Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Μέρες καλοκαιρινές…

 Και τον Αύγουστο

θάλασσα με αμμουδιά

ανάσα δροσιάς.

 

Ο ήλιος καυτός

με μια φέτα καρπούζι

δροσιά φυσική.

 

Και τον Αύγουστο

μ’ ένα βιβλίο μαζί

ταξίδι δροσιάς.

 

Η μέρα ζεστή

πεύκα μ’ άρωμα καφέ

δροσιά πρωινή.

 

Και τον Αύγουστο

λαμπερή πανσέληνος

τόνωση δροσιάς.

 

Η νύχτα αργεί

βόλτα παραλιακή

δροσιά βραδινή.

 

Και τον Αύγουστο

γη, νερό, αέρας, φως

όπως και πάντα.    

[ χαϊκού ]

Φ. Κ. – 21 / 8 / 2020

  

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Η αυλή της γειτόνισσας


[ιστορία που περιλαμβάνει όσες περισσότερες λέξεις γίνεται απ’ τις παρακάτω:
αυγή, λεμόνι, σαράντα, φεύγω, κουνούπι, οφθαλμίατρος, πρόκειται, αμφιβολία, μπλε, καμπάνα, ζηλιάρης, δορυφόρος, ευχή, κρυφοκοιτάζω, νότα, περιποιημένος, ηχώ, τάμα]

   Κάθε αυγή ανοίγοντας το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας αντικρίζω μπροστά μου την αυλή της γειτόνισσας. 
   Κάτι σαν τάμα το’ χω να στέκομαι και να την κρυφοκοιτάζω. Πρόκειται χωρίς αμφιβολία για το  στολίδι της περιοχής.
   Αυλή πάντα περιποιημένη! Με τα λουλούδια της, θα ‘χει και σαράντα ποικιλίες -τι χαριτωμένα εκείνα τα μπλε αγριολούλουδα! Με τα οπωροφόρα της, η λεμονιά της παραφορτωμένη! Μόλις χθες έκοψε και μου ‘δωσε ένα λεμόνι… 
   Δεν φεύγω από κει πριν πάρω βαθιές ανάσες και κάνοντας την ευχή: Ν’ αποκτήσω κι εγώ κάποτε μια τέτοια πολύχρωμη νότα στη ζωή μου. Αν και δεν είμαι ζηλιάρα, εδώ τη ζηλεύω με την καλή έννοια.
   Σαν ηχώ φτάνει στ’ αυτιά μου η πάντα καμπάνα φωνή της:
-Εγώ δεν έχω παιδιά, παιδιά μου είναι τα λουλούδια! Με τέτοια ομορφιά αχρείαστος είναι κι ο οφθαλμίατρος, σχολιάζει με χιούμορ. 
-Το καλοκαίρι όμως όλο και κάποιο κουνούπι θα κάνει την εμφάνισή του, της λέω.
-Εε, τα υπέρ και τα κατά, μου απαντά γελώντας και σαν δορυφόρος συνεχίζει να τριγυρνά ποτίζοντας τα λουλουδικά της.   



[στην ιστορία μπήκαν όλες οι δοσμένες λέξεις]

Φ. Κ. 

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Πρώτη φορά που σκότωσα ένα δ ρ ά κ ο


   Κάποτε σ’ ένα κοντινό μας λόφο περπατούσαμε μαζί με τη γιαγιά μου μαζεύοντας χόρτα. Εκείνη μου μάθαινε, πηγαίνοντας λίγο πιο μπροστά μου, ποια είναι αυτά που τρώγονται και ποια τ’ άλλα, τα πικρά που είναι σκέτα δηλητήριο…
   Πέρασε ώρα πηγαίνοντας και πηγαίνοντας…
   Ήταν απομεσήμερο συννεφιασμένο και σιωπηλό. Η φύση, λες, κρατούσε την ανάσα της. Ξέπνοα έστεκαν θάμνοι και δέντρα. Ως και τα πουλιά ησύχαζαν κρυμμένα στις φυλλωσιές.    
   Εντωμεταξύ οι σακούλες μας είχαν σχεδόν γεμίσει, ως και μια μικρή που είχα εγώ και φρόντιζα να τη γεμίζω με τα δηλητηριώδη όπως τσουκνίδες κι άλλα.
   Ξαφνικά βρεθήκαμε στο άνοιγμα μιας σπηλιάς. Όλο περιέργεια έβαλα το κεφάλι μου μέσα να δω… Πριν προλάβουν να προσαρμοστούν τα μάτια μου στο σκοτάδι ακούω ένα μουγκρητό κι αιφνιδιαστικά ένα ανθρωπόμορφο τέρας όρμησε καταπάνω μου.
   Τι ήταν πάλι αυτό!  Ένας δ ρ ά κ ο ς ;
   Μην έχοντας κάτι άλλο για ν’ αμυνθώ, αστραπιαία, του πετώ το σακούλι με τις τσουκνίδες στο ολάνοιχτο στόμα…
   Αυτόματα το μουγκρητό έγινε ουρλιαχτό και το πελώριο κεφάλι  άρχισε να ταλαντεύεται δεξιά-αριστερά. Καπνοί και φλόγες βγήκαν απ’ τ’ αυτιά και το στόμα του. Κι ανέλπιστα το θεριό σωριάστηκε κάτω…
   Τρόμαξα τόσο πολύ που έφυγα τρέχοντας. Η γιαγιά ξοπίσω μου σταυροκοπιόταν. Απομακρύνθηκα κάμποσο κι ύστερα στάθηκα λίγο κοντανασαίνοντας για να την περιμένω  καθώς κι εκείνη με πλησίαζε φοβισμένη και βιαστική.
  - Απίστευτο; της λέω. Κι όμως αληθινό, οι τσουκνίδες μ’ έσωσαν…
   Πάνω στα λόγια αυτά ξέσπασε μπόρα δυνατή.
   Άφωνη η γιαγιά, ακόμα νομίζω, με κοιτάει…
   Ενώ εγώ ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα κι ακόμα νομίζω πως τρέχω μες στη βροχή…
   Από τότε έβαλα στο ενεργητικό μου: ΣΚΟΤΩΣΑ ΕΝΑ ΔΡΑΚΟ                                                                                                  
 [κείμενο φαντασίας με τίτλο δοσμένο με κλήρωση, γραμμένο στην ώρα της ομάδας πεζογραφίας]
Φ. Κ. 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Σπίτι. . . στη σκόνη του χρόνου















