Εκεί, στην αρχή της συνοικίας, μετά την ανηφόρα με τη μεγάλη γέφυρα του μυθικού Άναυρου - ξεροπόταμου πια, ξανοίγεται όλο ευθεία μπροστά ο κεντρικός δρόμος με τη συνεχόμενη κυκλοφορία των οχημάτων που σβήνει στο βάθος κοντά στους πρόποδες του λόφου της Γορίτσας. Μαγαζιά και σπίτια, ως επί το πλείστον καινούρια, παραστέκουν στου δρόμου την ασταμάτητη παρέλαση και την ζωηρή κίνηση στα φαρδιά πεζοδρόμια.
Ανάμεσά τους, περπατώντας για λίγο αριστερά στην
πολυσύχναστη ευθεία, βρίσκομαι κι εγώ : ένα έρημο και κλειστό, τα τελευταία
χρόνια, σπίτι. Είμαι ξαπλωμένο κατά μήκος της μακριάς μου πρόσοψης σαν ρυτιδιασμένο
γέρικο κορμί. Με το ‘να μάτι μου μισάνοιχτο προς το δρόμο, στο παραθυράκι του
υπογείου για ν’ αερίζεται ο μικρός του χώρος, δυσκολεύομαι να παρακολουθώ τους
ρυθμούς της σημερινής εποχής που με προσπερνά απαρατήρητα. Οι γρήγοροι
βηματισμοί, οι ταχύτητες, τα καθημερινά κορναρίσματα δεν με αφήνουν αθόρυβα να
ησυχάσω κι, ακόμα, ανεπαίσθητα κοντανασαίνω σε μια προσπάθεια ν’ αφουγκραστώ κι
άλλες ανέλπιστες αλλαγές. Ποιος ξέρει ;… Άλλωστε η ζωή μου διάβηκε μέσα σε αλλεπάλληλες
αλλαγές. Έμαθα πια ευέλικτα να προσαρμόζομαι.
Έτσι και τώρα, καθώς κίνηση
και ζωή ολόγυρα με βγάζουν απ’ το λήθαργό μου, έχω το χρόνο κι αναθυμάμαι δόξες
παλιές. Θυμάμαι πρώτα απ’ όλα τότε που γεννήθηκα, πριν έναν αιώνα περίπου, στην
εξοχή μέσα σ’ ένα μεγάλο καταπράσινο αμπέλι, που το είχαν προίκα τους δυο
αδερφές: η κυρά Μέλπω κι η κυρά Αλεξάνδρα. Χώρισαν το αμπέλι στη μέση και ύστερα μ’ έχτισαν μικροκαμωμένο μεν, αλλά γερό. Όμως το χτίσιμο είχε γίνει με
δάνειο και σύντομα η Τράπεζα απειλούσε με κατάσχεση. Αντί, λοιπόν, να με πάρει η
Τράπεζα με πήρε ο μικρασιάτης πρόσφυγας,
που μόλις είχε φθάσει απ’ την Πόλη όπου δούλευε, με τις λιγοστές του
οικονομίες. Με τα χρήματα εκείνα χτίστηκε άλλο σπίτι στο βάθος, ξοφλήθηκε και το
δάνειο. Οριοθετήθηκε κατόπιν με τσίγκους η μεγάλη μου αυλή από τους γείτονες,
ενώ η σήτα με την αναρριχώμενη κόκκινη τριανταφυλλιά και τη γέρικη ελιά
δημιουργούσαν ανάχωμα μπροστά στο δρόμο.
