Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Απογευματινός καϊφές



             
          Στην ώρα του πάντα και παντός καιρού την τελευταία πενταετία κυρίως, που οι συνθήκες το απαιτούσαν κι ο χρόνος ευτυχώς διατίθονταν.  Στις 6μ.μ. άντε ως εξiμισι, το αργότερο. Κι αν σπανίως  έφθανε 7 … ¨τόσο αργά…¨  έλεγε στιγμιαία κι αμέσως ¨θα πιω, να σου κάνω παρέα¨, δείχνοντας προτίμηση σ’ ένα φλιτζάνι  ¨τούρκικου¨ καφέ αχνιστού και μυρωδάτου.
          Χωρίς επιπλέον διατυπώσεις ξεκινούσε τελετουργική διαδικασία: έβγαινε το γκαζάκι απ΄το κάτω ντουλάπι, μετριούνταν το νερό στο μπρίκι, τα λεπτεπίλεπτα άσπρα φλιτζανάκια με το κρεμεζί τριανταφυλλάκι έπαιρναν τις γνωστές θέσεις αντικριστά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μόλις άναβε η φωτιά,  αναλάμβανε δουλειά το κουταλάκι: δυο ζάχαρη – δυο καφέ, γρήγορο  ανακάτεμα και σύντομη αναμονή. Μια- δυο βράσεις ανασηκώνοντας το μπρίκι να μην φουσκώσει πολύ, να βγει καϊμακλίδικος. Με χάρη και κίνηση από ψηλά στα φλιτζανάκια μετά, για να ‘χουν φουσκάλες. Η μαμά παρακολουθούσε με αδημονία: Έτοιμος! Το φιστικί κουζινάκι μοσχοβολούσε άρωμα του καφέ, ταιριαστός συνδυασμός. Όπως ταιριαστά κι απαραίτητα τα συνοδευτικά: κουλουράκι συνήθως, τσουρεκάκι άλλοτε, κάποιο γλυκό όπως το μπακλαβαδάκι που κυριαρχούσε όλες τις εποχές- σήμα κατατεθέν της μαμάς. Κι ως να στηθούν σβέλτα στο τραπέζι τέλειωνε κι ο εσπερινός που άκουγε στο ραδιόφωνο η μαμά, αλλά συγχρόνως τέλειωνε και τον καφέ της που πάντα τον έπινε μονορούφι και ζεστό-ζεστό. Από πάντα ο χρόνος της μετρούσε χωρίς καθυστερήσεις, ίσως να ‘ταν αυτό που την έκανε μετά από λίγο να με κοιτά παραξενεμένη λέγοντας : - Ακόμα πίνεις καφέ, δεν κρύωσε ; -Τον απολαμβάνω γουλιά-γουλιά, της απαντούσα κι εκείνη γελούσε.
          Το καφεδάκι έφερνε ζωηρή συνέχεια με ποικίλες ιστορίες απ’ τα παλιά η μαμά, πλαισιωμένες με ανάλαφρες δικές μου ποιητικές αναφορές […Το Λενιώ – χρήσιμα τα σχολικά ανθολόγια], με την παραμυθία παραμυθιών [Ο γάιδαρος κι ο λύκος-δεν είναι μόνο για παιδιά] και πάντοτε ανάγνωση.  Άλλοτε κατ’ ιδίαν, άλλοτε φωναχτά. Η μαμά απ’ τα θρησκευτικά περιοδικά της που ήταν συνδρομήτρια ακόμη,  εγώ όλο κι από κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο που φρόντιζα να υπάρχει. Δεν ξεχνώ, όταν της διάβαζα το: ¨Στου Χατζηφράγκου¨ του Κ. Πολίτη με τις πολλές τούρκικες λέξεις, που η μαμά ακούγοντάς τες αμέσως έσπευδε να μου τις εξηγεί καθότι γνώριζε τη γλώσσα από τον πατέρα της και τη θεία της που ήρθαν από τουρκόφωνες περιοχές της Μ. Ασίας γράφοντας τις λέξεις με ελληνικούς χαρακτήρες [η λεγόμενη καραμανλίδικη γραφή]: αχσαμ-λαρ χαϊρ-ολσούν=καληνύχτα, καρντάσιμ=αδερφέ μου κλπ. , εξελίσσοντας την ώρα σε σωστό ξενόγλωσσο μάθημα. ¨Κάλλιο αργά, παρά ποτέ¨ όπως έγραψα στο τετράδιο εκείνων των ημερών.
           Με κάποια απροσδιόριστη αφορμή, ανάμεσα στα παραπάνω, ξεκινούσε μεταξύ μας  ¨φοβερό ντουέτο¨:  ¨Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες… με μάθανε πώς ν’ αγαπώ…¨ που γέμιζε το μικρό κουζινάκι από παλιές μελωδίες – τραγούδια δημιουργώντας αναμνήσεις σε αποχρώσεις φιστικί: ¨Δυο πράσινα μάτια…¨ Κι όπως συμβαίνει συνήθως ήταν μη γίνει αρχή:
           ¨Mπεκλεντίμ ντι γκελμεντίμ…¨ , κι η μαμά ταυτόχρονα:¨ Περίμενα μα δεν ήρθες…¨  και συμπλήρωνε: - Ξέρεις τούρκικα ;
           Κι όπως η μουσική αυτή μας ταξίδευε σε βάθος χρόνου συνέχιζα ακάθεκτη:
           ¨σoϊλέ, σοϊλέ¨, μετέφραζε η μαμά: ¨πες μου, πες μου¨
           ¨ιτς μι μπενι σεβμεντίν? ¨    , δηλ. ¨δεν μ’ αγάπησες καθόλου; ¨  , και εδώ χειροκροτώντας:        -Έχω κόρη τραγουδήστρια [ ! ;] , έλεγε.
           Μετά από λίγο παίρνοντας η ίδια τη σκυτάλη έλεγε το παλιό τραγουδάκι [άγνωστο ως τότε σε μένα] σαν απάντηση στα λόγια του προηγούμενου τραγουδιού :      
 Χειμώνες – καλοκαίρια,
 βραδιές και μεσημέρια                                               
 εγώ θα σ’ αγαπώ, θα σ’ αγαπώ !
           Την εμψυχωτική ατμόσφαιρα συμπλήρωναν συχνά βήματα χορευτικά με τον Κόνιαλι  όπου η μαμά,πάντα καθιστή, κουνώντας ρυθμικά τα χέρια - ένα πάνω τ’ άλλο κάτω- μου ‘λεγε πως η θεία της έκανε έτσι τα χέρια δείχνοντάς της πώς χόρευαν στον τόπο της κρατώντας τα κουτάλια. Μ’ ένα ¨Ολμάζ¨-η μαμά εξηγούσε:¨ Δε γίνεται¨- κι ένα Καρσιλαμά που μάθαινα στο μικρασιατικό σύλλογο άναβε το κέφι για καλά κι η μαμά πάλι  χειροκροτώντας: - Έχω κόρη χορεύτρια [ ! ; ], έλεγε.
           Κάποιες φορές σειρά είχε κι η ζωγραφική. Με τη μαμά να κάνει το μοντέλο αλλά και την κριτική λέγοντάς μου ότι την έκανα να μοιάζει σαν γέρος. Στην καλή εκδοχή όμως: - Έχω κόρη ζωγράφο [ ! ; ], έλεγε.
           Τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές και μου φέρνουν στο νου ¨τα γραμμένα¨ με τη ¨ Γιατζιλαριανή¨ : 
 ¨       Την καλημέρα σου ‘φερα, δώσ’ μου την καληνύχτα.
          Εγώ δουλειά δεν είχα εδώ, μόνο για σένα ήρθα…¨ ,
 άραγε τι θα ‘λεγε η μαμά: - Έχω κόρη . . . . . . . . . [ ! ; ]
          Όπως και να ‘χει σημαντικό είναι να ζεις… και να θυμάσαι. Το σημαντικότερο…
          Όπως το φιστικί κουζινάκι με τα απογευματινά καφεδάκια του που γέμιζαν τον χρόνο μας με πραγματική πληρότητα και χαρά για τις δυο μας… ίσως γι’ αυτό το λόγο και μόνο να άξιζε ιδιαίτερη μνεία ο κατ' εξοχήν χώρος μέσα στον οποίο ξεδιπλώθηκε ο πραγματικός χρόνος ζωής της μαμάς.
               Φ. Κ.
           21 / 1 / 2019       

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Το όνειρο



      Πριν καιρό, ένα βράδυ ονειρεύτηκα το οικείο φιστικί [βεραμάν το 'λεγε γαλλιστί] κουζινάκι της μαμάς. Όπως έκανα κάθε απόγευμα, πήγα να πιούμε το καθιερωμένο πια καφεδάκι.
   Ανοίγοντας την πόρτα μια διάχυτη ιλαρότητα επικρατούσε στην ατμόσφαιρα χωρίς ν’ ακούγεται κουβέντα. Μπήκα χαμογελαστή. Η μαμά κάθονταν στην γνωστή της θέση, δίπλα στο τραπέζι, ακουμπώντας τα χέρια της πάνω στην περπατούρα που κρατούσε συνήθως μπροστά της τα τελευταία χρόνια. Το πρόσωπό της ήταν προσηλωμένο, ήρεμο και σοβαρό. Στέκονταν με σεβασμό.
