Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Σπίτι. . . στη σκόνη του χρόνου















     Εκεί, στην αρχή της συνοικίας, μετά την ανηφόρα με τη μεγάλη γέφυρα του μυθικού Άναυρου - ξεροπόταμου πια, ξανοίγεται όλο ευθεία μπροστά ο κεντρικός δρόμος με τη συνεχόμενη κυκλοφορία των οχημάτων που σβήνει στο βάθος κοντά στους πρόποδες του λόφου της Γορίτσας. Μαγαζιά και σπίτια, ως επί το πλείστον καινούρια, παραστέκουν στου δρόμου την ασταμάτητη παρέλαση και την ζωηρή κίνηση στα φαρδιά πεζοδρόμια.
   Ανάμεσά τους, περπατώντας για λίγο αριστερά στην πολυσύχναστη ευθεία, βρίσκομαι κι εγώ : ένα έρημο και κλειστό, τα τελευταία χρόνια, σπίτι. Είμαι ξαπλωμένο κατά μήκος της μακριάς μου πρόσοψης σαν ρυτιδιασμένο γέρικο κορμί. Με το ‘να μάτι μου μισάνοιχτο προς το δρόμο, στο παραθυράκι του υπογείου για ν’ αερίζεται ο μικρός του χώρος, δυσκολεύομαι να παρακολουθώ τους ρυθμούς της σημερινής εποχής που με προσπερνά απαρατήρητα. Οι γρήγοροι βηματισμοί, οι ταχύτητες, τα καθημερινά κορναρίσματα δεν με αφήνουν αθόρυβα να ησυχάσω κι, ακόμα, ανεπαίσθητα κοντανασαίνω σε μια προσπάθεια ν’ αφουγκραστώ κι άλλες ανέλπιστες αλλαγές. Ποιος ξέρει ;…  Άλλωστε η ζωή μου διάβηκε μέσα σε αλλεπάλληλες αλλαγές. Έμαθα πια ευέλικτα να προσαρμόζομαι.
    Έτσι και τώρα, καθώς κίνηση και ζωή ολόγυρα με βγάζουν απ’ το λήθαργό μου, έχω το χρόνο κι αναθυμάμαι δόξες παλιές. Θυμάμαι πρώτα απ’ όλα τότε που γεννήθηκα, πριν έναν αιώνα περίπου, στην εξοχή μέσα σ’ ένα μεγάλο καταπράσινο αμπέλι, που το είχαν προίκα τους δυο αδερφές: η κυρά Μέλπω κι η κυρά Αλεξάνδρα. Χώρισαν το αμπέλι στη μέση και ύστερα μ’ έχτισαν μικροκαμωμένο μεν, αλλά γερό. Όμως το χτίσιμο είχε γίνει με δάνειο και σύντομα η Τράπεζα απειλούσε με κατάσχεση. Αντί, λοιπόν, να με πάρει η Τράπεζα με πήρε ο μικρασιάτης  πρόσφυγας, που μόλις είχε φθάσει απ’ την Πόλη όπου δούλευε, με τις λιγοστές του οικονομίες. Με τα χρήματα εκείνα χτίστηκε άλλο σπίτι στο βάθος, ξοφλήθηκε και το δάνειο. Οριοθετήθηκε κατόπιν με τσίγκους η μεγάλη μου αυλή από τους γείτονες, ενώ η σήτα με την αναρριχώμενη κόκκινη τριανταφυλλιά και τη γέρικη ελιά δημιουργούσαν ανάχωμα μπροστά στο δρόμο.
