Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Του καιρού γυρίσματα…










Το καλοκαίρι
έγινε ανάμνηση…
Φθινοπώριασε.

Η διάθεση
αναρρίγησε σε μια
ριπή αέρα.

Στροβιλίζοντας
τ’ ανεμομαζώματα
στην άκρη του νου.

Χωρίς σπάταλα
ανεμοσκορπίσματα
που παραπλανούν.

Γκριζαρισμένα
όνειρα κι ο ουρανός
συννεφιασμένος.

Πλημμυρισμένο
σκηνικό και η βάρκα
άραξε ρηχά.

Μνήμη και λήθη,
νόστος και ματαίωση
σ’ αλλαγή καιρού.

Διψασμένη γη,
το μυαλό, αναμένει
χοντρές ψιχάλες.

Έμπνευση, σκέψεις,
ιδέες και σχέδια,
φύλλα που πέφτουν.          

Στιγμές και ώρες,
μέρες χρωματισμένες
ε π ο χ ι α κ ά.                      
                              
[Χαϊκού]        
Φ. Κ.   21 / 10 / 2017    

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Ένας γ ί γ α ν τ α ς στην καρδιά μου

    Γίγαντας φάνταζε στα παιδικά μου μάτια ο παππούς...
    Ψηλός, σωματώδης, με φαρδιούς ώμους και πλάτες, δυνατά χέρια με πελώριες παλάμες, γερά πόδια που πατούσαν σταθερά στη γη, μέσα στα μεγάλα πάντοτε παπούτσια του που θύμιζαν τον παπουτσωμένο γάτο του παραμυθιού. Κι ήταν όλος λες και βγήκε από κάποιο ανατολίτικο παραμύθι. Η κορμοστασιά του στητή και στιβαρή σαν κορμός δέντρου μέχρι τη γεροντική ηλικία [έφτασε τα 89 χρόνια ζωής], το βάδισμά του γοργό και κάπως σβαρνιστό. Τον θυμάμαι πάντα με τραγιάσκα στο κεφάλι, ποτέ ξεσκούφωτο. Με άσπρο πουκάμισο κουμπωμένο ως επάνω, ποτέ ξεκούμπωτο. Με γιλέκο ή πουλόβερ κάτω απ’ την γκρι του μακριά καμπαρντίνα που δεν αποχωρίζονταν σχεδόν ποτέ.
     Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν επίσης αδρά και μεγάλα: πρόσωπο πλατύ με ξέθωρα, γκριζογάλαζα, λίγο υγρά μεγάλα μάτια και πυκνά φρύδια, ψηλό μέτωπο, μύτη γεμάτη και χοντρή, πάντοτε μουστάκι κάτω απ’ το οποίο ξεπρόβαλαν κάθε που μιλούσε ή γελούσε τα λιγοστά δόντια που του είχαν απομείνει, μεγάλα και κιτρινωπά. Θωριά ασυνήθιστη για τον τόπο που βρέθηκε, ώστε έκανε κάποιες φορές τις μανάδες να τον χρησιμοποιούν για να κάνουν τα παιδιά τους να φάνε! Αλλά κι εμείς, τα εγγόνια του, ήταν φορές που τον κοιτάζαμε μ’ απορία και θαυμασμό μαζί, όπως κάθε που έτρωγε τη φέτα το καρπούζι με τα κουκούτσια! 
     Όλο το παρουσιαστικό του επιβλητικό παρέπεμπε σ’ έναν βυζαντινό ¨Διγενή Ακρίτα¨ με κάτι από ¨Αλέξη Ζορμπά¨ σε συνδυασμό με το ¨μικρό ραφτόπουλο¨ του Βιζυηνού που οι συγκυρίες της εποχής του τον πήραν απ’ την ακριτική γη της Καππαδοκίας στην αρχή με τη συνοδεία καραβανιού από καμήλες και μουλάρια για την Πόλη, όπως συνήθιζαν όλοι οι νέοι άνδρες των φτωχών εκείνων περιοχών ώστε να μάθουν μια τέχνη, κι από κει βιαστικά σ’ όποιο καράβι σάλπαρε για Ελλάδα ώστε να βρει τους δικούς του που ήδη είχαν φτάσει ως πρόσφυγες ανταλλάξιμοι εκεί.