     Εκεί, στην αρχή της συνοικίας, μετά την ανηφόρα με τη μεγάλη γέφυρα του μυθικού Άναυρου - ξεροπόταμου πια, ξανοίγεται όλο ευθεία μπροστά ο κεντρικός δρόμος με τη συνεχόμενη κυκλοφορία των οχημάτων που σβήνει στο βάθος κοντά στους πρόποδες του λόφου της Γορίτσας. Μαγαζιά και σπίτια, ως επί το πλείστον καινούρια, παραστέκουν στου δρόμου την ασταμάτητη παρέλαση και την ζωηρή κίνηση στα φαρδιά πεζοδρόμια.
   Ανάμεσά τους, περπατώντας για λίγο αριστερά στην πολυσύχναστη ευθεία, βρίσκομαι κι εγώ : ένα έρημο και κλειστό, τα τελευταία χρόνια, σπίτι. Είμαι ξαπλωμένο κατά μήκος της μακριάς μου πρόσοψης σαν ρυτιδιασμένο γέρικο κορμί. Με το ‘να μάτι μου μισάνοιχτο προς το δρόμο, στο παραθυράκι του υπογείου για ν’ αερίζεται ο μικρός του χώρος, δυσκολεύομαι να παρακολουθώ τους ρυθμούς της σημερινής εποχής που με προσπερνά απαρατήρητα. Οι γρήγοροι βηματισμοί, οι ταχύτητες, τα καθημερινά κορναρίσματα δεν με αφήνουν αθόρυβα να ησυχάσω κι, ακόμα, ανεπαίσθητα κοντανασαίνω σε μια προσπάθεια ν’ αφουγκραστώ κι άλλες ανέλπιστες αλλαγές. Ποιος ξέρει ;…  Άλλωστε η ζωή μου διάβηκε μέσα σε αλλεπάλληλες αλλαγές. Έμαθα πια ευέλικτα να προσαρμόζομαι.
    Έτσι και τώρα, καθώς κίνηση και ζωή ολόγυρα με βγάζουν απ’ το λήθαργό μου, έχω το χρόνο κι αναθυμάμαι δόξες παλιές. Θυμάμαι πρώτα απ’ όλα τότε που γεννήθηκα, πριν έναν αιώνα περίπου, στην εξοχή μέσα σ’ ένα μεγάλο καταπράσινο αμπέλι, που το είχαν προίκα τους δυο αδερφές: η κυρά Μέλπω κι η κυρά Αλεξάνδρα. Χώρισαν το αμπέλι στη μέση και ύστερα μ’ έχτισαν μικροκαμωμένο μεν, αλλά γερό. Όμως το χτίσιμο είχε γίνει με δάνειο και σύντομα η Τράπεζα απειλούσε με κατάσχεση. Αντί, λοιπόν, να με πάρει η Τράπεζα με πήρε ο μικρασιάτης  πρόσφυγας, που μόλις είχε φθάσει απ’ την Πόλη όπου δούλευε, με τις λιγοστές του οικονομίες. Με τα χρήματα εκείνα χτίστηκε άλλο σπίτι στο βάθος, ξοφλήθηκε και το δάνειο. Οριοθετήθηκε κατόπιν με τσίγκους η μεγάλη μου αυλή από τους γείτονες, ενώ η σήτα με την αναρριχώμενη κόκκινη τριανταφυλλιά και τη γέρικη ελιά δημιουργούσαν ανάχωμα μπροστά στο δρόμο.
    Λιγοστά και διάσπαρτα μέσα σ’ αμπέλια κι ελαιώνες τα σπίτια, χωρίς σχέδιο πόλης τότε στην εξοχική περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν ο πατέρας με την τρίχρονη κόρη και τις δυο αδερφές του, βοηθοί στο μεγάλωμα της ανιψιάς τους. Τα χρόνια περνούν κι εγώ μεγαλώνω αφού μου πρόσθεσαν ένα ακόμη δωμάτιο, τη σάλα, όπου δεχόμασταν ευχές στις γιορτές, ενώ το υπόγειο με την εξωτερική σκάλα γίνεται μαγαζάκι με ψιλικά. Στην αυλή μου με το πηγάδι, τους δυο μεγάλους λαχανόκηπους και στη σειρά τους γκαζοτενεκέδες με τα λουλούδια, πέρα στην άκρη το κοτέτσι και δίπλα το πλυσταριό με το αποχωρητήριο απ' έξω - μακριά απ' το υπόλοιπο σπίτι, μαζί με το μικρό κορίτσι μεγαλώνουν τώρα κι άλλα δέντρα: μια αμυγδαλιά, μια συκιά, μια λεμονιά δίπλα στην πόρτα της κουζίνας, μια τζανεριά… Και στη μέση όλων στέκει στητή η κληματαριά σε ανάμνηση εκείνου του πρωταρχικού αμπελιού.
   Πριν προλάβουμε όμως να χαρούμε αυτήν την ομορφιά, μαύρα σύννεφα σκέπασαν τον ήλιο, εμάς τα σπίτια και την πόλη. Πόλεμος, έγινε πόλεμος! O κόσμος φοβισμένος κλείστηκε μέσα στο σπίτι. Οι σειρήνες με τον ανατριχιαστικό τους ήχο προειδοποιούν. Όλοι έμαθαν τα ¨Στούκας¨ που με τον χαρακτηριστικό τους βόμβο σπέρνουν την καταστροφή. Το υπόγειό μου από ψιλικατζίδικο γίνεται το πρόχειρο καταφύγιο της γειτονιάς, αλλά κι όσων βρίσκονται στη δύσκολη ώρα εκεί κοντά. Το φωτεινό μου πρόσωπο σκοτείνιασε, στα παράθυρα μπήκαν οι μπλε κόλλες της συσκότισης για να κρύψουν το αμυδρό φως απ’ τις λάμπες πετρελαίου που άναβαν τη νύχτα. Αγώνας επιβίωσης σκληρός που σημάδεψε ανεξίτηλα τις μνήμες στη γενιά της κατοχής.
   Με την απελευθέρωση η περιοχή άρχισε να μεγαλώνει, μπήκε στο σχέδιο πόλης, εγώ  βγήκα στο δρόμο μαζί με δυο-τρία άλλα διπλανά σπίτια. Η ζωή συνεχίζει γρήγορα να προχωρά, η κόρη γρήγορα μεγαλώνει, αρχίζουν παρέες με φίλες και βόλτες στην παραλία, κοινωνικοποιείται. Παράλληλα κι εγώ έδιωξα του παρελθόντος τις σκιές, γέμισα αισιοδοξία με τα τραγούδια που φθάνουν απ’ το γραμμόφωνο του γειτονικού σπιτιού, μαζί με την ωραία φωνή του κοριτσιού αντιλαλώ σύσσωμο σιγοντάροντας το σκοπό. Τα χρόνια σ’ αυτό το κλίμα περνούν…
   Η μεγάλη μου αυλή, το θυμάμαι ακόμα έντονα αυτό, ούτε που κατάλαβα πώς γέμισε με τόσες παιδικές φωνές. Οι περαστικοί ξαφνιάζονταν: ¨Καλέ, παιδική χαρά είναι εδώ;¨ Τα γειτονόπουλα φώναζαν στις μανάδες τους: ¨Θα πάμε στα παιδάκια!¨ κι έτρεχαν να μπουν στην αυλή και στο παιχνίδι. Μόνο τα πολλά δέντρα της αυλής ήξεραν και δεν παραξενεύονταν αφού ήταν παρόντα στην υποδοχή τους στο σπίτι. Κι ο ήλιος πρωί-πρωί σε γιορτή και καθημερινή έστελνε τις πιο παιχνιδιάρικες αχτίνες του με προτεραιότητα στο προσηλιακό μας μέρος όπου αχάραγα ο Αγγελής, ο γαλατάς, άφηνε στην πόρτα το γάλα κι η ραδιοφωνική φωνή της θείας Λένας μάς συντρόφευε στο πρωινό: Καλημέρα σας, παιδιά…
    Καθώς τα χρόνια συνέχισαν αμείλικτα να περνούν, μεγάλωσαν τα παιδιά  και πέταξαν αλλού τα ενδιαφέροντά τους έξω απ’ τον χώρο της μεγάλης αυλής. Κι εκείνη μες στη μοναξιά της σκέφτηκε ν’ αποτραβηχτεί, ώστε να ανοίξει ο στενός δρόμος μπροστά μου και να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των αυτοκινήτων που με τα χρόνια μεγάλωνε. Έτσι ήρθε ο Δήμος και πήρε το μέρος της αυλής και το δικό μου μέρος που εμπόδιζαν. Ο δρόμος έγινε φαρδύς, φαρδύ και το πεζοδρόμιο. Η αυλή όμως συρρικνώθηκε, έγινε αυλίτσα. Πάνε και τα πολλά δέντρα που τόσα είδαν κι άκουσαν όλα αυτά τα χρόνια. Κι εγώ…, δεν ξεχνιέται αυτό, μπερδεύτηκα κι άλλαξα προσανατολισμό: από ανατολικό που ήμουν, γύρισα πλευρό κι έγινα δυτικό. Ίσως για να βλέπω το μεγάλο δρόμο και, νοσταλγικά, να θυμάμαι τη μεγάλη μου αυλή.
   Κι ενώ τα παιδιά ζουν τις δικές τους προσωπικές ανακατατάξεις [άλλος για σπουδές, άλλος στο φανταρικό, άλλος… ] εγώ ταρακουνήθηκα λες κι έγινε σεισμός : Πέθανε ο παππούς! Πάει η αρχέγονη μορφή του παππού. Εμένα και τον παππού μάς είχαν σαν ¨ένα¨ στον κόσμο των παιδιών…  Μ’ όλα αυτά φάνηκε ν’ αδειάζω  ...προς στιγμήν. Γιατί ούτε πάλι πρόλαβα ν’ αντιληφθώ πώς τώρα γέμισα με τόσα εγγονάκια. Οι γονείς των παιδιών, παππούς και γιαγιά πια, ανέλαβαν δράση κι όλο με κάποιον τρόπο βοήθησαν στην ανατροφή τους.
   Πέρασαν χρόνια αρκετά... Οι γονείς των παιδιών γέρασαν αρκετά... Τα εγγονάκια ξεπετάχτηκαν γρήγορα και μεγάλωσαν αρκετά. Δύσκολα όλους να τους συντρέχουν. Γι αυτό κλείδωσαν εμένα και την αυλίτσα κι έφυγαν κάπου ψηλά, στον ουρανό με τ’ αστέρια, ώστε από κει όλους, άγρυπνα όπως πάντα, να προσέχουν και να μας βοηθούν.
   Κι εγώ κλειδωμένο πια και σιωπηλό χωρίς να παραπονιέμαι για τη σκόνη του χρόνου που ασχημίζει την όψη μου, αντί να γκρινιάζω στους περαστικούς για ηχορύπανση και τη σκόνη του δρόμου που με παρενοχλούν, κάνω κουράγιο και στέκω ΕΚΕΙ - αριστερά του κεντρικού δρόμου της συνοικίας, ανασύρω κάθε τόσο τις δικές μου σκονισμένες θύμησες της μακρόχρονης διαδρομής μου κι όλο με τα ίδια και τα ίδια σαν όλους τους ηλικιωμένους  α ν α π ο λ ώ …    
 Φ. Κ.         
                                    