    Λιγοστά και διάσπαρτα μέσα σ’ αμπέλια κι ελαιώνες τα σπίτια, χωρίς σχέδιο πόλης τότε στην εξοχική περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν ο πατέρας με την τρίχρονη κόρη και τις δυο αδερφές του, βοηθοί στο μεγάλωμα της ανιψιάς τους. Τα χρόνια περνούν κι εγώ μεγαλώνω αφού μου πρόσθεσαν ένα ακόμη δωμάτιο, τη σάλα, όπου δεχόμασταν ευχές στις γιορτές, ενώ το υπόγειο με την εξωτερική σκάλα γίνεται μαγαζάκι με ψιλικά. Στην αυλή μου με το πηγάδι, τους δυο μεγάλους λαχανόκηπους και στη σειρά τους γκαζοτενεκέδες με τα λουλούδια, πέρα στην άκρη το κοτέτσι και δίπλα το πλυσταριό με το αποχωρητήριο απ' έξω - μακριά απ' το υπόλοιπο σπίτι, μαζί με το μικρό κορίτσι μεγαλώνουν τώρα κι άλλα δέντρα: μια αμυγδαλιά, μια συκιά, μια λεμονιά δίπλα στην πόρτα της κουζίνας, μια τζανεριά… Και στη μέση όλων στέκει στητή η κληματαριά σε ανάμνηση εκείνου του πρωταρχικού αμπελιού.
   Πριν προλάβουμε όμως να χαρούμε αυτήν την ομορφιά, μαύρα σύννεφα σκέπασαν τον ήλιο, εμάς τα σπίτια και την πόλη. Πόλεμος, έγινε πόλεμος! O κόσμος φοβισμένος κλείστηκε μέσα στο σπίτι. Οι σειρήνες με τον ανατριχιαστικό τους ήχο προειδοποιούν. Όλοι έμαθαν τα ¨Στούκας¨ που με τον χαρακτηριστικό τους βόμβο σπέρνουν την καταστροφή. Το υπόγειό μου από ψιλικατζίδικο γίνεται το πρόχειρο καταφύγιο της γειτονιάς, αλλά κι όσων βρίσκονται στη δύσκολη ώρα εκεί κοντά. Το φωτεινό μου πρόσωπο σκοτείνιασε, στα παράθυρα μπήκαν οι μπλε κόλλες της συσκότισης για να κρύψουν το αμυδρό φως απ’ τις λάμπες πετρελαίου που άναβαν τη νύχτα. Αγώνας επιβίωσης σκληρός που σημάδεψε ανεξίτηλα τις μνήμες στη γενιά της κατοχής.
   Με την απελευθέρωση η περιοχή άρχισε να μεγαλώνει, μπήκε στο σχέδιο πόλης, εγώ  βγήκα στο δρόμο μαζί με δυο-τρία άλλα διπλανά σπίτια. Η ζωή συνεχίζει γρήγορα να προχωρά, η κόρη γρήγορα μεγαλώνει, αρχίζουν παρέες με φίλες και βόλτες στην παραλία, κοινωνικοποιείται. Παράλληλα κι εγώ έδιωξα του παρελθόντος τις σκιές, γέμισα αισιοδοξία με τα τραγούδια που φθάνουν απ’ το γραμμόφωνο του γειτονικού σπιτιού, μαζί με την ωραία φωνή του κοριτσιού αντιλαλώ σύσσωμο σιγοντάροντας το σκοπό. Τα χρόνια σ’ αυτό το κλίμα περνούν…
   Η μεγάλη μου αυλή, το θυμάμαι ακόμα έντονα αυτό, ούτε που κατάλαβα πώς γέμισε με τόσες παιδικές φωνές. Οι περαστικοί ξαφνιάζονταν: ¨Καλέ, παιδική χαρά είναι εδώ;¨ Τα γειτονόπουλα φώναζαν στις μανάδες τους: ¨Θα πάμε στα παιδάκια!¨ κι έτρεχαν να μπουν στην αυλή και στο παιχνίδι. Μόνο τα πολλά δέντρα της αυλής ήξεραν και δεν παραξενεύονταν αφού ήταν παρόντα στην υποδοχή τους στο σπίτι. Κι ο ήλιος πρωί-πρωί σε γιορτή και καθημερινή έστελνε τις πιο παιχνιδιάρικες αχτίνες του με προτεραιότητα στο προσηλιακό μας μέρος όπου αχάραγα ο Αγγελής, ο γαλατάς, άφηνε στην πόρτα το γάλα κι η ραδιοφωνική φωνή της θείας Λένας μάς συντρόφευε στο πρωινό: Καλημέρα σας, παιδιά…
