Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Το όνειρο



      Πριν καιρό, ένα βράδυ ονειρεύτηκα το οικείο φιστικί [βεραμάν το 'λεγε γαλλιστί] κουζινάκι της μαμάς. Όπως έκανα κάθε απόγευμα, πήγα να πιούμε το καθιερωμένο πια καφεδάκι.
   Ανοίγοντας την πόρτα μια διάχυτη ιλαρότητα επικρατούσε στην ατμόσφαιρα χωρίς ν’ ακούγεται κουβέντα. Μπήκα χαμογελαστή. Η μαμά κάθονταν στην γνωστή της θέση, δίπλα στο τραπέζι, ακουμπώντας τα χέρια της πάνω στην περπατούρα που κρατούσε συνήθως μπροστά της τα τελευταία χρόνια. Το πρόσωπό της ήταν προσηλωμένο, ήρεμο και σοβαρό. Στέκονταν με σεβασμό.
     Η μαμά είχε επισκέψεις. Δυο κυρίες κάθονταν στις καρέκλες δεξιά κι αριστερά της πόρτας. Η μία είχε κοντά σγουρά μαύρα μαλλιά με λίγες σκόρπιες άσπρες τρίχες κι η άλλη γκριζόασπρα ίσια και κοντά με μια λεπτή- μακριά μύτη, ήταν τα λίγα χαρακτηριστικά που πρόλαβα να δω απ’ το πλάι τους μπαίνοντας, καθώς ο απογευματινός ήλιος έριχνε πάνω τους το τελευταίο του λαμπερό και συνάμα αχνό φως. Ήταν πρόσωπα για μένα άγνωστα.
      Απέναντι στο βάθος, κοντά στην σόμπα, κάθονταν ένα όμορφο κοριτσάκι ως 10  χρονών. Τα καστανόξανθα σπαστά μαλλιά του χωρισμένα στη μέση διακρίνονταν λίγο μπροστά. Αμέσως κινήθηκα προς το μέρος του και αυθόρμητα με τις παλάμες μου χάιδεψα τα μάγουλά του, λέγοντας :   - Εσένα πώς σε λένε ; - Σ ι μ έ λ α ! μου απαντά με δυνατή κοριτσίστικη φωνή. Μην έχοντας ξανακούσει τέτοιο όνομα σκεφτόμουν, καθώς παραμέριζα, ότι μάλλον ¨αλβανάκι¨ θα'ναι αυτό. Κι όπως προχώρησα προς την ανοιχτή πόρτα του διπλανού δωματίου-κρεβατοκάμαρας ρώτησα τη μαμά: - Οι κυρίες ποιες είναι ; Η μαμά σιωπούσε, και νομίζοντας ότι δε θυμάται, κάτι πήγε να πει η γυναίκα που τη βοηθούσε στο σπίτι κι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα τακτοποιώντας.  - Η μαμά να μας πει, είπα τότε και, μπαίνοντας κι εγώ στο διπλανό δωμάτιο…  ήταν σαν να προσγειώθηκα στην πραγματικότητα, δηλ. το όνειρο έσβησε ξαφνικά κι εγώ ξύπνησα κρατώντας ολοζώντανη την εικόνα.  
      Το ερώτημα έμεινε μετέωρο κι η απορία δε λύθηκε. Το όνομα όμως σφηνώθηκε καλά στο νου :      Σ ι μ έ λ α ! Το ερχόμενο πρωί με βρήκε γκουγκλάροντας και μου αποκαλύφτηκε το άγνωστο όνομα : Σιμέλα ή Σουμέλα από την Παναγία Σουμελά των Ποντίων στην μακρινή Τραπεζούντα και μοναστήρι στο όρος Μελά εκεί, με το ποντιακό ιδίωμα ¨σσου¨ που σημαίνει  ¨εις του¨ δηλ. εις του Μελά=Σουμελά. Πραγματική αποκάλυψη για μένα που δεν είχα ξανακούσει την πρώτη εκδοχή του ονόματος. Αλλά κι απορία μαζί που απ’ τα τόσα προσωνύμια της Παναγίας μου αποκαλύφτηκε αυτό το άγνωστο σε μένα και τόσο ιδιότυπο. Τώρα αν σκεφτώ πως απ’ την πλευρά της μαμάς της μαμάς μας υπάρχει καταγωγή απ’ την περιοχή εκείνη…, αλλά εμείς δεν ζήσαμε στο αντίστoιχο πολιτισμικό περιβάλλον κι αγνοούμε κάθε τι σχετικό. Πολλοί συνειρμοί … αλλά τους αφήνω εδώ…
     Εξάλλου δεν συνηθίζω ν’ ασχολούμαι περισσότερο με τα όνειρα, ούτε και τα θυμάμαι. Ήταν μια εξαίρεση στον κανόνα. Και μια αφορμή: Επισκεφτήκαμε μια Κυριακή πρωί την Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο της Μακεδονίας συνδυάζοντας ολοήμερη εκδρομή.
      Η σημερινή αναπόληση, όμως, μου θύμισε τα καθημερινά καφεδάκια με τη μαμά στο ζεστό φιστικί [ή βεραμάν δίνοντας έμφαση στις αποχρώσεις] κουζινάκι της. Ευκαιρία για καινούρια ιστορία, γι’ αυτό δεν βάζω τελεία εδώ αλλά τη λέξη :
       Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι
          Φ. Κ.
     19 / 1 / 2019          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου