Μουσική αναβλύζει από μέσα μου στη θύμησή του.
Με ήχους πολλούς, διαφορετικούς που ξεχύνονται και με κατακλύζουν.
Άλλοι με ζήλο και παλμό, πρωτίστως αυτοί :
" Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα…
Στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά… "
κι ο ενθουσιασμός αυτός κράτησε χρόνια και χρόνια, συνδεδεμένος με τα νιάτα
του και τη γενιά του που έζησε [από κοντά ή πιο μακριά, περισσότερο ή πιο λίγο]
τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Αν κι ο ίδιος δεν μετείχε ενεργά ως παιδί της
πόλης και περικυκλωμένος από γυναίκες: τη μάνα του που του είχε περισσή
αδυναμία ως μόνος γιος κι ανάμεσα σε τέσσερις αδερφές… Καλομαθημένος και του
φαινόταν. Την αγωνιστικότητα, λοιπόν, την έβγαζε μέσα απ’ το τραγούδι που στη
συνέχεια έλεγε μελαγχολικά:
" Αχ, Βαλεντίνα, αχ … … …
Βαλεντίνα, Βαλεντίνα ",
ενθυμούμενος την ξαδέρφη του Βαλεντίνα που 18 χρονών κοπέλα σκοτώθηκε την περίοδο του Εμφυλίου σε
μάχη στο χωριό της, την Άνω Κερασιά που ήταν και χωριό της μάνας του.
Νοσταλγικά άλλες φορές τραγουδούσε " Το γελεκάκι που φορείς…" και
Με πήρε ο ύπνος κι έγειρα
στου καραβιού την πλώρη
και ήρθε και με ξύπνησε
του καπετάνιου η κόρη…
αναπολώντας ίσως μ’ αυτό τη θητεία
του στο ναυτικό [πριν την έναρξη του γερμανοϊταλικού πολέμου], απαλύνοντας έτσι τη σκληραγωγία
στις ασκήσεις [βουτιές απ’ το κατάστρωμα του πλοίου στη θάλασσα] κατά το
λιμενισμό τους στις Γούβες της Εύβοιας. Μαζί και ευγνωμονώντας λες για τη σωτήρια
παραίνεση του ναύαρχου - να πάνε στα σπίτια τους- όταν το καράβι προσάραξε στο
λιμάνι του Βόλου κατά τη διάρκεια του πολέμου του ’40, λίγο πριν αυτό
βομβαρδιστεί [!] . Εκεί έληξε η θητεία του, όχι όμως κι η αγωνία του καθώς
γυρνώντας στο σπίτι του το βρήκε κλειδωμένο και δεν ήξερε τι να υποθέσει. Το
γωνιακό καινούριο σπίτι ήταν επιταγμένο απ’ τους Γερμανούς. Κάποιος, ρωτώντας,
τον πληροφόρησε ότι πολλές οικογένειες έφυγαν στην περιοχή "Ανεμούτσα" έξω
απ’ την πόλη για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Τι συγκίνηση, αλήθεια,
όταν τον είδαν από μακριά να τους πλησιάζει: Ο Μήτσος! Έρχεται ο Μήτσος! Τον
υποδέχτηκαν με φωνές… Στιγμές που δεν ξεχνιούνται αν και τόσο δύσκολες, όπως δύσκολη υπήρξε όλη
η διάρκεια της Κατοχής με την τρομερή πείνα του ’41 – ’42, χρονιά που πέθανε ο
πατέρας τους, 67 ετών, από εξασθένηση του οργανισμού.
Παράξενα αντηχεί στ’ αυτιά μου η
φωνή του στο σχετικό σατυρικό τραγουδάκι :
Πατάω ένα κουμπί
και βγαίνει μια χοντρή
και λέει στα παιδάκια
νιξ φαΐ .