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Σημάδι του Μάη


              Πάνε, αλήθεια, χρόνια 50 plus… Που κείνη η Πρωτομαγιά έπεφτε μέρα Κυριακή. Αργία έτσι κι αλλιώς. Κι ο κόσμος ξεχύθηκε στις εξοχές και στα χωράφια της αραιοκατοικημένης τότε συνοικίας πάνω από το ποτάμι του Αναύρου και περνώντας, κατηφορίζοντας προσεχτικά, μέσα απ’ αυτό έβγαινε στο ‘εξοχικό προάστιο’ της πόλης. Όσοι είχαν φίλους και συγγενείς εκεί, εκείνη  τη μέρα τους θυμόταν και τους επισκέπτονταν. Έπιαναν το Μάη με τα αγριολούλουδα που αφθονούσαν στην περιοχή και με τα μπουκέτα στο χέρι κατέληγαν στα φιλόξενα σπίτια των γνωστών τους.
              Κάπως έτσι, έφθασαν και στο σπίτι του νιόπαντρου ζευγαριού οι συγγενείς, που ήρθαν να δουν τον παντρεμένο εκεί αδερφό τους. Γέμισε η μεγάλη αυλή από φωνές  μικρών-μεγάλων, έριξε τη δροσερή σκιά της η κληματαριά στις δυο μεγαλύτερες αδερφές σαν ευχή για καλό μήνα, τα πολλά δέντρα τριγύρω κούνησαν τ’ ανθισμένα τους κλαδιά στέλνοντας απαλό αεράκι και καλωσορίζοντας τους ιδρωμένους απ’ το περπάτημα συζύγους τους και στο βάθος τα κακαρίσματα απ’ το κοτέτσι ενώθηκαν με τις παιδικές φωνές των τριών ανιψιών τραγουδώντας, λες, όλοι μαζί: Ο Μάιος μας έφθασε, εμπρός βήμα ταχύ, να τον προϋπαντήσουμε, παιδιά, στην εξοχή…  
              Γρήγορα πρόβαλλε στην πόρτα χαρούμενος ο αδερφός τους με τον πεθερό του καλημερίζοντάς τους και κουβαλώντας τις καρέκλες μες απ’ το σπίτι ως εκεί που ήδη βρίσκονταν η θορυβώδη παρέα, κάτω απ’ τον ίσκιο της κληματαριάς. Πιο πίσω ακολουθούσε αργά-αργά η ετοιμόγεννη νύφη τους: --  Καλώς ήρθατε! Καλό μήνα!
- Καλό μήνα! Και σε σένα καλή λευτεριά! Με το καλό!... έδιναν κι έπαιρναν οι ευχές.
- Καθίστε…, να σας ετοιμάσω ένα μεζεδάκι και να φέρω κάτι στα παιδιά …
                Κι όπως ήρθε σιγά-σιγά γύρισε και μπήκε στο κουζινάκι της να φέρει το κατιτίς και να περιποιηθεί τους καινούριους της συγγενείς. Σχεδόν δυόμιση χρόνια τώρα είναι παντρεμένη με τον αδερφό τους… συλλογιέται πως ο πρώτος χρόνος πέρασε με την λεπτή επέμβαση στο θυρεοειδή και την ανάρρωση του συζύγου στην Αθήνα, ο δεύτερος έφερε χαρμολύπη με την εγκυμοσύνη μεν, αλλά τη γέννηση ενός πεθαμένου μωρού και τώρα [με τι προσμονή!] από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Με τις σκέψεις αυτές ετοιμάστηκαν τα καλούδια και με το δίσκο στα χέρια [και την κοιλιά στο στόμα] βγήκε να τους τρατάρει. Κοντεύει μεσημεράκι κι άνοιξε η όρεξη στους πρωτομαγιάτικους επισκέπτες, που χαίρονται και φλυαρούν και τσιμπολογούν, αυτή την ηλιόλουστη ζεστή μέρα. Μέρα, Χαρά Θεού!... Απομεσήμερο πια έφυγαν ευχαριστημένοι οι συγγενείς, προτρέποντας τη νύφη τους να ξεκουραστεί. Κι ως να τελειώσει η μέρα, ήρθαν αχνά οι πρώτες ενοχλήσεις…
              Η επόμενη λαμπερή μέρα, λοιπόν, την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε, έφερε στον κόσμο μια …φωτεινή ‘μπουμπού’. Ευτυχισμένη η μαμά αγκάλιασε το νιογέννητο μωρό και πρώτα-πρώτα έσκυψε να δει τα δαχτυλάκια στα πόδια, μην πήραν το δικό της μικρό ελάττωμα. Όχι, ευτυχώς, ήταν σαν χτένια. Εκεί, όμως, δίπλα στον μικροσκοπικό αστράγαλο ένα σημαδάκι, ένα καφετί ανθοπέταλο. Πάνω στην ώρα, λαχανιασμένος έφτασε ποδηλατώντας από το εργοστάσιο, όπου δούλευε, ως την κλινική ο καινούριος μπαμπάς. ‘’Είναι σημάδι του λουλουδιασμένου Μάη’’, είπε και αστειευόμενος συνέχισε: ‘’Αν τη χάσουμε απ’ αυτό θα τη βρούμε!’’
               Κι αφού όλα πήγαν καλά, φάσκιωσε η μαμά το νεογέννητο, έτσι όπως συνήθιζαν τότε, το σκέπασε με τη ροζ-γαλάζια κουβερτούλα [δώρο θείας] και επέστρεψαν χαρούμενοι  στο σπίτι. Βγήκαν οι γειτόνισσες να δουν το μωρό και να ευχηθούν: ‘‘Αγοράκι είναι ; Να σου ζήσει!’’ πριν προλάβει η μωρομάνα να δώσει τη σωστή απάντηση. Αλλά κι αργότερα, μεγαλώνοντας, στη βόλτα με το καροτσάκι η ίδια ερώτηση: ‘‘Αγοράκι είναι; ‘’, τόσο που πλέον πίστευε ότι το ύφος του μωρού προμηνύει το φύλο του επόμενου παιδιού [...και δεν διαψεύστηκε!].
              Στο σπίτι, τώρα, μόλις ακούμπησε το φασκιωμένο μπουναμά στο μεγάλο κρεβάτι, αυθόρμητα  ήρθε του μπαμπά να πει: Έχουμε μια ‘φραντζολίτσα’! Από τότε έμεινε η λέξη κι έτσι την έλεγε. Ως και στα βαφτίσια, λίγους μήνες μετά-Δεκαπενταύγουστος ήταν, πριν προλάβει η νονά να πει τ’ όνομα αυτής Φ…, φ…, φραντζολίτσα! πρόλαβε στα γρήγορα ο μπαμπάς να πει και να βγει στο νάρθηκα του παλιού Αγίου Δημητρίου για  να σκορπίσει κέρματα στα παρευρισκόμενα παιδιά…
               Όπως γρήγορα περνούν οι μήνες, έτσι γρήγορα μεγαλώνουν τα μωρά κι αρχίζουν  φωνούλες, άναρθρες κραυγές ως και μικρές λεξούλες. Επικοινωνούν, ανταποκρίνονται, συμμετέχουν. Έτσι κάποια μέρα που η νονά το παίζει, το τραγουδά και ρωτά  το γνωστό :
''Πόσα παιδάκια έχει η μαμά; Ένα! , πες και συ… '' - '' Μπέντε! '', έρχεται η απάντηση.
 - '' Ε-ΝΑ!! '' , -'' Μπέντε!! '', - Ακούς, καλέ μαμά, τι λέει το παιδί;; Λες να κάνεις πέντε;; …
               