     Η τέχνη που μάθαινε στην Πόλη ο παππούς ήταν να φτιάχνει λουκούμια. Ήδη είχε αγοράσει και τα σχετικά σύνεργα γι’ αυτή τη δουλειά. Κι αφού ολοκληρώνονταν η διαδικασία θα επέστρεφε στον τόπο του, τη Σινασό, να παντρευτεί εκείνη που θα του πρότειναν οι γονείς του ότι του ταίριαζε. Αυτή ήταν η αποδεκτή σειρά και η κοινή διαδρομή που ακολουθούσαν όλοι οι νέοι στην ευρύτερη περιοχή. Μέχρι που τα γνωστά ιστορικά γεγονότα του 1922 άλλαξαν το ¨ρουν¨ της ζωής τους. Έτσι η μητέρα και οι δύο μεγαλύτερες αδερφές του [ο πατέρας είχε στο μεταξύ πεθάνει] ακολουθώντας τη μοίρα όλων των συντοπιτών τους, το ’23, άφησαν τα χωριά τους παίρνοντας μαζί τους μόνο ό, τι μπορούσαν να κουβαλήσουν [μεταξύ αυτών και τις εικόνες] και απ’ την παράκτια πόλη της Μερσίνας μπήκαν για πρώτη φορά, ίσως και μοναδική, σε καράβι ταξιδεύοντας στη θάλασσα που πρωτοαντίκριζαν για να τους φέρει με την ανταλλαγή των χριστιανικών πληθυσμών στο Βόλο. Ο παππούς μόλις το πληροφορήθηκε, πούλησε γρήγορα τα υπάρχοντά του και μπήκε στο πρώτο καράβι που θα τον έφερνε κοντά στους δικούς του. Εκείνο το καράβι, το γεμάτο Έλληνες πόντιους, τον έφερε πρώτα απ’ όλα κοντά στην …πεθερά του, που του πρότεινε να γίνει γαμπρός της στην μεγάλη της κόρη. Ο παππούς δέχτηκε αλλά …για τη μικρότερη κόρη. Όπως και να ‘χει με γάμο τέλειωσε εκείνο το μεγάλο ταξίδι, που έγινε στην Ηγουμενίτσα όπου αγκυροβόλησε το τυχερό καράβι... Τώρα όμως να πω ότι τη λέξη ¨τυχερό¨ την ξέχασαν πάνω σ’ εκείνο το καράβι που την πήρε μαζί του κι έφυγε;;; Δυσκολίες και δυσάρεστα γεγονότα ακολουθούν.
      Ο παππούς νιόπαντρος φτάνοντας στο Βόλο βρίσκει τις αδερφές του που μένουν στις παράγκες της περιοχής Γυμναστηρίου με τους υπόλοιπους συγχωριανούς  τους, αλλά τη μητέρα του δεν την πρόλαβε. Είχε στο διάστημα αυτό πεθάνει. Μέχρι να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα ο παππούς πέφτει άρρωστος στο κρεβάτι από ελονοσία [συχνό φαινόμενο τότε] με ψηλό πυρετό κι εξάντληση που κρατούσε καιρό. Σ’ αυτό το διάστημα οι συμπατριώτες του μετεγκαταστάθηκαν στη Νέα Σινασό της Β. Εύβοιας που λόγω της αρρώστιας δεν μπόρεσαν ν’ ακολουθήσουν και το πήραν σαν σημάδι για να μείνουν στο Βόλο. Στη δύσκολη περίοδο του στάθηκε και τον φρόντισε η μεγαλύτερη αδερφή του που με δυσκολίες, ξενοδουλεύοντας, προσπαθούσε να εξοικονομήσει λίγο πετρέλαιο για τη βραδινή τους λάμπα. Η ετοιμόγεννη γυναίκα του είχε πάει στους δικούς της, που τους εγκατέστησαν στην Κατερίνη, για να γεννήσει. Δυστυχώς το μωρό που γεννήθηκε, κοριτσάκι, μετά από λίγες ώρες πέθανε. Η ζωή, όμως, συνεχίζεται εκεί στις παράγκες με τα κοινόχρηστα αποχωρητήρια, ένα για πολλούς που συνωστίζονταν στην ουρά, τις λάσπες, τις συχνές προστριβές, τις φωνές λόγω του συγχρωτισμού. Ο παππούς αρχίζει να σκέφτεται λύσεις γι’ αυτό, εντωμεταξύ έρχεται το