Λιγοστά και διάσπαρτα
μέσα σ’ αμπέλια κι ελαιώνες τα σπίτια, χωρίς σχέδιο πόλης τότε στην εξοχική
περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν ο πατέρας με την τρίχρονη κόρη και τις δυο αδερφές
του, βοηθοί στο μεγάλωμα της ανιψιάς τους. Τα χρόνια περνούν κι εγώ μεγαλώνω
αφού μου πρόσθεσαν ένα ακόμη δωμάτιο, τη σάλα, όπου δεχόμασταν ευχές στις γιορτές, ενώ το υπόγειο με την εξωτερική σκάλα
γίνεται μαγαζάκι με ψιλικά. Στην αυλή μου με το πηγάδι, τους δυο μεγάλους λαχανόκηπους και στη σειρά τους γκαζοτενεκέδες με τα λουλούδια,
πέρα στην άκρη το κοτέτσι και δίπλα το πλυσταριό με το αποχωρητήριο απ' έξω - μακριά απ' το υπόλοιπο σπίτι, μαζί με το μικρό κορίτσι
μεγαλώνουν τώρα κι άλλα δέντρα: μια αμυγδαλιά, μια συκιά, μια λεμονιά δίπλα
στην πόρτα της κουζίνας, μια τζανεριά… Και στη μέση όλων στέκει στητή η
κληματαριά σε ανάμνηση εκείνου του πρωταρχικού αμπελιού.
Πριν προλάβουμε όμως να χαρούμε αυτήν την ομορφιά, μαύρα
σύννεφα σκέπασαν τον ήλιο, εμάς τα σπίτια και την πόλη. Πόλεμος, έγινε πόλεμος!
O κόσμος φοβισμένος
κλείστηκε μέσα στο σπίτι. Οι σειρήνες με τον ανατριχιαστικό τους ήχο
προειδοποιούν. Όλοι έμαθαν τα ¨Στούκας¨ που με τον χαρακτηριστικό τους βόμβο
σπέρνουν την καταστροφή. Το υπόγειό μου από ψιλικατζίδικο γίνεται το πρόχειρο
καταφύγιο της γειτονιάς, αλλά κι όσων βρίσκονται στη δύσκολη ώρα εκεί κοντά. Το
φωτεινό μου πρόσωπο σκοτείνιασε, στα παράθυρα μπήκαν οι μπλε κόλλες της
συσκότισης για να κρύψουν το αμυδρό φως απ’ τις λάμπες πετρελαίου που άναβαν τη
νύχτα. Αγώνας επιβίωσης σκληρός που σημάδεψε ανεξίτηλα τις μνήμες στη γενιά της
κατοχής.
Με την απελευθέρωση η περιοχή άρχισε να μεγαλώνει, μπήκε στο
σχέδιο πόλης, εγώ βγήκα στο δρόμο μαζί
με δυο-τρία άλλα διπλανά σπίτια. Η ζωή συνεχίζει γρήγορα να προχωρά, η κόρη
γρήγορα μεγαλώνει, αρχίζουν παρέες με φίλες και βόλτες στην παραλία, κοινωνικοποιείται.
Παράλληλα κι εγώ έδιωξα του παρελθόντος τις σκιές, γέμισα αισιοδοξία με τα
τραγούδια που φθάνουν απ’ το γραμμόφωνο του γειτονικού σπιτιού, μαζί με την
ωραία φωνή του κοριτσιού αντιλαλώ
σύσσωμο σιγοντάροντας το σκοπό. Τα χρόνια σ’ αυτό το κλίμα περνούν…
Η μεγάλη μου αυλή, το θυμάμαι ακόμα έντονα αυτό, ούτε που
κατάλαβα πώς γέμισε με τόσες παιδικές φωνές. Οι περαστικοί ξαφνιάζονταν: ¨Καλέ,
παιδική χαρά είναι εδώ;¨ Τα γειτονόπουλα φώναζαν στις μανάδες τους: ¨Θα πάμε
στα παιδάκια!¨ κι έτρεχαν να μπουν στην αυλή και στο παιχνίδι. Μόνο τα πολλά
