Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Σημάδι του Μάη


              Πάνε, αλήθεια, χρόνια 50 plus… Που κείνη η Πρωτομαγιά έπεφτε μέρα Κυριακή. Αργία έτσι κι αλλιώς. Κι ο κόσμος ξεχύθηκε στις εξοχές και στα χωράφια της αραιοκατοικημένης τότε συνοικίας πάνω από το ποτάμι του Αναύρου και περνώντας, κατηφορίζοντας προσεχτικά, μέσα απ’ αυτό έβγαινε στο ‘εξοχικό προάστιο’ της πόλης. Όσοι είχαν φίλους και συγγενείς εκεί, εκείνη  τη μέρα τους θυμόταν και τους επισκέπτονταν. Έπιαναν το Μάη με τα αγριολούλουδα που αφθονούσαν στην περιοχή και με τα μπουκέτα στο χέρι κατέληγαν στα φιλόξενα σπίτια των γνωστών τους.
              Κάπως έτσι, έφθασαν και στο σπίτι του νιόπαντρου ζευγαριού οι συγγενείς, που ήρθαν να δουν τον παντρεμένο εκεί αδερφό τους. Γέμισε η μεγάλη αυλή από φωνές  μικρών-μεγάλων, έριξε τη δροσερή σκιά της η κληματαριά στις δυο μεγαλύτερες αδερφές σαν ευχή για καλό μήνα, τα πολλά δέντρα τριγύρω κούνησαν τ’ ανθισμένα τους κλαδιά στέλνοντας απαλό αεράκι και καλωσορίζοντας τους ιδρωμένους απ’ το περπάτημα συζύγους τους και στο βάθος τα κακαρίσματα απ’ το κοτέτσι ενώθηκαν με τις παιδικές φωνές των τριών ανιψιών τραγουδώντας, λες, όλοι μαζί: Ο Μάιος μας έφθασε, εμπρός βήμα ταχύ, να τον προϋπαντήσουμε, παιδιά, στην εξοχή…  
              Γρήγορα πρόβαλλε στην πόρτα χαρούμενος ο αδερφός τους με τον πεθερό του καλημερίζοντάς τους και κουβαλώντας τις καρέκλες μες απ’ το σπίτι ως εκεί που ήδη βρίσκονταν η θορυβώδη παρέα, κάτω απ’ τον ίσκιο της κληματαριάς. Πιο πίσω ακολουθούσε αργά-αργά η ετοιμόγεννη νύφη τους: --  Καλώς ήρθατε! Καλό μήνα!
- Καλό μήνα! Και σε σένα καλή λευτεριά! Με το καλό!... έδιναν κι έπαιρναν οι ευχές.
- Καθίστε…, να σας ετοιμάσω ένα μεζεδάκι και να φέρω κάτι στα παιδιά …
                Κι όπως ήρθε σιγά-σιγά γύρισε και μπήκε στο κουζινάκι της να φέρει το κατιτίς και να περιποιηθεί τους καινούριους της συγγενείς. Σχεδόν δυόμιση χρόνια τώρα είναι παντρεμένη με τον αδερφό τους… συλλογιέται πως ο πρώτος χρόνος πέρασε με την λεπτή επέμβαση στο θυρεοειδή και την ανάρρωση του συζύγου στην Αθήνα, ο δεύτερος έφερε χαρμολύπη με την εγκυμοσύνη μεν, αλλά τη γέννηση ενός πεθαμένου μωρού και τώρα [με τι προσμονή!] από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Με τις σκέψεις αυτές ετοιμάστηκαν τα καλούδια και με το δίσκο στα χέρια [και την κοιλιά στο στόμα] βγήκε να τους τρατάρει. Κοντεύει μεσημεράκι κι άνοιξε η όρεξη στους πρωτομαγιάτικους επισκέπτες, που χαίρονται και φλυαρούν και τσιμπολογούν, αυτή την ηλιόλουστη ζεστή μέρα. Μέρα, Χαρά Θεού!... Απομεσήμερο πια έφυγαν ευχαριστημένοι οι συγγενείς, προτρέποντας τη νύφη τους να ξεκουραστεί. Κι ως να τελειώσει η μέρα, ήρθαν αχνά οι πρώτες ενοχλήσεις…