δεύτερο μωρό, κοριτσάκι, κι ενώ όλα δείχνουν ότι βαίνουν καλώς, ο παππούς παίρνει το τρίτροχο χειροκίνητο καροτσάκι και δουλεύει αχθοφόρος-μεταφορέας τώρα πια, κάτι γίνεται και το δεύτερο μωρό πεθαίνει. Στην πορεία, όμως, έρχεται το τρίτο παιδί δηλ. η μαμά μας κι όταν γίνεται περίπου τριών χρονών ο παππούς αγόρασε με τα λίγα χρήματα που είχε φέρει μαζί του απ’ την Πόλη ένα μικρό, δικό τους πλέον, σπιτάκι με μεγάλη αυλή απομακρυσμένο απ’ την πόλη προς το λόφο της Γορίτσας. Μετά απ’ αυτό όμως ¨χάνει¨ τη γυναίκα του…
      Πόση στωικότητα κι εγκαρτέρηση να δείξει κανείς! Πρέπει σίγουρα να ‘ναι γίγαντας στην ψυχή! Κι ο παππούς έδειξε ψυχραιμία και πέρασε δυνατός ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες των προσωπικών του συμφορών. Τότε κι αργότερα… Κουβαλώντας μόνος και το βάρος των ενοχών, των ευθυνών του… Κόστος μεγάλο η μοναξιά του, η απομόνωση, ίσως κι η αποστασιοποίησή του. Η ζωή του όλη μόχθος κι ιδρώτας. Αγώνας κι αγωνία. Η εργασία του χειρωνακτική και κοπιαστική την έκανε αγόγγυστα ως τα γεράματα, η μόνη διέξοδος αυτή, ήταν η διασκέδαση και η κοινωνικότητά του. Γερός και δυνατός πάντα, δεν τον θυμάμαι ποτέ άρρωστο, αδιάθετο ή να παίρνει φάρμακα. Με κάθε καιρό τον βλέπαμε να βάζει το κεφάλι κάτω απ’ τη βρύση της αυλής και να πλένεται τα πρωινά. Γερά κόκκαλα οι παλιοί, όπως λένε.  
      Μόνο μια μέρα, η Κυριακή, διέφερε γι’ αυτόν καθώς το πρωί πήγαινε στην εκκλησία κι ύστερα ξεκουράζονταν διαβάζοντας εφημερίδα. Γιατί αγαπούσε το διάβασμα και τα γράμματα ο παππούς αλλά δεν έτυχε ανάλογες ευκαιρίες στον καιρό του. Ούτε ήταν συνηθισμένος άνθρωπος για την εποχή του ο παππούς, απλά ακολούθησε το ¨κισμέτ¨ όπως το πίστευαν στην μακρινή Ανατολία. Αυτό που του έφερε και την τελική πράξη: όταν επιστρέφοντας πάντα πεζός απ’ την αγορά ένα μεσημέρι, όπου ανελλιπώς έδινε το παρόν στα γνωστά του ¨λημέρια¨ κρατώντας συνήθως ένα καλάθι [είχε αφήσει προ πολλού το καροτσάκι και τη δουλειά], δεν άκουσε φαίνεται -καθώς βαριάκουγε- το κορνάρισμα ενός νεαρού με μηχανάκι που με ορμή τον χτύπησε και τον έριξε κάτω… Έζησε ένα εξάμηνο μετά το ατύχημα σχεδόν κατάκοιτος, παλεύοντας σκληρά στα δικά του ¨μαρμαρένια αλώνια¨. Έφυγε για πάντα ένα συνηθισμένο ήσυχο ξημέρωμα στις 6 του Οκτώβρη για το δεύτερο μεγάλο ταξίδι του χωρίς επιστροφή κι ίσως ψάχνοντας να βρει όλα εκείνα που του στέρησε η ζωή.
       Μετά απ’ όλα αυτά, μου έρχονται στο νου κι ηχούν απρόσμενα στ' αυτιά μου κάποια λόγια του, που σε απροσδιόριστο χρόνο μου είχε πει: ¨Εμένα μ’ αγαπάει ο Θεός…¨               
       Γίγαντας φαντάζει και στα σημερινά μάτια μου ο παππούς, τώρα που στη μνήμη μου  ζωντανεύει, γιατί πράγματι σε σώμα και ψυχή έτσι ήταν.
        
       Φ. Κ.
       6 / 10 / 2017

================