               Για την ώρα έχει δρομολογηθεί το δεύτερο μωρό. Πέρασε ο καιρός και πήρε τις φασκιές απ’ τη μαγιάτικη μπουμπού που τώρα δεν μοιάζει φραντζολίτσα και κανείς δεν την ονομάζει έτσι πια. 
Στάθηκε και στα πόδια της, πατά γερά στη γη και μόλις έγινε αυτό κατέβηκε απ’ το καρότσι και αδελφικά το παραχώρησε για το νεογέννητο μπέμπη πια. 
Εξάλλου το αγορίστικο ύφος γλύκανε, ομόρφυνε …έτοιμο για τη ρούγα. 
Γλυκό και το ύφος του μπέμπη,  να είναι προμήνυμα για τη συνέχεια;
                Κανείς δεν γνωρίζει εκείνη τη στιγμή, μόνο η μαμά χαμογελά με νόημα  κοιτάζοντας τις αλλαγές στη ζωή τους.
                Ένα μόνο παραμένει, αλήθεια, απαράλλακτα ίδιο για χρόνια 50 plus σαν αποξηραμένο πέταλο κάποιου μαγιάτικου λουλουδιού ...είναι το σημάδι του Μάη.  


               Φ.Κ.   2/ 5 / 2020  

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Ένα αγόρι γνωρίζει ένα κορίτσι


- Λυτρωτάαα, ο Θεός ευλοογητός ει… , στεντόρεια η φωνή του δεξιού ψάλτη γεμίζει ασφυκτικά την εκκλησία της ενορίας.
Πλησιάζει Πάσχα. Μεγάλη Εβδομάδα, ασφυκτιά κι ο κόσμος μέσα στο ναό συμμετέχοντας στις καθημερινές βραδινές ακολουθίες. Μέχρι πάνω στο γυναικωνίτη στριμώχνονται γυναίκες, κορίτσια, παιδιά. Προσπαθούν να ξεπροβάλλουν το κεφάλι τους παρακολουθώντας και οπτικά τα τελετουργικά συμβαίνοντα. Εκεί ανάμεσα βρίσκονται από ώρα δυο φίλες ως δεκατριών ετών, μαθήτριες γυμνασίου φαίνονται, προσέχουν στο βιβλιαράκι τούς ψαλμούς και κοιτάζουν την κοσμοσυρροή.
Είναι η στιγμή που μια ομάδα Προσκόπων μπαίνει μέσα πειθαρχημένα και στη σειρά. Ανοίγουν διάδρομο στο κέντρο, παρατάσσονται δεξιά-αριστερά κρατώντας μεταξύ τους ξύλινα κοντάρια, διευκολύνοντας το έργο των ιερέων και ρυθμίζοντας τη μετακίνηση των πιστών.
 Είναι η στιγμή που δυο βλέμματα συναντιούνται… Τυχαία κατ’ αρχάς. Φευγαλέα κατόπιν. Ανιχνευτικά σε λίγο. Ώσπου… προσγειώνονται δυο κοριτσίστικα μάτια στα μάτια ενός αγοριού εξεταστικά. Από τους προσκόπους. Να ‘ναι 15 χρονών;… εκεί. Από ώρα την κοιτούν επίμονα.
 – Εμένα κοιτάζει αυτός ;, λέει στη φίλη της.
 – Ξέρω κι εγώ.
 – Θα πάω στην άλλη πλευρά να σταθώ.
Στην άλλη πλευρά… σκουντώντας διακριτικά,  παραμερίζοντας ευγενικά χώνεται λοξά στο μικρό άνοιγμα που της κάνουν και… τα μάτια-ραντάρ την εντοπίζουν αυτοστιγμεί.
 Εκνευρίζεται : -Τι θες ; Τι κοιτάς ; του κάνει με κίνηση του χεριού, αγριεμένα. Τα μάτια τώρα χαμογελούν…
 Επιστρέφει πάλι κοντά στη φίλη της.
- Λυτρωτάαα…  ο ψάλτης. -  Καρδιοχτύπι - 
- …ο Θεός…  μελωδική η φωνή. -Ταραχή -   
- …ευλογητός ει… βυζαντινοί οι ύμνοι αντηχούν. - Τα γόνατα σαν να τρέμουν -
Τι συμβαίνει, αλήθεια ; απορεί καθώς γυρίζει κάπου-κάπου στο βλέμμα το  καρφωμένο πάνω της , στα χείλη που χαμογελούν. Όλα γύρω αχνά απ’ το θυμίαμα του παπά, απ’ τον καπνό των κεριών και μόνο ένα πρόσωπο μελαχρινό μ’ ακίνητα μάτια φωτίζει το χώρο…  
Τη σκηνή λες και την έχει παγώσει ο χρόνος!
Οι υπέροχες ψαλμωδίες σιγοντάρουν κι αυτές στο διαμειβόμενο σκηνικό.
Έτσι, φθάνει η στιγμή που ούτε κατάλαβε πώς βρέθηκε να κατεβαίνει τις σκάλες μέσα στο πλήθος, να την σπρώχνουν προς την έξοδο, να ακούει μια αγορίστικη φωνή να της μιλά : - Γεια σου… πώς σε λένε ;
Τα μάτια και το χαμόγελο… βρίσκονταν τώρα δίπλα της και στο ύψος τους.
- Λυτρωτάαα… ξεροκαταπίνει. - Π Α Ν Ι Κ Ο Σ -
Η μόνη αντίδραση που πρόλαβε να σκεφτεί και να κάνει ήταν να το βάλει στα πόδια, να χαθεί ανάμεσα στον κόσμο που έβγαινε απ’ το ναό, να εξαφανιστεί μες στο σκοτάδι της νύχτας, να κρυφτεί στη γνώριμη αγκαλιά του σπιτιού της…  ...  ... 