              Η επόμενη λαμπερή μέρα, λοιπόν, την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε, έφερε στον κόσμο μια …φωτεινή ‘μπουμπού’. Ευτυχισμένη η μαμά αγκάλιασε το νιογέννητο μωρό και πρώτα-πρώτα έσκυψε να δει τα δαχτυλάκια στα πόδια, μην πήραν το δικό της μικρό ελάττωμα. Όχι, ευτυχώς, ήταν σαν χτένια. Εκεί, όμως, δίπλα στον μικροσκοπικό αστράγαλο ένα σημαδάκι, ένα καφετί ανθοπέταλο. Πάνω στην ώρα, λαχανιασμένος έφτασε ποδηλατώντας από το εργοστάσιο, όπου δούλευε, ως την κλινική ο καινούριος μπαμπάς. ‘’Είναι σημάδι του λουλουδιασμένου Μάη’’, είπε και αστειευόμενος συνέχισε: ‘’Αν τη χάσουμε απ’ αυτό θα τη βρούμε!’’
               Κι αφού όλα πήγαν καλά, φάσκιωσε η μαμά το νεογέννητο, έτσι όπως συνήθιζαν τότε, το σκέπασε με τη ροζ-γαλάζια κουβερτούλα [δώρο θείας] και επέστρεψαν χαρούμενοι  στο σπίτι. Βγήκαν οι γειτόνισσες να δουν το μωρό και να ευχηθούν: ‘‘Αγοράκι είναι ; Να σου ζήσει!’’ πριν προλάβει η μωρομάνα να δώσει τη σωστή απάντηση. Αλλά κι αργότερα, μεγαλώνοντας, στη βόλτα με το καροτσάκι η ίδια ερώτηση: ‘‘Αγοράκι είναι; ‘’, τόσο που πλέον πίστευε ότι το ύφος του μωρού προμηνύει το φύλο του επόμενου παιδιού [...και δεν διαψεύστηκε!].
              Στο σπίτι, τώρα, μόλις ακούμπησε το φασκιωμένο μπουναμά στο μεγάλο κρεβάτι, αυθόρμητα  ήρθε του μπαμπά να πει: Έχουμε μια ‘φραντζολίτσα’! Από τότε έμεινε η λέξη κι έτσι την έλεγε. Ως και στα βαφτίσια, λίγους μήνες μετά-Δεκαπενταύγουστος ήταν, πριν προλάβει η νονά να πει τ’ όνομα αυτής Φ…, φ…, φραντζολίτσα! πρόλαβε στα γρήγορα ο μπαμπάς να πει και να βγει στο νάρθηκα του παλιού Αγίου Δημητρίου για  να σκορπίσει κέρματα στα παρευρισκόμενα παιδιά…
               Όπως γρήγορα περνούν οι μήνες, έτσι γρήγορα μεγαλώνουν τα μωρά κι αρχίζουν  φωνούλες, άναρθρες κραυγές ως και μικρές λεξούλες. Επικοινωνούν, ανταποκρίνονται, συμμετέχουν. Έτσι κάποια μέρα που η νονά το παίζει, το τραγουδά και ρωτά  το γνωστό :
''Πόσα παιδάκια έχει η μαμά; Ένα! , πες και συ… '' - '' Μπέντε! '', έρχεται η απάντηση.
 - '' Ε-ΝΑ!! '' , -'' Μπέντε!! '', - Ακούς, καλέ μαμά, τι λέει το παιδί;; Λες να κάνεις πέντε;; …
               
               Για την ώρα έχει δρομολογηθεί το δεύτερο μωρό. Πέρασε ο καιρός και πήρε τις φασκιές απ’ τη μαγιάτικη μπουμπού που τώρα δεν μοιάζει φραντζολίτσα και κανείς δεν την ονομάζει έτσι πια. 
Στάθηκε και στα πόδια της, πατά γερά στη γη και μόλις έγινε αυτό κατέβηκε απ’ το καρότσι και αδελφικά το παραχώρησε για το νεογέννητο μπέμπη πια. 
Εξάλλου το αγορίστικο ύφος γλύκανε, ομόρφυνε …έτοιμο για τη ρούγα. 
Γλυκό και το ύφος του μπέμπη,  να είναι προμήνυμα για τη συνέχεια;
                Κανείς δεν γνωρίζει εκείνη τη στιγμή, μόνο η μαμά χαμογελά με νόημα  κοιτάζοντας τις αλλαγές στη ζωή τους.
                Ένα μόνο παραμένει, αλήθεια, απαράλλακτα ίδιο για χρόνια 50 plus σαν αποξηραμένο πέταλο κάποιου μαγιάτικου λουλουδιού ...είναι το σημάδι του Μάη.  


               Φ.Κ.   21 / 5 / 2017   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου