Ο παπα Γιώργης, που μιλώντας προς το τέλος με τον απλοϊκό και καθόλα καθημερινό του τρόπο θαρρούσες πως άκουγες παραμύθι. Εντύπωση μου έκανε που οι γυναίκες στέκονταν στο πίσω μέρος και στο γυναικωνίτη, ενώ οι άντρες δεξιά και αριστερά του ναού. Προσκύνησα και στάθηκα μπροστά τουλάχιστον από κει που άρχιζαν οι γυναίκες... Το χωριό έδειχνε να ‘ναι πατριαρχικό με κλειστή κοινωνία σε πολλές εκδηλώσεις της καθημερινής του ζωής, αλλά το προσπερνούσα ψύχραιμα, γράφοντας σχετικά κι ένα άρθρο στη ¨Φωνή των Παπάδων¨, εφημερίδα του πολιτιστικού τους συλλόγου.
         Του χρόνου και του καιρού τα γυρίσματα έφερναν συχνά στον τόπο αυτό ομίχλες και χιόνια. Για πότε σκεπάζονταν ολόκληρη η περιοχή με πυκνή ομίχλη δεν έπαιρνες είδηση. Και τότε όλο το χωριό, έλεγες, έμπαινε μέσα στο περαστικό συννεφένιο καράβι και έπλεε  σε άχρονη ρότα ενός παραμυθένιου ωκεανού. Άσπρο κάτασπρο το παραμύθι πάλι που στήνονταν στο άψε σβήσε όταν ο καιρός το γύριζε σε χιονιά. Μαγεία κατάλευκη σπίτια, αυλές, δρόμοι, χωράφια, λόφοι ως εκεί που έφτανε το μάτι. Σου ‘φτιαχνε παιχνιδιάρικη διάθεση κι έβγαινες έξω να παίξεις χιονοπόλεμο, να φτιάξεις χιονάνθρωπο σαν τα παιδιά. Μόνο οι ‘’μεγάλοι’’ δεν άφηναν τον εαυτό τους να χαρεί εκείνη την ομορφιά, εγκλωβισμένοι μόνο στα προβλήματα που το χιόνι δημιουργούσε στην σκληρή, είναι αλήθεια, καθημερινότητά τους. Μέσα σ’ ένα τέτοιο ολόλευκο παραμύθι πρέπει να ‘μασταν βυθισμένοι -κι ως το γόνατο στο χιόνι- όταν ανεβήκαμε στο λόφο του προφήτη Ηλία και μάλιστα τραγουδώντας! Ευτυχώς που η πραγματικότητα μετά, με την παγωμένη ατμόσφαιρα, μας οδήγησε στη ζεστή γωνιά του καφενείου του μπάρμπα Γιώργου για ένα κονιάκ και κουβεντούλα, απ’ τις λίγες φορές που βρέθηκα θαμώνας καφενείου καθότι θα ήμουν ¨σαν τη μύγα μες στο γάλα¨ μιας και γυναίκες δεν πατούσαν καν εκεί. Οι υπόλοιπες φορές ήταν στο καφενείο της κυρά Μαρίας μπροστά στη στάση, όταν κάποιο διάστημα ερχόμενη πολύ πρωί στο χωριό, μ’ έβλεπε κι έβγαινε έξω να με φωνάξει για να μου φτιάξει, όπως μ’ επιμονή έλεγε, ένα τσάι.
          Στη στάση του λεωφορείου του μικρού χωριού Παπάδες πάνω στον κεντρικό δρόμο Ιστιαίας-Χαλκίδας μπροστά στο καφενείο… εκεί που άρχισε αυτή η περιήγηση στο χώρο και στο χρόνο.
          Τότε, πριν 35 χρόνια, στις 29 του Σεπτέμβρη…
- Αριιιιί !! πέρασαν κιόλας τόσα χρόνιααα !!  Ο τραγουδιστός τρόπος κι η κελαριστή φωνή  με ακολουθεί…
          Φ.Κ.
      29/9/2017

=============

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Αλλαγή














Ο χρόνος πάλι 
-μ’ έφερε ξανά εδώ-
παντοδύναμος.

Σ’ ένα Σεπτέμβρη
ζεστό, ηλιοκαμένο,
καλοκαιρινό.

Μ’ αίσθηση -κρύβει
κίνηση και αλλαγή-
ακινησίας.

Και ψευδαισθήσεις
-εδώ δεν είναι εκεί-
ατελείωτες.

Η απόσταση 
-τώρα δεν είναι τότε-
προϋπόθεση.

Ο χρόνος παντού
-συνάρτηση του χώρου-
ο χρόνος πάντα.

 [ χαϊκού ]

              Φ.Κ.
           21/9/2017
          ========