Από τα μαύρα χρόνια της τρομοκρατίας ποτέ δεν ξεχνούσε να διηγείται το
σύντομο [ευτυχώς] πέρασμά του από την λεγόμενη "Κίτρινη Αποθήκη" που στα
κατοχικά χρόνια λειτούργησε ως φυλακή-βασανιστήριο των κατακτητών. Είχε
συλληφθεί στο δρόμο τυχαία με άλλους πολλούς σε μπλόκο για αντίποινα και
οδηγήθηκαν εκεί. Το μπουλούκι αυτό της
αγωνίας ήταν φαίνεται μεγάλο κι ο διοικητής υψώνοντας το χέρι φώναξε: " Από δω και κάτω να φύγετε !..." Ήταν μέσα σ’ αυτούς… Με μια ανάσα, όπως έλεγε
και έδειχνε τη λαχτάρα που πήρε, έτρεξε
ως το σπίτι του χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Ακολουθούν ανέμελες κι αθώες της νιότης εποχές με τα τραγούδια του "Μπάρμπα-Γιάννη Κανατά" ή "Μάρω Μάρω μια φορά είν’ τα νιάτα" ή "Τα
καβουράκια" συνειρμικά συνδεδεμένα με τρόπο παιχνιδιάρικο κι αστείο με τον
Καραγκιόζη που παίζονταν στις γειτονιές, τον " Χοντρό και Λιγνό" που έβλεπε
με φίλους σε κινηματογράφο της πόλης. Τότε ήταν που έλεγε: Έκανα και στη
Βολιώτικη χορωδία εγώ! Και τόλεγε κατά καιρούς… Αλλά δεν βρέθηκαν ίχνη του
στους καταλόγους της, μόνο του φίλου που πιθανόν πήγε κάποιες φορές μαζί του
βρέθηκαν με εγγραφή το 1946 [λογική χρονολογία]. Όπως και να ‘χει ήταν
καλλίφωνος, αγαπούσε το τραγούδι και συνήθως ακουγόταν τραγουδιστά η φωνή του στο σπίτι:
Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι
θα σ’ αγοράσω ένα κοκοράκι.
Το κοκοράκι κικιρικικιιιιιιιί
να σε ξυπνάει κάθε πρωί! … …
Τραγούδι ένα με το καλοκαίρι και το
αυγουστιάτικο παζάρι του Δήμου με τη σημασία που είχε τότε και την προσμονή που
προκαλούσε: άλλοτε για κάποιο παιχνίδι, ίσως κάποιο βιβλίο ή άλλα μικροπράγματα
και οι μεγάλοι πάντα πετσέτες και χαλβά Φαρσάλων [ συνήθεια που πέρασε απαράλλαχτη στις επόμενες γενιές, όσο κι αν ατόνησε ο θεσμός].
Αλλά και στις μεγάλες γιορτές με τα κάλαντα αντηχούσε η δική του φωνή που
με κείνο το χαρακτηριστικό κούνημα του κεφαλιού και το χαμόγελό του παρακινούσε
κι εμάς τα παιδιά να ακολουθήσουμε στο πνεύμα της ημέρας. Έντονα θυμάμαι στην
αλλαγή του Χρόνου με το: Αρχιμηνιά κι
αρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά κι
αρχή καλός μας χρόνος… , να μας μαζεύει γύρω απ’ το μεγάλο τραπέζι για να
παίξουμε, έτσι για το καλό, στα χαρτιά 21 ή 31.
Άλλοτε πάλι:
Στις μεγάλες Αποκριές
τρώνε πίτες και κορές
και
την Καθαρή Δευτέρα… …
παίρναμε καθαρό αέρα ψηλά στου "Ζάγγα" τ’ ανοιχτό μέρος στους πρόποδες της
Γορίτσας όπου μας πήγαινε για να πετάξουμε τον χαρταετό.
Κι άλλοτε: Εν δυο, εν δυο τσαρούχι,
φουστανέλα,
φούντα, φέσ’(ι).
Καμάρι,
λεβεντιά, περηφάνια
σωστός
διπλωμένος κατ(η)φές… που το έλεγε
ρυθμικά και σκωπτικά κάτι τέτοιες μέρες, όπως καλή ώρα τώρα, καθώς του το
θύμιζαν οι σχολικές μας επετειακές γιορτές.
