Πέρασα να δω τη γνώριμη,
την καταπράσινη διαδρομή …
Μα – αλίμονο! - ψευδαίσθηση του νου
να ήταν η εικόνα αυτή ;
Απόκοσμη μαυρίλα, νεκρική
στημένη στην υποδοχή
μοίραζε στους περαστικούς
παραμορφωτικούς φακούς.
Κατάμαυροι, ψηλόλιγνοι σκελετοί
- Τα πεύκα πριν λίγο δεν ήταν εκεί ; -
Γυμνά τ’ αποστεωμένα τους κλαδιά
Απεγνωσμένα, λες, προσπαθούν
στον ουρανό να φτάσουν μήπως σωθούν.
Πλήθος ετοιμοθάνατα κουφάρια
με καψαλισμένα τ’ ασημoπράσινά τους μαλλιά
κλαίνε, θαρρείς, βογγούν σιωπηλά
γιατί άλλοτε εκεί ζούσε η ευλογημένη ελιά.
Οσμή καπνιάς, γεύση πικρή
στάχτη το χώμα, σιγή θανατερή.
Μόνα στη μέση, στη συμφορά
κοντανασαίνουν βουβά, μικρά χωριά.
Με βλέμμα θαμπό, ξερός ο λαιμός
κι ο ήλιος από πάνω, χλωμός και θολός,
μαυρίζει τις σκέψεις με στείρες σκιές
σ’ όσες αντέχουν ακόμα καρδιές.
Ποια μοίρα, ποια οργή
ξέσπασε μένος στη δασώδη περιοχή ;
Ποιος άσπονδος εχθρός
άφησε πίσω του καμένη γη ;
Δυστοπία η στιγμή
κι όλη η διαδρομή.
Αφιλόξενη, τρομακτική
η φύση, η μέχρι χτες μαγευτική.
Παρόν και μέλλον τώρα πια
απάνθρωπο σύμπαν συντροφιά.
Ατμόσφαιρα αλλόκοτη, εφιαλτική
και ουτοπία η καταπράσινη διαδρομή.
Φ. Κ. – 21 / 8 / 21 –
ΥΓ : Γραμμένο για τη ζοφερή όψη της πυρόπληκτης Β. Εύβοιας, που μέχρι
πρότινος ήταν πνιγμένη στο πράσινο από βλάστηση με πευκοδάση, πλατάνια, αμπέλια, ελιές…