Ε...,τώρα κι εσείς... Τι κοιτάτε και τι θέλετε ακόμα να μάθετε… 
Αν άραγε εκείνο το πρώτο ερωτικό σκίρτημα προχώρησε σε γνωριμία ή... έμεινε πλατωνικό ;   
Τέλος ιστορίας ακόμη ανοιχτό... Προλαβαίνετε, δώστε την εκδοχή της φαντασίας σας!!                                                           
 Φ. Κ.   

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Ένα πορτρέτο

.. παλιάς ασπρόμαυρης φωτογραφίας 
        
          Ήταν κάποτε – έχει περάσει πολύς πολύς καιρός από τότε, χρόνια και δεκαετίες ολόκληρες -  ένα μικρό κοριτσάκι. Όμορφο και μελαχρινό. Φεγγαροπρόσωπο. Με γεμάτα γραμμένα χείλη, ψηλό πομπέ μέτωπο, ίσια σκούρα μαλλιά και μια ανεπαίσθητη μελαγχολία στο απορημένο βλέμμα.
          Εκείνο το βλέμμα που κοίταζε τον κόσμο με πρόωρη σοβαρότητα και συνεπακόλουθη ωριμότητα για ν’ αντιμετωπίσει, λες, δυσκολίες ζωής ιδιαίτερες, πέρα από τις σκληρές συνθήκες, για όλους, την εποχή εκείνη.
         Μικρασιάτικης καταγωγής οι γονείς, μες στο καράβι που τους έφερνε στον καινούριο τόπο έγινε η πρόταση κι η γνωριμία τους… Της έδωσαν το όνομα της γιαγιάς, που όμως δεν γνώρισε, Δέσποινα, όνομα που συνήθιζαν οι Έλληνες της Μ. Ασίας. Κάποιες φορές ο πατέρας τη φώναζε Δέσπω και κάποιοι γνωστοί Δεσποινάκι, μιας κι ήταν μικροκαμωμένη όπως η μητέρα της.
         Από τριών ετών μεγάλωσε χωρίς μητέρα κι ήταν αυτό ένας πόνος που κουβαλούσε συνέχεια μέσα της. Όμως πήρε αγάπη και στοργή από τις δύο θείες της, αδερφές του πατέρα, που ζούσαν μαζί. Συχνά ανέφερε τη θεία Άννα, που λόγω αρρώστιας σε παιδική ηλικία είχε μικρή διανοητική ανεπάρκεια, να την αγκαλιάζει και να την φιλάει όπου έβρισκε, στα μαλλιά, στο πρόσωπο δείχνοντας έτσι την αγάπη της. Εκείνη, όμως, που τη στάθηκε σαν μάνα ήταν η θεία της Μαρία, μεγαλύτερη αδερφή του πατέρα της.
        Η ιδιότυπη αυτή οικογένεια ζούσε σ’ ένα μικρό σπίτι με μεγάλη αυλή, πηγάδι και πολλά δέντρα που αγόρασε ο πατέρας της με τα λίγα χρήματα που έφερε μαζί του από την Πόλη, όπου δούλευε πριν τη μικρασιατική καταστροφή, για να ξεφύγουν απ’ την ασφυκτική διαβίωση της παράγκας όπου συνωστίζονταν όλοι μαζί και για καιρό οι πρώτοι πρόσφυγες της περιοχής Γυμναστηρίου. Το σπίτι αυτό ήταν ένα από τα λιγοστά που υπήρχαν τότε στην απομακρυσμένη συνοικία της Ν. Δημητριάδας, ανάμεσα σ’ ελαιώνες, αμπέλια και εκτός σχεδίου της πόλης ακόμα.
        Το μικρό κορίτσι μεγάλωνε, λοιπόν, σ’ αυτή την… εξοχή, αφού ένα σπίτι ήταν εδώ, άλλο ένα λίγο πιο κει και ένα τρίτο πέρα μακριά προς το λόφο της Γορίτσας, όπως χαρακτηριστικά έλεγε η ίδια.
        Όταν έφθασε ο καιρός να πάει σχολείο, έβαλε το καινούριο φουστάνι που της έραψε η θεία – φαρδύ φαρδύ και μεγάλο για να το φοράει χρόνια, εξάλλου ήταν χρόνια φτωχικά – πήρε το τετράδιο που φάνταζε τεράστιο δίπλα στη μικροσκοπική φιγούρα της και, καλόβολη όπως ήταν, υπάκουσε πρόθυμα στις υποδείξεις βάζοντας το ελεύθερο χέρι στη μέση, ολοκληρώνοντας γρήγορα την πόζα στην πρώτη της μαθητική φωτογραφία.
        Έτοιμη χωρίς καθυστέρηση, δρόμο παίρνει- δρόμο αφήνει, ακολουθώντας τη γνώριμη τώρα διαδρομή περνούσε μέσα από το ποτάμι [τον ξεροπόταμο Άναυρο], καθώς δεν υπήρχε το παλιό, πια, τσιμεντένιο γεφυράκι με τα σκαλάκια, και μαζί περνούσε στην  καθαυτό πόλη του Βόλου κατηφορίζοντας και κάποιες φορές τρέχοντας ως το 4ο Δημοτικό Σχολείο. Ήταν πορεία μακρινή για τα παιδικά πόδια, αλλά δεν υπήρχε [κοντά στ’ άλλα] το Δημοτικό Σχολείο της συνοικίας. Πολλές φορές, ιδίως σε βροχερές μέρες, πατώντας προσεχτικά πάνω στις πέτρες που είχαν τοποθετήσει οι περίοικοι δημιουργώντας μια υποτυπώδη διάβαση, το πόδι ξέφευγε και τσαλαβουτούσε στο νερό. Άντε τώρα να κάνεις μάθημα με βρεγμένο πόδι… Οι δυσκολίες πολλές, περισσότερες τον πρώτο καιρό που απ’ την εξοχή [όπως είπαμε] βρέθηκε στη βουή της πόλης. Όμως με το βολικό, πρόθυμο χαρακτήρα και την εξυπνάδα της, το τρομαγμένο και μαζεμένο αρνάκι της πρώτης χρονιάς, εξελίχθηκε από τάξη σε τάξη άριστη μαθήτρια σημείο αναφοράς των συμμαθητών της. Δεν ήταν λίγες φορές που την περίμεναν έξω απ’ την αυλόπορτα του σχολείου να φανεί για να τη ρωτήσουν τη λύση και το αποτέλεσμα στα προβλήματα της αριθμητικής και μ’ αυτό τον τρόπο να σιγουρευτούν για το δικό τους σωστό αποτέλεσμα. Και χαίρονταν όσοι είχαν το ίδιο αποτέλεσμα με τη Δέσποινα, οι άλλοι προσπαθούσαν να βρουν και να διορθώσουν το λάθος τους… Το σχόλασμα και η επιστροφή στο σπίτι ήταν λιγότερο μοναχικά, μιας κι είχε γίνει αγαπητή και δημοφιλής. Έχοντας τώρα συντροφιά συμμαθήτριες- φίλες ανηφόριζαν παρέα την κοινή διαδρομή ως το ποτάμι.
         Τελειώνοντας το σχολείο ο δάσκαλος προέτρεψε να συνεχίσει στο Γυμνάσιο κι η ίδια το ήθελε πολύ. Όμως η εποχή δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή για τα κορίτσια, που συνέχιζαν την εκπαίδευση αποκλειστικά στα του νοικοκυριού. Συν των αντιλήψεων, εκείνα τα χρόνια τα βιβλία που χρειάζονταν τα αγόραζαν οι ίδιοι οι μαθητές και ίσως[;] πλήρωναν και την εγγραφή τους, ένας επιπλέον λόγος αποτρεπτικός για τους περισσότερους. Έτσι κι ο πατέρας της δεν την άφησε να συνεχίσει το σχολείο [πόσο θα ήθελε να γίνει δασκάλα!], αλλά λόγω και των οικογενειακών συνθηκών ήταν αναγκαία η παρουσία κι η φροντίδα της στο σπίτι. Άλλωστε το είχε καταλάβει: Αυτή γεννήθηκε για τα δύσκολα και πάνω σ’ αυτά να υπηρετεί.
