Ήταν δεκαπέντε χρονών κορίτσι.
Καλοκαίρι, μόλις τέλειωσε η
σχολική χρονιά.
Τότε πήγε στο κοντινό
οδοντιατρείο, στη νεαρή και μικρομάνα οδοντογιατρό για προβλήματα
που από νωρίς της είχαν παρουσιαστεί στα δόντια. Εκεί δόντι το δόντι, κουβέντα
στην κουβέντα βγήκαν στην επιφάνεια επιθυμίες: για το ποδήλατο που δίσταζαν να
της πάρουν οι γονείς, όχι τόσο για χρηματικούς λόγους όσο για τις αντιλήψεις μιας
εποχής στο μεταίχμιο που ενισχύονταν απ’ τις παρατηρήσεις που έκανε γενικά στη
γειτονιά, ο κατά τ’ άλλα φιλήσυχος γείτονας αλλά παλιός αστυνομικός
συνταξιούχος, κι όπου ειδικά στην περίσταση πρέσβευε <ότι τα κορίτσια δεν ανεβαίνουν στο
ποδήλατο…> !
Εκεί, λοιπόν, ήρθε κι η πρόταση:
Θα σου δώσω εγώ 3.000 δρχ. για το ποδήλατο κι εσύ θα έρχεσαι για ένα μήνα να
προσέχεις τα μικρά –ένα κορίτσι κι ένα λίγο μικρότερο αγόρι-, να τα πηγαίνεις
καμιά βόλτα…
Άλλο που δεν ήθελε! Τα μικρά τα
ήξερε και τ’ αγαπούσε αφού κι άλλες φορές είχε ασχοληθεί μαζί τους στην αίθουσα
αναμονής όταν κάποιες φορές τριγύριζαν εκεί. Το ένα μάλιστα της ¨έβρεξε¨ τη
φούστα, μια φορά, καθώς το κρατούσε αγκαλιά κι έτρεχε μετά σπίτι της να την
αλλάξει… Ε, με τέτοιο μαρκάρισμα, έκαναν χαρές κι εκείνα κάθε που την έβλεπαν.
Έτσι πέρασε ένας μήνας σκέτο
πανηγύρι. Άλλοτε στο στενό μπαλκόνι χαζεύοντας τ’ αυτοκίνητα καθώς έτρωγαν το
φαγητό απ’ το βαζάκι, άλλοτε στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας κυνηγώντας τις
γάτες, άλλοτε στην ταράτσα κοιτάζοντας τον κόσμο από ψηλά, συχνά-πυκνά
φέρνοντας κύκλο στο τετράγωνο της περιοχής όπου τους έμαθε κι ο μανάβης στη
γωνία, με απαραίτητη στάση στον πλαϊνό δρόμο όπου τους περίμεναν τα σκαλάκια
του κλειστού γειτονικού σπιτιού. Μέχρι το πάρκο του Αγίου Κωνσταντίνου έφθασε η
χάρη τους –δεν ήταν και κοντά- με τον μικρό φυσικά στο καρότσι του. Κάποιες
φορές πάλι περνούσαν στην μεγάλη αυλή του δικού της σπιτιού, όπου τα μικρά κοίταζαν γύρω τους μαγεμένα την
απλωσιά ενός αλλιώτικου χώρου. Κι εκεί συνήθως, ένα δυο σκαλάκια –χοπ, χοπ-
πάνω στη μικρή βεράντα άνοιγε η όρεξη στο, δύσκολο στο φαγητό, αγόρι κι έτρωγε
πιο εύκολα το αυγουλάκι του.
Με τούτα και μ’ εκείνα έφθασε ο
επόμενος μήνας …πανηγύρι. Πρωί πρωί με τα λεφτά και συνοδεία τον μπαμπά, στο
κεντρικό και γνωστό ως σήμερα ποδηλατάδικο της πόλης, για ένα μίνι γυναικείο
ποδήλατο σε χρώμα… κόκκινο μεταλλικό, μάλλον προτροπή του μπαμπά που όλα
κόκκινα τα διάλεγε απ’ το χρώμα της ομάδας του Ολυμπιακού. Και το κόστος αυτού ; 2.500 δρχ. ! Περίσσεψε
κι ένα πεντακοσάρικο ! Κανείς, βέβαια, δε θυμάται σε τι και πώς ξοδεύτηκε
εκείνο το υπόλοιπο ποσό, σεβαστό για την εποχή. Τα πάντα καλύφτηκαν απ’ τη λαχτάρα και τη λάμψη του καινούριου
ποδήλατου, που στο εξής περιφέρονταν σε δρόμους και δρομάκια καμαρωτά –ευτυχώς
που τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά, αφού κι οι μεγάλοι με ποδήλατα κυκλοφορούσαν- κάνοντας
κι ορθοπεταλιά, άλλοτε ομαδική ποδηλατάδα [αδέρφια και μπαμπάς μαζί] ως τη
θάλασσα ή σε σπίτια συγγενικά, αργότερα και στο σχολείο ποδηλατώντας έφθανε
γρήγορα, πάντα προσεχτικά κι όχι προκλητικά, αν και ο γείτονας που αναφέραμε
συνέχιζε προς τη μαμά: <Μα πώς τις αφήνεις;> Στον πληθυντικό ! Γιατί να
το πούμε κι αυτό : Ήταν μη γίνει αρχή, μετά το κόκκινο ποδήλατο, ο παππούς
αγόρασε στη λίγο μικρότερη αδερφή της ένα ποδήλατο… πορτοκαλί ! Είπαμε… μεταξύ
δύο κόσμων και πολλών αλλαγών η εποχή! Με τη μαμά μπρος στις περιστάσεις
επιδεκτική…
Ωστόσο μετά τα σχολικά χρόνια
και τις επακόλουθες σπουδές σε άλλη πόλη χάθηκε η επαφή με τα δυο μικρά παιδιά,
όπως και με το κόκκινο ποδήλατο που σκούριαζε ξεχασμένο για χρόνια στην ταράτσα
του σπιτιού.
Ώσπου μια μέρα το ποδήλατο
πήρε το δρόμο για τους νεοφερμένους γείτονες
εξ Αλβανίας που το πήραν μεν κι ας μην είπαν ούτε ευχαριστώ γιατί ήταν
παλιό και χρειάζονταν φτιάξιμο στον ποδηλατά. Άραγε ποιον δρόμο πήραν τα δυο
μικρά παιδιά ;
Τότε, όμως, το δεκαπεντάχρονο
κορίτσι καθόλου δεν αναρωτιόταν παρά μ’ ένα κόκκινο ποδήλατο χάρηκε ώρες
καλοκαιρινές γνωρίζοντας τον ¨κόσμο¨ !...
Υ Γ : Ζωγραφική απ’ τα σχολικά
εκείνα χρόνια…
Φ. Κ. – 21 / 7 / 2019 -