Μαγιάτικο γλυκό απογευματάκι. Ο ήλιος λαμπυρίζει ακόμα, τώρα που οι μέρες σιγά σιγά μεγαλώνουν.
Στην μεγάλη αυλή οργιάζουν λουλούδια και πρασινάδες. Τα ταπεινά χαμομήλια που αφθονούν στην άπλα της αυλής άνοιξαν κι αυτά, ορθώνοντας το λεπτεπίλεπτο μίσχο τους δειλά, να χαρούν τη στιγμή. Τη στιγμή που κρατώντας την ανάσα της κάτι προσμένει… Μες στη σιγαλιά του ανοιξιάτικου δειλινού που απλώνεται γύρω κάτι στην ατμόσφαιρα πλανάται … Ως κι η τουλούμπα του νερού παράμερα στράγγιξε λες, δεν στάζει, από ώρα στέκει σιωπηλή. Τα ζωηρά τζαρτζάνια μη βρίσκοντας σταγόνα να πιουν, πέταξαν γι’ αλλού. Πεταλούδες και μέλισσες ακινητούν πάνω στ’ ανθισμένα λουλούδια. Μια σαύρα σύρθηκε και χάθηκε στα χόρτα του φράχτη. Κι η ναζιάρα γάτα του σπιτιού αθόρυβα κρύφτηκε στην πίσω αυλίτσα. . . Σαν όλα να
παραχώρησαν τη θέση τους στη στιγμή…
Μες στην απλόχωρη αυτή γαλήνη ένας νέος
άντρας, κοντά στα 39 του χρόνια, φάνηκε μπροστά στο παλιό σπιτάκι με τις
σιδεριές στα παράθυρα. Έφερε μαζί του
μια καρέκλα, την ακούμπησε δίπλα στην πόρτα και κάθισε σταυροπόδι. Δείχνει
συμπαθητικός με τα πυκνά σπαστά μαλλιά και το μαύρο μουστακάκι, ψηλός κι
αδύνατος, με μια αδιόρατη ανυπομονησία καθώς κάτι αναμένει…
Ξέρει, από την αδερφή του τη μοδίστρα, ότι τούτη την ώρα περίπου θα περάσει από κει μια
γνωστή της κοπέλα που εκτιμά ιδιαίτερα για να της κάνει πρόβα στο μαντό που της
είχε παραγγείλει. Του πρότεινε, λοιπόν, να τη δει … συλλογιέται κι η σκέψη του
διακόπτεται από το χαρακτηριστικό ήχο στις πλάκες της αυλής: τακ τακ, τακ τακ,
τακ τακ… Αεράτη, όμορφη μελαχρινή και μικροκαμωμένη φιγούρα, με την τσάντα της
περασμένη στο μπράτσο, κοντά στα 31 της χρόνια, τον προσπερνά :
-
Καλησπέρα !... του λέει καθώς σκέφτεται ότι θα 'ναι ο αδερφός τους και
προχωρά στο διπλανό σπίτι της ίδιας αυλής.
- Καλησπέρα
!... ανταπαντά … και δεν προσπερνά.
Στον απόηχο του ¨τακ τακ¨ των τακουνιών μια δόνηση μεταδίδεται στη μεγάλη αυλή.
Στον αντίλαλο της λέξης μια αύρα δροσιάς την ξυπνά από το λήθαργο. Στη στιγμή όλα
Στον αντίλαλο της λέξης μια αύρα δροσιάς την ξυπνά από το λήθαργο. Στη στιγμή όλα
γύρω ζωντανεύουν, κινούνται τώρα ζωηρά, ως και τα μουστάκια της γάτας φάνηκαν στου
τοίχου τη γωνιά, τιτιβίζουν τα πουλιά:
τοίχου τη γωνιά, τιτιβίζουν τα πουλιά:
Κάτι τρέχει στον αέρα
με
μια μόνο"καλησπέρα" !
Ξεγελάστηκε κι ο ήλιος
και παράτεινε τη μέρα...
Ήταν 1957. . .
Ευτυχώς ο έρωτας δεν προσπέρασε…
Ακολούθησε επίσημη πρόταση συνοικεσίου από την αδερφή-μοδίστρα...
Κι έτσι τώρα γράφονται αυτές οι γραμμές.
Ακολούθησε επίσημη πρόταση συνοικεσίου από την αδερφή-μοδίστρα...
Κι έτσι τώρα γράφονται αυτές οι γραμμές.
Στη στήλη ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ η τοπική εφημερίδα
έγραψε:
Δημήτριος Β. Κ…
Δέσποινα Ν. Ι…
Ηρραβωνίσθησαν
Βόλος 13 Ιουνίου 1957
Οι συγγενείς ευχήθηκαν ταχείαν την
στέψιν.
Ο γάμος έγινε, μετά 6 μήνες, στις 26
Δεκεμβρίου ημέρα Πέμπτη
"εν τω ιερώ Ναώ του Αγίου Κωνσταντίνου
και ώραν 3 μ.μ.", όπως ανέφερε το προσκλητήριο...
Ακολούθησε γαμήλιο ταξίδι με τρένο ως τη Λάρισα για ένα βράδυ.
Λες και ήταν χθες. . .
Φ. Κ.
21 / 9 / 2018

τι όμορφο ποσο συγκινητικό τι διαφορετικές εποχες....αθώες αδολες αλλα με ψυχη με μια αλλη ματια απεναντι στην αντίληψη της συμβίωσης της δημιουργίας οικογένειας με ελεος Θεού.... ποσο ταυτοχρονα ρομαντικά.. μπραβο Φλέρη καθε γραφή σου με συγκι εί....να εισαι καλά να μας τα θυμίζεις....
ΑπάντησηΔιαγραφή