        Πάνω εκεί, όμως, στις συζητήσεις για το μέλλον της μικρής Δέσποινας συμφώνησαν με την πρόταση μιας παλιάς συμμαθήτριάς της να πάνε μαζί σε μοδίστρα και να μάθουν ραφτική. Υπήρχε, άλλωστε, στο σπίτι η χειροκίνητη ραπτομηχανή αγορασμένη για τη μητέρα της. Έτσι η ποδαράτη διαδρομή άλλαξε προσανατολισμό, φτάνοντας τώρα από Αναλήψεως ως την Ιωλκού, στο μοδιστράδικο. Καινούριο ενδιαφέρον και πεδίο δράσης με επιδόσεις αξιόλογες κι εδώ. Καθώς το ένα φέρνει τ’ άλλο είπαν  να μάθουν Γαλλικά ώστε να καταλαβαίνουν τα γαλλικά φιγουρίνια της μοδίστρας, ήταν και του συρμού η γλώσσα αυτή. Όμως μικρό διάστημα παρακολούθησε τα μαθήματα της γαλλικής και σταμάτησε λόγω του οικονομικού. Η δασκάλα των Γαλλικών, πάλι, βλέποντας την ευκολία με την οποία μάθαινε την καινούρια γλώσσα και την όρεξη για μάθηση, της παράγγειλε μέσω της φίλης της να πηγαίνει στο μάθημα κανονικά χωρίς να πληρώνει δίδακτρα, απλά να παρακολουθεί.
         Αλλά λίγους μήνες πρόλαβαν να συμβούν όλα τα παραπάνω γιατί άλλα γεγονότα, μαύρα, ήρθαν και παρέσυραν όλους, μικρούς – μεγάλους, σ’ έναν παράλογο ρυθμό. Πόλεμος! Έγινε πόλεμος! Εκεί, σταμάτησαν όλα... Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του. Οι σειρήνες της πόλης άρχισαν ανατριχιαστικά να φωνάζουν και να προειδοποιούν. Σε λίγο όλοι έμαθαν τα ‘’Στούκας’’ που με τον χαρακτηριστικό βόμβο τους, πλησίαζαν, σπέρνοντας την καταστροφή. Το υπόγειο του μικρού σπιτιού με την εξωτερική σκάλα, από ψιλικατζίδικο που λειτουργούσε, έγινε το πρόχειρο καταφύγιο της γειτονιάς. Και μαζί με κείνους κι όσοι περαστικοί βρίσκονταν την δύσκολη ώρα εκεί γύρω, έτρεχαν σ’ αυτό να προφυλαχθούν. Όπως ένας άγνωστος στρατιώτης που όρμησε αλαφιασμένος και κουλουριάστηκε σε μια γωνιά τρέμοντας περισσότερο απ’ όλους, δείχνοντας μ’ αυτό τον τρόπο πόσο τον επηρέασε ψυχικά η εμπόλεμη κατάσταση. Ακολούθησε η υποχρεωτική συσκότιση, καλύπτοντας με μπλε χάρτινες κόλλες τα τζάμια, ώστε να μη διακρίνεται το λιγοστό εξάλλου φως από τις λάμπες πετρελαίου που χρησιμοποιούσαν τότε. Άρχισαν οι ουρές για τα τρόφιμα, αλλά και το δελτίο στο ψωμί. Άρχισε η φοβερή πείνα της Κατοχής. Σ’ όλα αυτά η έφηβη Δέσποινα έτρεχε στην αγορά, με τα πόδια στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, να περιμένει στην ουρά για λίγο γάλα κι όταν έφτανε η σειρά της το γάλα να ‘χει τελειώσει... Είδε με τα μάτια της την απελπισία των πεινασμένων στους δρόμους να ψάχνουν στα σκουπίδια, αλλά και το αποκρουστικό θέαμα των πεθαμένων στο κάρο του Δήμου που τους μάζευε. Όπως και την απάνθρωπη εικόνα των κρεμασμένων στα δέντρα της πλατείας Ελευθερίας.  Συχνά με τη θεία της πήγαιναν ως τους πρόποδες της Γορίτσας για να μαζέψουν χόρτα και σαλιγκάρια. Κάποια φορά μαζί με τον μπάρμπα-Γιάννη, το μεσήλικα γείτονα, έφθασαν περπατώντας ως τον κάμπο του Βελεστίνου για να μαζέψουν τα πεσμένα σιτάρια από τα χωράφια, ζώντας την αγωνία κάθε που περνούσε κάρο από κει κοντά. Αγώνας επιβίωσης σκληρός που έθρεψε την ιδιαίτερη γενιά της κατοχής κι ήταν αυτό το φορτίο που στοίχειωσε όλη τους τη ζωή.          Με την απελευθέρωση άρχισε κι η περιοχή να μεγαλώνει […μπήκε πια στο σχέδιο, το σπίτι βγήκε στο δρόμο…], καινούριες οικογένειες έρχονται στη γειτονιά. Η ζωή αφήνει πίσω τα δύσκολα και προχωρά. Απ’ το γειτονικό σπίτι με το γραμμόφωνο φθάνουν τραγούδια και μουσικές. Η μικρή Δέσποινα μεγαλώνοντας αγαπάει πολύ τη μουσική, ακούει τα τραγούδια από δίπλα, τα μαθαίνει εύκολα και με την ωραία της φωνή τα σιγοτραγουδά:
- Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα, άστα ν’ ανεμίζουνε στον τρελό βοριά…
- Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες…
- Το γελεκάκι που φορείς…
- Μοναξιά φτάνεις κάποτε μοιραία…
          Τραγούδια που γεμίζουν το σιωπηλό σπίτι, φτιάχνουν τη διάθεση, διώχνουν μακριά τις σκιές και αναδύουν το νεανικό πρόσωπο, χαρούμενο κι αισιόδοξο, της Δέσποινας. Τραγούδια που θα τη συντροφεύουν ως τα γηρατειά. Για την ώρα την συνοδεύουν οι φίλες της για μια βόλτα στην παραλία. Κι άλλες φορές πάλι βρίσκει συντροφιά κι ενδιαφέρον στην οικογένεια με τα πολλά παιδιά, ένα δρόμο πάνω από το σπίτι της. Εκεί νιώθει συμπαράσταση και στήριξη, δημιουργείται σχέση ζωής, κάτι σαν τους συγγενείς που δεν είχε. Αργότερα συνδέεται με χριστιανικές ομάδες και μέσα απ’ αυτές κάνει καινούριες φιλίες. Γνωρίζει έναν άλλο κόσμο ενθουσιώδη, συμμετέχει στις εκδηλώσεις, σε κατασκηνώσεις καλοκαιρινές, επικοινωνεί.
Από εκεί, οι δυο γνωστές της αδερφές, της κάνουν πρόταση για τον αδερφό τους. Γίνεται η συνάντηση στο σπίτι της μοδίστρας αδερφής και το συνοικέσιο ευοδώνεται. Έτσι τώρα μπαίνει στη ζωή της ο Δημητράκης- για κείνη τον πρώτο καιρό, ή αλλιώς ο Μήτσος, όπως όλοι τον έλεγαν. Τα χρόνια περνούν και τα παιδιά έρχονται... Πέντε χαρές είναι αρκετές να καλύψουν όλα τ’ άλλα [αναποδιές, δυσκολίες, στεναχώριες] και να δώσουν μόνιμη λάμψη στο πρόσωπο της μαμάς πια Δέσποινας.
         