δέντρα της αυλής ήξεραν και δεν παραξενεύονταν αφού ήταν παρόντα στην υποδοχή
τους στο σπίτι. Κι ο ήλιος πρωί-πρωί σε γιορτή και καθημερινή έστελνε τις πιο
παιχνιδιάρικες αχτίνες του με προτεραιότητα στο προσηλιακό μας μέρος όπου
αχάραγα ο Αγγελής, ο γαλατάς, άφηνε στην πόρτα το γάλα κι η ραδιοφωνική φωνή
της θείας Λένας μάς συντρόφευε στο πρωινό: Καλημέρα σας, παιδιά…
Καθώς τα χρόνια
συνέχισαν αμείλικτα να περνούν, μεγάλωσαν τα παιδιά και πέταξαν αλλού τα ενδιαφέροντά τους έξω απ’
τον χώρο της μεγάλης αυλής. Κι εκείνη μες στη μοναξιά της σκέφτηκε ν’
αποτραβηχτεί, ώστε να ανοίξει ο στενός δρόμος μπροστά μου και να διευκολυνθεί η
κυκλοφορία των αυτοκινήτων που με τα χρόνια μεγάλωνε. Έτσι ήρθε ο Δήμος και πήρε
το μέρος της αυλής και το δικό μου μέρος που εμπόδιζαν. Ο δρόμος έγινε
φαρδύς, φαρδύ και το πεζοδρόμιο. Η αυλή όμως συρρικνώθηκε, έγινε αυλίτσα. Πάνε
και τα πολλά δέντρα που τόσα είδαν κι άκουσαν όλα αυτά τα χρόνια. Κι εγώ…, δεν ξεχνιέται
αυτό, μπερδεύτηκα κι άλλαξα προσανατολισμό: από ανατολικό που ήμουν, γύρισα
πλευρό κι έγινα δυτικό. Ίσως για να βλέπω το μεγάλο δρόμο και, νοσταλγικά, να
θυμάμαι τη μεγάλη μου αυλή.
Κι ενώ τα παιδιά ζουν τις δικές τους προσωπικές
ανακατατάξεις [άλλος για σπουδές, άλλος στο φανταρικό, άλλος… ] εγώ
ταρακουνήθηκα λες κι έγινε σεισμός : Πέθανε ο παππούς! Πάει η αρχέγονη μορφή
του παππού. Εμένα και τον παππού μάς είχαν σαν ¨ένα¨ στον κόσμο των παιδιών… Μ’ όλα αυτά φάνηκε ν’ αδειάζω ...προς στιγμήν. Γιατί ούτε πάλι πρόλαβα ν’
αντιληφθώ πώς τώρα γέμισα με τόσα εγγονάκια. Οι γονείς των παιδιών, παππούς και
γιαγιά πια, ανέλαβαν δράση κι όλο με κάποιον τρόπο βοήθησαν στην ανατροφή τους.
Πέρασαν χρόνια αρκετά... Οι γονείς των παιδιών γέρασαν αρκετά... Τα εγγονάκια ξεπετάχτηκαν γρήγορα και μεγάλωσαν αρκετά. Δύσκολα όλους να τους
συντρέχουν. Γι αυτό κλείδωσαν εμένα και την αυλίτσα κι έφυγαν κάπου ψηλά, στον
ουρανό με τ’ αστέρια, ώστε από κει όλους, άγρυπνα όπως πάντα, να προσέχουν και
να μας βοηθούν.
Κι εγώ κλειδωμένο πια και σιωπηλό χωρίς να παραπονιέμαι για τη σκόνη του χρόνου που ασχημίζει την
όψη μου, αντί να γκρινιάζω
στους περαστικούς για ηχορύπανση και τη σκόνη του δρόμου που με παρενοχλούν, κάνω κουράγιο και στέκω ΕΚΕΙ - αριστερά του κεντρικού δρόμου της συνοικίας, ανασύρω κάθε τόσο τις δικές μου σκονισμένες θύμησες της μακρόχρονης διαδρομής μου κι όλο με τα ίδια και τα
ίδια σαν όλους τους ηλικιωμένους α ν α π ο λ ώ …
Φ. Κ.