    Καθώς τα χρόνια συνέχισαν αμείλικτα να περνούν, μεγάλωσαν τα παιδιά  και πέταξαν αλλού τα ενδιαφέροντά τους έξω απ’ τον χώρο της μεγάλης αυλής. Κι εκείνη μες στη μοναξιά της σκέφτηκε ν’ αποτραβηχτεί, ώστε να ανοίξει ο στενός δρόμος μπροστά μου και να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των αυτοκινήτων που με τα χρόνια μεγάλωνε. Έτσι ήρθε ο Δήμος και πήρε το μέρος της αυλής και το δικό μου μέρος που εμπόδιζαν. Ο δρόμος έγινε φαρδύς, φαρδύ και το πεζοδρόμιο. Η αυλή όμως συρρικνώθηκε, έγινε αυλίτσα. Πάνε και τα πολλά δέντρα που τόσα είδαν κι άκουσαν όλα αυτά τα χρόνια. Κι εγώ…, δεν ξεχνιέται αυτό, μπερδεύτηκα κι άλλαξα προσανατολισμό: από ανατολικό που ήμουν, γύρισα πλευρό κι έγινα δυτικό. Ίσως για να βλέπω το μεγάλο δρόμο και, νοσταλγικά, να θυμάμαι τη μεγάλη μου αυλή.
   Κι ενώ τα παιδιά ζουν τις δικές τους προσωπικές ανακατατάξεις [άλλος για σπουδές, άλλος στο φανταρικό, άλλος… ] εγώ ταρακουνήθηκα λες κι έγινε σεισμός : Πέθανε ο παππούς! Πάει η αρχέγονη μορφή του παππού. Εμένα και τον παππού μάς είχαν σαν ¨ένα¨ στον κόσμο των παιδιών…  Μ’ όλα αυτά φάνηκε ν’ αδειάζω  ...προς στιγμήν. Γιατί ούτε πάλι πρόλαβα ν’ αντιληφθώ πώς τώρα γέμισα με τόσα εγγονάκια. Οι γονείς των παιδιών, παππούς και γιαγιά πια, ανέλαβαν δράση κι όλο με κάποιον τρόπο βοήθησαν στην ανατροφή τους.
   Πέρασαν χρόνια αρκετά... Οι γονείς των παιδιών γέρασαν αρκετά... Τα εγγονάκια ξεπετάχτηκαν γρήγορα και μεγάλωσαν αρκετά. Δύσκολα όλους να τους συντρέχουν. Γι αυτό κλείδωσαν εμένα και την αυλίτσα κι έφυγαν κάπου ψηλά, στον ουρανό με τ’ αστέρια, ώστε από κει όλους, άγρυπνα όπως πάντα, να προσέχουν και να μας βοηθούν.
   Κι εγώ κλειδωμένο πια και σιωπηλό χωρίς να παραπονιέμαι για τη σκόνη του χρόνου που ασχημίζει την όψη μου, αντί να γκρινιάζω στους περαστικούς για ηχορύπανση και τη σκόνη του δρόμου που με παρενοχλούν, κάνω κουράγιο και στέκω ΕΚΕΙ - αριστερά του κεντρικού δρόμου της συνοικίας, ανασύρω κάθε τόσο τις δικές μου σκονισμένες θύμησες της μακρόχρονης διαδρομής μου κι όλο με τα ίδια και τα ίδια σαν όλους τους ηλικιωμένους  α ν α π ο λ ώ …    
 Φ. Κ.         
                                    

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Σημάδι του Μάη


              Πάνε, αλήθεια, χρόνια 50 plus… Που κείνη η Πρωτομαγιά έπεφτε μέρα Κυριακή. Αργία έτσι κι αλλιώς. Κι ο κόσμος ξεχύθηκε στις εξοχές και στα χωράφια της αραιοκατοικημένης τότε συνοικίας πάνω από το ποτάμι του Αναύρου και περνώντας, κατηφορίζοντας προσεχτικά, μέσα απ’ αυτό έβγαινε στο ‘εξοχικό προάστιο’ της πόλης. Όσοι είχαν φίλους και συγγενείς εκεί, εκείνη  τη μέρα τους θυμόταν και τους επισκέπτονταν. Έπιαναν το Μάη με τα αγριολούλουδα που αφθονούσαν στην περιοχή και με τα μπουκέτα στο χέρι κατέληγαν στα φιλόξενα σπίτια των γνωστών τους.
