Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Συνειρμός



Ήταν μέρα γαλανή,
χωρίς ίσκιους, λαμπερή
που στο ραντεβού ακριβής
περίμενα με υπομονή
στην καρέκλα την οδοντιατρική
ψηλά στον πρώτο όροφο
μπροστά στην τζαμαρία.
Ατένιζα καθάρια την ατμόσφαιρα
στην απλωσιά της κεντρικής πλατείας.
Ξάφνου, απ’ το πουθενά,
ένα σμήνος περιστέρια
γυροφέρνουν στον αέρα.
Πλησιάζουν κυκλικά
στην τζαμόπορτα κοντά.
Σαν για λίγο με κοιτούν,
νοιώθω να μ’αναζητούν
…πρόσωπα αγαπητά
που περάσαν, καιρό πια,
στην άλλη όχθη τ’ ουρανού
κι είναι όντως αρκετοί
οι απρόβλεπτοι γνωστοί.
Σκέψη – εικόνα αστραπιαία
 χάνονται αυτοστιγμής
κι όλα γίνονται σαν πριν :
Μέρα εκθαμβωτική
στης αλήθειας τη στιγμή.

Φ. Κ. – 21 / 2 / 2019 -


Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Το κουζινάκι


        Από καιρό ζητούσε φρεσκάρισμα κι επιτέλους ήρθε η ώρα κι έφθασε πρωί-πρωί ο μπογιατζής να το βάψει …και να βάλει το χρώμα του στο τρίτο μέρος της ιστορίας.  Χρώμα φιστικί ή βεραμάν όπως αλλιώς μας το έλεγε η μαμά.
       Total φιστικί συνδυασμοί επικρατούσαν από πάντα στο χώρο αυτό και πάντα ο τοίχος του ανανεώνονταν με ανάλογες αποχρώσεις. Μόνιμα φιστικί από κατασκευής του το κουζινάκι, αφού τα πλακάκια δαπέδου με το μωσαϊκό σχέδιο ήταν σε φόντο ανοικτό πρασινάκι του φιστικιού με διάσπαρτες ασπρόμαυρες κουκίδες. Το ίδιο τα τετράγωνα μονόχρωμα πλακάκια πάνω από το νεροχύτη. Τα ντουλάπια της κουζίνας φτιαγμένα με φορμάικα σε δύο παρόμοιες αποχρώσεις: μία σκουρόχρωμη στο πλαίσιο, η άλλη ανοιχτόχρωμη στις πόρτες και τα συρταράκια με τα πόμολα στον σκουρόχρωμο τόνο. Συμπληρωματικά επίκτητα στοιχεία ενίσχυαν το total look : όπως το καρώ τραπεζομάντηλο σεταρισμένο με τα κουρτινάκια του πορτοπαράθυρου σε δύο διαφορετικές εκδοχές για να συναλλάσσονται, ως κι η πλαστική πιατοθήκη ήταν στον ίδιο χρωματικό τόνο. Μοναδικές λευκές πινελιές το μάρμαρο στον πάγκο της κουζίνας και το ψυγείο, καθώς κι ο καφετί όγκος της σόμπας πετρελαίου και της ηλεκτρικής κουζίνας. Δεν ξεχνώ και τις ξύλινες καφετιές καρέκλες που πλαισίωναν το στενόμακρο τραπέζι δημιουργώντας μικρή φιλόξενη αγκαλιά σαν της μαμάς.
       Και πώς να μην ήταν έτσι αφού αυτός ήταν ο δικός της πρωταγωνιστικός χώρος μες στο εικοστετράωρο και στο σπίτι. Τα υπόλοιπα δωμάτια μόνο υποβοηθητικά γι’ αυτή λειτουργούσαν. Από το πρωί ως αργά το βράδυ εκεί πηγαινοέρχονταν – τελειωμό δεν είχαν οι δουλειές με μαγειρέματα, μπαλώματα, μοδιστρικές επιδιορθώσεις στην παλιά ραπτομηχανή χειρός-, από κει ανοιγόκλεινε την πόρτα -η άλλη, η καλή, έμενε συνήθως κλειδωμένη- και μπαινόβγαινε στην αυλή και στις διάφορες εξωτερικές απασχολήσεις.