           Καθώς η συνοικία συνέχιζε να μεγαλώνει, μεγάλωσαν γρήγορα και τα παιδιά κάνοντας εκείνο, το μικρό κοριτσάκι που μεγάλωσε στην εξοχή, μια ηλικιωμένη πλέον γιαγιά μ’ εγγόνια. Που καθημερινά σχεδόν έβγαινε με το μπαστουνάκι της κούτσα-κούτσα στην πολυσύχναστη πια γειτονιά. Τελευταία, αθόρυβα και διακριτικά, κάθονταν πού και πού  στην βεραντούλα της χαζεύοντας τον πολύβουο τώρα και τον πιο κεντρικό δρόμο της περιοχής μ’ απορημένο μεν, αλλά πάντα ζωηρό βλέμμα. Κι ήταν στιγμές που το βλέμμα αυτό άφηνε όλα τ’ άλλα και θαύμαζε το καταγάλανο χρώμα τ’ ουρανού ταξιδεύοντας στον αψεγάδιαστο, όπως τον έλεγε, ουρανό της. . .
           Έκτοτε όλοι έχουν να το λένε:
           Ήταν κάποτε, και δεν έχει περάσει πολύς πολύς καιρός από τότε, μια μικροσκοπική καλόκαρδη γιαγιά, με ολόασπρα μαλλιά, η Δέσποινα, που είχε βλέμμα φωτεινό και το τραγούδι έτοιμο στα χείλη ως τα βαθιά γεράματά της. . .