Συχνά μπαίνοντας στο σπίτι και στη θορυβώδη ατμόσφαιρα των παιδικών
παιχνιδιών μας έκανε αισθητή τη δική του παρουσία με μικρά μέρη τραγουδιών
κυρίως επαναλαμβανόμενων συλλαβών: Τιριτόμπα , τιριτόμπα… ή ρίκο, ρίκο, ρίκοκο… ρίκοκο, ρίκοκο… και
Ριρή, Ριρή, Ριρίκα… με αποκορύφωμα: Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ντάρλα
ντιρλανταντά… Και, πιθανόν, για να μας βάλει κι εμάς σ’ αυτό το μουσικό
παιχνίδισμα τραγουδούσε τον παλιό σκοπό:
Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια
κελαηδήστε, τραγουδήστε,
κελαηδήστε, τραγουδήστε
τον ωραίο σας σκοπό.
Σαν παιδιά, βέβαια, εμάς πολύ λίγο
απασχολούσαν οι μουσικές αυτές παρεμβάσεις,
μας φαίνονταν ίσως κι ενοχλητικές [κι ας άφησαν το μετέπειτα στίγμα τους] ιδίως
όταν έσπαζαν τη σιωπή σε ώρα διαβάσματος: Ησυχία! Διαβάζω!... Εκείνες τις φορές
έμενε στη μέση η μουσική ορμή του και με την δική του κρυμμένη, λες,
παιδικότητα έπαιρνε το μεγάλο αντρικό ποδήλατο –σταθερό και μόνιμο μέσο
μετακίνησής του- πήγαινε στο γειτονικό περίπτερο και μ’ έφερνε φιστίκια …για
ενισχυτική σιωπηρή παρέα.
Ωστόσo ήχους
δυνατούς και στεντόρειους μόνο ο ύμνος του Ολυμπιακού προκαλούσε:
Ολυμπιακέ, Ολυμπιακέ
μεγάλε και τρανέ, μεγάλε και τρανέ
συ μας έ… συ μας έφερες τη νίκη… …
Οπαδός της συγκεκριμένης τοπικής ομάδας εκ νεότητος και λόγω του πρωτοξάδερφου ποδοσφαιριστή στην
ομάδα αυτή και λόγω γειτνίασης με το
γήπεδό της. Πάντα, αλλά κυρίως στις
νίκες της ομάδας του, πάλλονταν τα επινίκια στην ατμόσφαιρα του σπιτιού και
στο τραπέζι μοιράζονταν τα κερασμένα κουρκουμπίνια!
Το πάθος στη φωνή του πάλι μόνο τραγούδια του Τσιτσάνη έδιναν με πρώτο κι
αγαπημένο του:
Συννεφιασμένη Κυριακή,
μοιάζεις με την καρδιά μου
που έχει πάντα συννεφιά,
Χριστέ και Πα… Χριστέ και Παναγιά μου…
…
Τραγούδι στο σπίτι μας διαχρονικό, ακουγόταν επανειλημμένα απ’ το στόμα του
ανεξαρτήτως ημέρας κάτι σαν μουσική
υπόκρουση που τον συνόδευε στις καθημερινές του μικροδουλειές.
Όταν σε βλέπω βροχερή
στιγμή δεν ησυχάζω,
μαύρη μου κάνεις τη ζωή
και βαριαναστενάζω.
Κι όπως, εκ των υστέρων διαπιστώνω, λειτούργησε σε μας τα παιδιά σαν μια
πρώιμη μαθητεία στους ήχους του ρεμπέτικου τραγουδιού που ως σήμερα μας έλκουν
κι όχι σπάνια σιγοτραγουδώ και δεν απορώ πια πώς μου βγαίνουν στα ξαφνικά…
Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή
που ‘χασα τη χαρά μου,
συννεφιασμένη Κυριακή
ματώνεις την καρδιά μου.
Με μουσική μαζί σκιαγραφείται αδρά η ζωή του και με τραγούδια
ξεχειλίζει την καρδιά και τη σκέψη μου η
θύμηση του μπαμπά. Δικός του κι ο καταληκτικός απόηχος του αγαπημένου του δημοτικού τραγουδιού: Να 'ταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία...
Αφιέρωση με αφορμή
100 χρόνια από τη γέννησή του [ 1918 – 1992 ]
Φ. Κ. 21 / 10 / 2018
_______________________