              Κάπως έτσι, έφθασαν και στο σπίτι του νιόπαντρου ζευγαριού οι συγγενείς, που ήρθαν να δουν τον παντρεμένο εκεί αδερφό τους. Γέμισε η μεγάλη αυλή από φωνές  μικρών-μεγάλων, έριξε τη δροσερή σκιά της η κληματαριά στις δυο μεγαλύτερες αδερφές σαν ευχή για καλό μήνα, τα πολλά δέντρα τριγύρω κούνησαν τ’ ανθισμένα τους κλαδιά στέλνοντας απαλό αεράκι και καλωσορίζοντας τους ιδρωμένους απ’ το περπάτημα συζύγους τους και στο βάθος τα κακαρίσματα απ’ το κοτέτσι ενώθηκαν με τις παιδικές φωνές των τριών ανιψιών τραγουδώντας, λες, όλοι μαζί: Ο Μάιος μας έφθασε, εμπρός βήμα ταχύ, να τον προϋπαντήσουμε, παιδιά, στην εξοχή…  
              Γρήγορα πρόβαλλε στην πόρτα χαρούμενος ο αδερφός τους με τον πεθερό του καλημερίζοντάς τους και κουβαλώντας τις καρέκλες μες απ’ το σπίτι ως εκεί που ήδη βρίσκονταν η θορυβώδη παρέα, κάτω απ’ τον ίσκιο της κληματαριάς. Πιο πίσω ακολουθούσε αργά-αργά η ετοιμόγεννη νύφη τους: --  Καλώς ήρθατε! Καλό μήνα!
- Καλό μήνα! Και σε σένα καλή λευτεριά! Με το καλό!... έδιναν κι έπαιρναν οι ευχές.
- Καθίστε…, να σας ετοιμάσω ένα μεζεδάκι και να φέρω κάτι στα παιδιά …
                Κι όπως ήρθε σιγά-σιγά γύρισε και μπήκε στο κουζινάκι της να φέρει το κατιτίς και να περιποιηθεί τους καινούριους της συγγενείς. Σχεδόν δυόμιση χρόνια τώρα είναι παντρεμένη με τον αδερφό τους… συλλογιέται πως ο πρώτος χρόνος πέρασε με την λεπτή επέμβαση στο θυρεοειδή και την ανάρρωση του συζύγου στην Αθήνα, ο δεύτερος έφερε χαρμολύπη με την εγκυμοσύνη μεν, αλλά τη γέννηση ενός πεθαμένου μωρού και τώρα [με τι προσμονή!] από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Με τις σκέψεις αυτές ετοιμάστηκαν τα καλούδια και με το δίσκο στα χέρια [και την κοιλιά στο στόμα] βγήκε να τους τρατάρει. Κοντεύει μεσημεράκι κι άνοιξε η όρεξη στους πρωτομαγιάτικους επισκέπτες, που χαίρονται και φλυαρούν και τσιμπολογούν, αυτή την ηλιόλουστη ζεστή μέρα. Μέρα, Χαρά Θεού!... Απομεσήμερο πια έφυγαν ευχαριστημένοι οι συγγενείς, προτρέποντας τη νύφη τους να ξεκουραστεί. Κι ως να τελειώσει η μέρα, ήρθαν αχνά οι πρώτες ενοχλήσεις…
              Η επόμενη λαμπερή μέρα, λοιπόν, την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε, έφερε στον κόσμο μια …φωτεινή ‘μπουμπού’. Ευτυχισμένη η μαμά αγκάλιασε το νιογέννητο μωρό και πρώτα-πρώτα έσκυψε να δει τα δαχτυλάκια στα πόδια, μην πήραν το δικό της μικρό ελάττωμα. Όχι, ευτυχώς, ήταν σαν χτένια. Εκεί, όμως, δίπλα στον μικροσκοπικό αστράγαλο ένα σημαδάκι, ένα καφετί ανθοπέταλο. Πάνω στην ώρα, λαχανιασμένος έφτασε ποδηλατώντας από το εργοστάσιο, όπου δούλευε, ως την κλινική ο καινούριος μπαμπάς. ‘’Είναι σημάδι του λουλουδιασμένου Μάη’’, είπε και αστειευόμενος συνέχισε: ‘’Αν τη χάσουμε απ’ αυτό θα τη βρούμε!’’
               Κι αφού όλα πήγαν καλά, φάσκιωσε η μαμά το νεογέννητο, έτσι όπως συνήθιζαν τότε, το σκέπασε με τη ροζ-γαλάζια κουβερτούλα [δώρο θείας] και επέστρεψαν χαρούμενοι  στο σπίτι. Βγήκαν οι γειτόνισσες να δουν το μωρό και να ευχηθούν: ‘‘Αγοράκι είναι ; Να σου ζήσει!’’ πριν προλάβει η μωρομάνα να δώσει τη σωστή απάντηση. Αλλά κι αργότερα, μεγαλώνοντας, στη βόλτα με το καροτσάκι η ίδια ερώτηση: ‘‘Αγοράκι είναι; ‘’, τόσο που πλέον πίστευε ότι το ύφος του μωρού προμηνύει το φύλο του επόμενου παιδιού [...και δεν διαψεύστηκε!].
              Στο σπίτι, τώρα, μόλις ακούμπησε το φασκιωμένο μπουναμά στο μεγάλο κρεβάτι, αυθόρμητα  ήρθε του μπαμπά να πει: Έχουμε μια ‘φραντζολίτσα’! Από τότε έμεινε η λέξη κι έτσι την έλεγε. Ως και στα βαφτίσια, λίγους μήνες μετά-Δεκαπενταύγουστος ήταν, πριν προλάβει η νονά να πει τ’ όνομα αυτής Φ…, φ…, φραντζολίτσα! πρόλαβε στα γρήγορα ο μπαμπάς να πει και να βγει στο νάρθηκα του παλιού Αγίου Δημητρίου για  να σκορπίσει κέρματα στα παρευρισκόμενα παιδιά…
               Όπως γρήγορα περνούν οι μήνες, έτσι γρήγορα μεγαλώνουν τα μωρά κι αρχίζουν  φωνούλες, άναρθρες κραυγές ως και μικρές λεξούλες. Επικοινωνούν, ανταποκρίνονται, συμμετέχουν. Έτσι κάποια μέρα που η νονά το παίζει, το τραγουδά και ρωτά  το γνωστό :
''Πόσα παιδάκια έχει η μαμά; Ένα! , πες και συ… '' - '' Μπέντε! '', έρχεται η απάντηση.
 - '' Ε-ΝΑ!! '' , -'' Μπέντε!! '', - Ακούς, καλέ μαμά, τι λέει το παιδί;; Λες να κάνεις πέντε;; …
               
               Για την ώρα έχει δρομολογηθεί το δεύτερο μωρό. Πέρασε ο καιρός και πήρε τις φασκιές απ’ τη μαγιάτικη μπουμπού που τώρα δεν μοιάζει φραντζολίτσα και κανείς δεν την ονομάζει έτσι πια. 
Στάθηκε και στα πόδια της, πατά γερά στη γη και μόλις έγινε αυτό κατέβηκε απ’ το καρότσι και αδελφικά το παραχώρησε για το νεογέννητο μπέμπη πια. 
Εξάλλου το αγορίστικο ύφος γλύκανε, ομόρφυνε …έτοιμο για τη ρούγα. 
Γλυκό και το ύφος του μπέμπη,  να είναι προμήνυμα για τη συνέχεια;
                Κανείς δεν γνωρίζει εκείνη τη στιγμή, μόνο η μαμά χαμογελά με νόημα  κοιτάζοντας τις αλλαγές στη ζωή τους.
                Ένα μόνο παραμένει, αλήθεια, απαράλλακτα ίδιο για χρόνια 50 plus σαν αποξηραμένο πέταλο κάποιου μαγιάτικου λουλουδιού ...είναι το σημάδι του Μάη.  


               Φ.Κ.   2/ 5 / 2020