Φ.Κ.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Εαρινή ισημερία



Ένα ζευγάρι
-τώρα, αύριο, πάντα-
αγαπημένο

Δύο μονάδες
-τώρα, αύριο, πάντα-
σε συνύπαρξη

Τρεις λέξεις μαζί
-αλληλοπεριχώρηση-
η σχέση ζωής

[ χαϊκού]       
Φ. Κ. – 21 / 3 / 2020 - 

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

Έξοδος για φαγητό



     Προχωρημένο φθινόπωρο, όμως ο καιρός κρατούσε ήπιος και ζεστός. Λαμπερή ξημέρωνε η Κυριακή που σε προκαλούσε να ντυθείς και να βγεις στη λιακάδα.
     Σε τέτοιες συνθήκες ετοιμαστήκαμε και μείς, ορεξάτοι και βιαστικοί, τηλεφωνώντας σε δυο ζευγάρια συγγενικά και ορίζοντας ραντεβού για μεσημεριανό φαγητό στην πλατεία του γνωστού, για τα ψητά του, χωριού.
     Η διαδρομή ως εκεί ευχάριστη, τοπίο ήμερο, οικείο, ο ουρανός καταγάλανος, χρώματα …ελληνικά. Η μουσική υπόκρουση στο αυτοκίνητο δημιουργούσε ανάλαφρη διάθεση, η εξοχή άνοιγε και την όρεξη…
     Η πλατεία, λες και μας περίμενε μαζί με τους γνωστούς μας, καθαρή με τραπεζάκια στρωμένα έξω κάτω από τις πυκνόφυλλες μουριές. Ολόγυρα κίνηση και ζωή. Παιδάκια έτρεχαν κι έπαιζαν στην απλωσιά της, στις άκρες ντόπιοι παραγωγοί πουλούσαν τοπικά προϊόντα.
     Συμφωνήσαμε να καθίσουμε στην Ταβέρνα-Ψησταριά που βρίσκονταν μπροστά μας από δεξιά μεριά και που μας καλωσόριζε ανεμίζοντας πολύχρωμα και γαλανόλευκα σημαιάκια. Έξω, στον ίσκιο μιας μουριάς δώσαμε την παραγγελία μας στον νεαρό σερβιτόρο. Κι ως να στρωθεί με ορεκτικά, σαλάτες και ψητό το τραπέζι μας, γέμισαν και τα υπόλοιπα τραπέζια από κόσμο.
     - Κοσμοσυρροή λόγω καλοκαιρίας σήμερα, διαπίστωσε το γκαρσόνι καθώς απομακρύνονταν  για να μας φέρει και το παραγγελμένο μας ήδη κοντοσούβλι.
     Η ώρα περνούσε με το τσιμπολόγημα και την κουβέντα, περνούσαν κι οι δίσκοι με τις μυρωδιές. Να, τώρα, σε μας έρχεται η πιατέλα με τα κρεατικά…
Μπα, προσγειώθηκε στη διπλανή παρέα. Η επόμενη θα ‘ναι για τη δική μας.
    Αναμονή, τσούγκρισμα ποτηριών, άδειασαν τα πιάτα, ξεροσφύρι …κουβεντούλα.
Κι άλλη πιατέλα πέρασε …για παραδίπλα. Κατανόηση, έπεσε μαζεμένη δουλειά.
Ποιος ξέρει πόσες ακόμα πιατέλες θα περνούσαν αστραπή από μπροστά μας, αν ένας απ’ την παρέα δεν σήκωνε το χέρι κάνοντας νόημα στο δραστήριο γκαρσόνι.
 – Έρχομαι, έρχομαι, κάνει έκπληκτος.
 Έρχομαι κι εγώ, του λέει ο δικός μας πηγαίνοντας μέσα για να δει τι συμβαίνει.
 Έρχεται τώρα αμέσως, του λένε εκεί, κάποιο μπέρδεμα έγινε…
 Πράγματι ήρθε γρήγορα, ζητώντας και συγνώμη, προσγειώνοντας στο τραπέζι μας μια απ’ τα ίδια δηλ. πιατέλα με ψητό που ήδη είχαμε σερβιριστεί.
 – Κοντοσούβλι περιμένουμε… διαμαρτυρόμαστε.
– Συγνώμη μας τελείωσε… σερβίρει με θράσος την απάντηση.
– Μετά τόση ώρα μας λες αυτό; Θα απευθυνθούμε στη διεύθυνση του μαγαζιού… του αντιγυρίζουμε μαζί με την πιατέλα.
    Ο σερβιτόρος μασάει τα λόγια του, παίρνει πάνω του την ευθύνη [ή έτσι καθοδηγήθηκε να πει…] και παρακαλεί να μην φθάσει το θέμα στο αφεντικό. Τέλος πάντων, λέμε, φέρε μας το λογαριασμό. Πες πως φάγαμε πιο ελαφριά, αν και ποιος καλύπτει ποιον εδώ, μουρμουρίζουμε αφού ξέραμε πως το θέμα το γνώριζαν μέσα.
     Κι ενώ διαμαρτυρίες με χειρονομίες πλανώνται στον αέρα κι απ’ τα τριγύρω τραπέζια, φθάνει σε μας …το αρχικό ¨μπακαλόχαρτο¨ της  παραγγελίας μας με λαδωμένο δακτυλικό αποτύπωμα και το ποσό.
    – Φέρε μας και μια απόδειξη… [!], εκνευρίζεται η παρέα που μετά τόση δυσαρέσκεια αυτοί σφύριζαν αδιάφορα κι ανεύθυνα κάνοντας το χαζό. Τους χρειάζεται ένας εφοριακός εδώ , σκεφτόμαστε καθώς ο δεινός σερβιτόρος ξεροκαταπίνει ένα : μάλιστα…
     Τελικά ήρθε πακέτο :  απόδειξη μαζί με πορτοκαλόπιτα. Τουλάχιστον φάγαμε γλυκό.     
     Α, ρε Ελλαδίτσα της κρίσης… και πώς να βγεις απ’ αυτήν! Με τον Ελληνάρα σου, τον ανοργάνωτο, τον επιπόλαιο, τον παλιμπαιδίζοντα κι αντιεπαγγελματικό !!!
Μια μπουκιά είσαι, όλο άρωμα και χρώμα
κι απ’ ανθρώπους …άρπα-κόλλα.
 Φ. Κ. – 22 / 1 / 2020


Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

Μια ιστορία με το κατοικίδιό μου



    Δεν πάει καιρός που μπαινοβγαίνει στο σπίτι μας και στη ζωή μας η Foxy.
    Η σκυλίτσα του γιου μας που σαν εκείνος την πρωτοαντίκρισε, υιοθετώντας την, του θύμισε …αλεπουδίτσα. Κι  όντως παρέπεμπε μικρή στο ζώο αυτό, καθώς είχε τσιτωμένα αυτιά, έξυπνα μάτια, τριγωνικό πρόσωπο με σκούρο χρώμα που ο χρόνος ξάνοιξε κάνοντας και πάνω της τις αλλαγές του.
    Όταν, λίγο αργότερα, την έφερε και στο δικό μας σπίτι, πανέξυπνη και ζωηρή- περίεργη και παιχνιδιάρα, κατέκτησε …εμάς και το σπίτι. Ιδίως αυτό το δεύτερο δεν του άφησε γωνιά για γωνιά ανεξερεύνητη κι όπως ήταν μικρούλα [λίγων μόλις μηνών] χώθηκε κάτω από τραπεζάκια και καναπέδες μυρίζοντας τα πάντα.
     Ένας μόνο χώρος έμεινε [και παραμένει] άβατος  γι ΄ αυτήν: η κρεβατοκάμαρά μας. Εκεί βρίσκει την πόρτα πάντα κλειστή. Είναι ένα από τα πράγματα που έχει ήδη μάθει και κοντοστέκεται μπροστά της ακόμα κι αν ξεχαστεί ανοιχτή. Μια τέτοια φορά πρέπει να ‘ταν, λοιπόν, όταν ακούσαμε τα έντονα γαυγίσματά της να έρχονται απ’ το συγκεκριμένο  δωμάτιο. Έτρεξα πρώτη εγώ και τι να δω! Τη σκυλίτσα μας να ορμά με αυτοπεποίθηση γαυγίζοντας σε κάτι και συνάμα να οπισθοχωρεί ένα-δυο βήματα διστακτικά. Κι άντε πάλι το ίδιο. Τι είχε συμβεί; Μπαίνοντας στο δωμάτιο αριστερά είναι η ντουλάπα και το πορτόφυλλο με τον εσωτερικό ολόσωμο καθρέφτη ήταν ανοιχτό. Η Foxy βλέποντας στον καθρέφτη τον εαυτό της αντιδρούσε δεόντως. Γαύγιζε στο σκύλο που έβλεπε απέναντί της. Σταθήκαμε και κάναμε χάζι. Εκείνη, αγνοώντας μας, συνέχιζε την υπεράσπιση του χώρου από τον εισβολέα. Γίνονταν όλο και πιο τολμηρή, πλησίαζε κοντά, οσμίζονταν μύτη με μύτη τον άγνωστο, αντιγύριζε και σε μας δυο γαβ-γαβ σαν να έλεγε: Με βλέπετε εμένα, δεν κιοτεύω! Και δώσ’ του ξανά… Με τα πολλά μάλλον βαρέθηκε και αδιαφορώντας για τον συναγωνιστή, εγκατέλειψε δωμάτιο και ¨σκύλο¨, αφήνοντάς μας εκείνη τη χαριτωμένη ανάμνηση.     
    Πάει καιρός που η Foxy δεν γαυγίζει πια στο είδωλό της, αλλά… ασκεί το σπορ σ’ ό, τι άλλο κινείται μπροστά στην αυλή του σπιτιού μας όπου κάθεται και περνάει έτσι …ενεργά τον χρόνο της. Δείχνοντας πρωταρχική αδυναμία στις γάτες ακολουθούν οι  σκύλοι, άνθρωποι ως και¨ πουλί πετούμενο¨ δεν ξεφεύγει της προσοχής της.
    Με τα γαυγίσματά της δηλώνει την παρουσία της στη γειτονιά κι όλοι λένε:
    - Ήρθε πάλι η Foxy απ’ την Αθήνα!
     Κι εκείνη  ακούραστα επιβεβαιώνει:
    - Γαβ-γαβ-γαβ, μα φυσικά!...
Φ. Κ. – 15 / 1 / 2020