     Η μαμά είχε επισκέψεις. Δυο κυρίες κάθονταν στις καρέκλες δεξιά κι αριστερά της πόρτας. Η μία είχε κοντά σγουρά μαύρα μαλλιά με λίγες σκόρπιες άσπρες τρίχες κι η άλλη γκριζόασπρα ίσια και κοντά με μια λεπτή- μακριά μύτη, ήταν τα λίγα χαρακτηριστικά που πρόλαβα να δω απ’ το πλάι τους μπαίνοντας, καθώς ο απογευματινός ήλιος έριχνε πάνω τους το τελευταίο του λαμπερό και συνάμα αχνό φως. Ήταν πρόσωπα για μένα άγνωστα.
      Απέναντι στο βάθος, κοντά στην σόμπα, κάθονταν ένα όμορφο κοριτσάκι ως 10  χρονών. Τα καστανόξανθα σπαστά μαλλιά του χωρισμένα στη μέση διακρίνονταν λίγο μπροστά. Αμέσως κινήθηκα προς το μέρος του και αυθόρμητα με τις παλάμες μου χάιδεψα τα μάγουλά του, λέγοντας :   - Εσένα πώς σε λένε ; - Σ ι μ έ λ α ! μου απαντά με δυνατή κοριτσίστικη φωνή. Μην έχοντας ξανακούσει τέτοιο όνομα σκεφτόμουν, καθώς παραμέριζα, ότι μάλλον ¨αλβανάκι¨ θα'ναι αυτό. Κι όπως προχώρησα προς την ανοιχτή πόρτα του διπλανού δωματίου-κρεβατοκάμαρας ρώτησα τη μαμά: - Οι κυρίες ποιες είναι ; Η μαμά σιωπούσε, και νομίζοντας ότι δε θυμάται, κάτι πήγε να πει η γυναίκα που τη βοηθούσε στο σπίτι κι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα τακτοποιώντας.  - Η μαμά να μας πει, είπα τότε και, μπαίνοντας κι εγώ στο διπλανό δωμάτιο…  ήταν σαν να προσγειώθηκα στην πραγματικότητα, δηλ. το όνειρο έσβησε ξαφνικά κι εγώ ξύπνησα κρατώντας ολοζώντανη την εικόνα.  
      Το ερώτημα έμεινε μετέωρο κι η απορία δε λύθηκε. Το όνομα όμως σφηνώθηκε καλά στο νου :      Σ ι μ έ λ α ! Το ερχόμενο πρωί με βρήκε γκουγκλάροντας και μου αποκαλύφτηκε το άγνωστο όνομα : Σιμέλα ή Σουμέλα από την Παναγία Σουμελά των Ποντίων στην μακρινή Τραπεζούντα και μοναστήρι στο όρος Μελά εκεί, με το ποντιακό ιδίωμα ¨σσου¨ που σημαίνει  ¨εις του¨ δηλ. εις του Μελά=Σουμελά. Πραγματική αποκάλυψη για μένα που δεν είχα ξανακούσει την πρώτη εκδοχή του ονόματος. Αλλά κι απορία μαζί που απ’ τα τόσα προσωνύμια της Παναγίας μου αποκαλύφτηκε αυτό το άγνωστο σε μένα και τόσο ιδιότυπο. Τώρα αν σκεφτώ πως απ’ την πλευρά της μαμάς της μαμάς μας υπάρχει καταγωγή απ’ την περιοχή εκείνη…, αλλά εμείς δεν ζήσαμε στο αντίστoιχο πολιτισμικό περιβάλλον κι αγνοούμε κάθε τι σχετικό. Πολλοί συνειρμοί … αλλά τους αφήνω εδώ…
     Εξάλλου δεν συνηθίζω ν’ ασχολούμαι περισσότερο με τα όνειρα, ούτε και τα θυμάμαι. Ήταν μια εξαίρεση στον κανόνα. Και μια αφορμή: Επισκεφτήκαμε μια Κυριακή πρωί την Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο της Μακεδονίας συνδυάζοντας ολοήμερη εκδρομή.
      Η σημερινή αναπόληση, όμως, μου θύμισε τα καθημερινά καφεδάκια με τη μαμά στο ζεστό φιστικί [ή βεραμάν δίνοντας έμφαση στις αποχρώσεις] κουζινάκι της. Ευκαιρία για καινούρια ιστορία, γι’ αυτό δεν βάζω τελεία εδώ αλλά τη λέξη :
       Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι
          Φ. Κ.
     19 / 1 / 2019