       Στο στενόμακρο αυτό κουζινάκι, καθισμένη στη γνωστή θέση δίπλα στο τραπέζι, συντροφιά με τη στοίβα των περιοδικών της -πνευματική τροφή δίπλα στην τροφή του σώματος εναλλάσσονταν διαδοχικά χωρίς παραμέληση-  σε φόντο φιστικί βρίσκαμε πάντα τη μαμά να μας περιμένει. Πότε τον έναν, πότε τον άλλον, άλλοτε τα εγγόνια, κάποιες φορές πολλούς μαζί να συνωστίζονται στο δωμάτιο, να γεμίζουν τα καθίσματα, να επιστρατεύεται και το σκαμνάκι κάτω από το τραπέζι. Σε εποχές καλοκαιρίας ν’ απλώνονται οι καρέκλες ως έξω στη μικρή βεράντα. Κι όλοι κάτι να περιμένουν από εκείνη όπως από ανέκαθεν μας είχε μάθει με την πρόθυμη κι επίμονη διαθεσιμότητά της : άλλος μερίδιο απ’ τη μοσχομυριστή ιδιαίτερη τυρο-ρυζόπιτα που ζεστή-ζεστή άρεσε πολύ στα εγγόνια ή ένα κομμάτι ογκραντέν μακαρόνια [μόλις έσβηνε το φούρνο – χτυπούσε το τηλέφωνο], άλλος το γνωστό καφεδάκι, άλλος ν’ ακούσει ξανά μία απ’ τις χιλιοειπωμένες προσωπικές ιστορίες της  -κάποιες συνδεδεμένες με την πόλη των  παλαιότερων καιρών-  και οπωσδήποτε όλοι να πάρουν  – ΤΟ - μπακλαβαδάκι που ανελλιπώς ανεφοδιάζονταν απ’ το γειτονικό ζαχαροπλαστείο.
        Καθώς ο απογευματινός ήλιος έπεφτε μέσα απ’ το πορτοπαράθυρο κατευθείαν πάνω στο φιστικί χρώμα του τοίχου έδινε μια λάμψη δειλινού στο δυτικό κουζινάκι. Ο μικρός χώρος φάνταζε τότε απείρως μεγαλύτερος. Ξεκαθάριζαν  μεγενθυμένα μέσα σ’ αυτό και φωτίζονταν χρώματα ξεχασμένα, εικόνες- ήχοι αλλοτινοί, μυρωδιές και γεύσεις  ακόμη πιο παλιές.  Απέπνεε η ατμόσφαιρα άρωμα κανέλας - απ’ το ρυζόγαλο που σερβίρονταν στα πιάτα τα βαθιά- και συνταίριαζε με τις μπλε-μοβ φλόγες της σόμπας που έκαιγε στο φουλ κρατώντας έξω μακριά την υγρασία του ψιλόβροχου, αφήνοντας μέσα στη ζεστή της αχλή διακριτή μόνο μια φιγούρα, αυτή της μαμάς μπροστά στο νεροχύτη να πλένει τα πιάτα τραγουδώντας :   ¨ Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα,  άστα ν’ ανεμίζουνε στον τρελό βοριά…¨  Μακρινή μουσική, απαλή όπως η ψιλή βροχή πλημμυρίζει, διαστέλλοντας μαζί, τον περιορισμένο χώρο και φέρνοντας στο προσκήνιο όλα τα παραπάνω, περασμένα και πιο πρόσφατα, σαν  ¨χίλιοι καλοί να χωρούν¨ εκεί :      
         Στο φρεσκοβαμμένο φιστικί ή βεραμάν κουζινάκι της μαμάς, ίδιο κι απαράλλαχτο στα τόσα χρόνια, που το ονειρεύτηκα ένα βράδυ πριν καιρό…

Υ. Γ.  Ένα τρίπτυχο στα τρία χρόνια μνήμης  
Φ. Κ.    – 2 / 2 / 2019 -