Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Πρώτη φορά που σκότωσα ένα δ ρ ά κ ο


   Κάποτε σ’ ένα κοντινό μας λόφο περπατούσαμε μαζί με τη γιαγιά μου μαζεύοντας χόρτα. Εκείνη μου μάθαινε, πηγαίνοντας λίγο πιο μπροστά μου, ποια είναι αυτά που τρώγονται και ποια τ’ άλλα, τα πικρά που είναι σκέτα δηλητήριο…
   Πέρασε ώρα πηγαίνοντας και πηγαίνοντας…
   Ήταν απομεσήμερο συννεφιασμένο και σιωπηλό. Η φύση, λες, κρατούσε την ανάσα της. Ξέπνοα έστεκαν θάμνοι και δέντρα. Ως και τα πουλιά ησύχαζαν κρυμμένα στις φυλλωσιές.    
   Εντωμεταξύ οι σακούλες μας είχαν σχεδόν γεμίσει, ως και μια μικρή που είχα εγώ και φρόντιζα να τη γεμίζω με τα δηλητηριώδη όπως τσουκνίδες κι άλλα.
   Ξαφνικά βρεθήκαμε στο άνοιγμα μιας σπηλιάς. Όλο περιέργεια έβαλα το κεφάλι μου μέσα να δω… Πριν προλάβουν να προσαρμοστούν τα μάτια μου στο σκοτάδι ακούω ένα μουγκρητό κι αιφνιδιαστικά ένα ανθρωπόμορφο τέρας όρμησε καταπάνω μου.
   Τι ήταν πάλι αυτό!  Ένας δ ρ ά κ ο ς ;
   Μην έχοντας κάτι άλλο για ν’ αμυνθώ, αστραπιαία, του πετώ το σακούλι με τις τσουκνίδες στο ολάνοιχτο στόμα…
   Αυτόματα το μουγκρητό έγινε ουρλιαχτό και το πελώριο κεφάλι  άρχισε να ταλαντεύεται δεξιά-αριστερά. Καπνοί και φλόγες βγήκαν απ’ τ’ αυτιά και το στόμα του. Κι ανέλπιστα το θεριό σωριάστηκε κάτω…
   Τρόμαξα τόσο πολύ που έφυγα τρέχοντας. Η γιαγιά ξοπίσω μου σταυροκοπιόταν. Απομακρύνθηκα κάμποσο κι ύστερα στάθηκα λίγο κοντανασαίνοντας για να την περιμένω  καθώς κι εκείνη με πλησίαζε φοβισμένη και βιαστική.
  - Απίστευτο; της λέω. Κι όμως αληθινό, οι τσουκνίδες μ’ έσωσαν…
   Πάνω στα λόγια αυτά ξέσπασε μπόρα δυνατή.
   Άφωνη η γιαγιά, ακόμα νομίζω, με κοιτάει…
   Ενώ εγώ ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα κι ακόμα νομίζω πως τρέχω μες στη βροχή…
   Από τότε έβαλα στο ενεργητικό μου: ΣΚΟΤΩΣΑ ΕΝΑ ΔΡΑΚΟ                                                                                                  
 [κείμενο φαντασίας με τίτλο δοσμένο με κλήρωση, γραμμένο στην ώρα της ομάδας πεζογραφίας]
Φ. Κ.