Εκεί, βρίσκεται ένα σπιτάκι χαμηλό σαν παιδική
ζωγραφιά με μια πόρτα στη μέση, δυο παράθυρα από δω κι από κει και σκεπή με
κεραμίδια. Ο τοίχος του τούβλινος κάθε χρόνο φρεσκάρεται σε τόνους ανοιχτόχρωμους. Τα αναγκαία χρειώδη βρίσκονται έξω στο πίσω αυλιδάκι δηλ. η βρύση με το νεροχύτη
[για χρέη κουζίνας], το αποχωρητήριο [και χώρος μπάνιου] και πάνω σ’ ένα παλιό
μπαούλο η σκάφη όπου μουλιάζουν τα ρούχα που πλένονται όλα στο χέρι.
Σ’ αυτό το απλοϊκό περιβάλλον ζει μια απλοϊκή
μεσόκοπη γυναίκα, η κυρα-Γαριφαλιά. Χήρα από χρόνια και χωρίς παιδιά.
Νοικοκυρά καθαρή φροντίζει απαράλλαχτα κι ανελλιπώς το γραφικό αυτό σκηνικό μέσα
στο οποίο βρέθηκε να διαφεντεύει σαν από πάντα.
Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει άλλοτε σκουπίζοντας την αυλή ή ποτίζοντας τα λουλουδικά της και τακτικά απλώνοντας στο μακρύ σχοινί της μπροστινής αυλής, ένα ένα στη σειρά, τ’ ασπρόρουχα της μπουγάδας της. Κι όπως ήξερε από παλιά να κάνει, ανασηκώνει στη μέση το βαρύ απ’ τα ρούχα σχοινί με το ψηλό διχαλωτό κλαδί, για να στεγνώνουν γρήγορα. Κι όπως αυτά ανεμίζουν σαν άλλα καραβόπανα νομίζεις πως βλέπεις ανθισμένο καράβι που πλέει κάτω απ’ τον απέραντο θόλο τ’ ουρανού.
Τότε είναι που ξαφνιάζονται κι
οι γάτες της αυλής κι όπου φύγει-φύγει σκορπίζουν στη γειτονιά. Γιατί η
κυρα-Γαριφαλιά αγαπάει πολύ τα ζώα [13 χρόνια κι ο δικός μας σκύλος έζησε
έμπρακτα την αγάπη της] …μα αδυναμία έχει στις γάτες. Πρωί-πρωί αυτές αρχίζουν
να μαζεύονται και την καρτερούν να βγει στην αυλή. Η μια κάθεται στο περβάζι
του κλειστού παντζουριού, η άλλη πάνω στο τραπεζάκι της αυλής, άλλη στο
πλατύσκαλο μπροστά - σε στάση ιερής προσήλωσης- στην κλειστή πόρτα, μιαν άλλη
καμαρώνει πάνω στο κολονάκι της αυλόπορτας, ενώ άλλη δροσίζεται απ’ τον κουβά
γεμάτο με νερό ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό. Ώσπου φτάνει η πολυπόθητη στιγμή:
πρώτα ανοίγει το παράθυρο ρίχνοντας με σπρωξιά τη γάτα κάτω σημαίνοντας μ’ αυτό
τον τρόπο συναγερμό. Τ’ αυτιά τσιτώνουν, τα μουστάκια τεντώνονται , τα μάτια
στυλώνονται στην προσεχτική παρατήρηση της πόρτας. Με το που ανοίγει… η
ετοιμότητα χτυπάει κόκκινο! Αν μπορούσαν θα χειροκροτούσαν, αν ήξεραν τραγούδια
θα τραγουδούσαν! Μ’ έναν πήδο την περιτριγυρίζουν κι ακολουθώντας την πομπή για
το συγκεκριμένο μέρος της αυλής ορμούν λαίμαργα πάνω στην εφημερίδα με το συσσίτιό
τους. Κεφάλια το ένα δίπλα στ’ άλλο επιδίδονται με αφοσίωση στο ατομικό σπορ.
Είναι και μια δειλή, παίρνει μια μπουκιά, παραμερίζει, την τρώει και …άτολμη
κοιτάζει από μακριά. Αυτή μετά έχει ειδική μεταχείριση και τρώει σε ξεχωριστή
εφημερίδα λίγο πιο πέρα κάτω απ’ τ’ άγρυπνο βλέμμα της που την παραστέκεται. Οι
υπόλοιπες γάτες αποδέχονται τη διάκριση και δεν ενοχλούν. Κι αν κάποια πάει
αστραπιαία κάτι να ξεκλέψει την αποδιώχνει αμέσως με χειρονομίες και φωνές.
Τέλος οι εφημερίδες αδειάζουν και μαζεύονται. Κι εκεί που λες πάει και σήμερα,
ακούγεται τρυφερή η φωνή πάλι της κυρα-Γαριφαλιάς: - Πού είσαι κορτσούδα μ’ ;;
… έλα, έλα να φας κορίτσι μ’ ! Καθώς κοιτάζω απ’ την ανοιχτή μας πόρτα στην
πίσω αυλίτσα της μου λέει επεξηγηματικά: - Μη με παρεξηγείς, εγώ δεν έχω παιδιά
και γι’ αυτό μιλάω στη γάτα μου…
Η γάτα αυτή είναι σπιτικιά.
Καλομαθημένη και καλοθρεμένη τόσο που το τρίχωμά της είναι αφράτο και φουσκωτό,
το κεφάλι της μεγάλο κι η ουρά της φουντωτή: ίδιο τιγράκι ! Αυτό το σπιτικό
τιγράκι ήταν που μια φορά ξύπνησα το πρωί και το βρήκα να στρογγυλοκάθεται στην
πολυθρόνα του καθιστικού μας. Έμπηξα τις φωνές, καθώς σκεφτόμουν ότι
εγκλωβίστηκε μέσα στο σπίτι αποβραδίς όταν είχα κλείσει την μπαλκονόπορτα, ενώ
η γάτα κατατρομοκρατημένη πήγε και χώθηκε στην πιο σκοτεινή γωνιά του σαλονιού
πίσω απ’ το μεγάλο καναπέ και δεν έλεγε να βγει με τίποτα. Πήραμε το
σκουπόξυλο, τίποτα… ανοίξαμε την πίσω πόρτα, αλλά γάβγιζε ο σκύλος μας
και… πάλι τίποτα… Ώσπου ανοίγουμε την
μπροστινή πόρτα και… τότε φεύγει βολίδα και μ’ ένα σάλτο προσγειώθηκε στην
γνωστή του αυλή, όπου κρύφτηκε φοβισμένο μέσα στο σπίτι. Όμως δεν είχε τύχη
αυτό το γατί , αφού καιρό αργότερα το περιμάζεψε σκοτωμένο απ’ το δρόμο η
κυρα-Γαριφαλιά λέγοντας θλιμμένα : - Δεν ξαναπαίρνω στο σπίτι γάτα γιατί πολύ
στεναχωριέμαι όταν τη χάνω…
Πέρασε έτσι καιρός …
Μια ωραία μέρα ακούστηκε ξανά
τραγουδιστή η φωνή της κυρα-Γαριφαλιάς : - Αγορίνο μ’, πού είσαι ;; …έλα,
αγόρι μ’, έλα να φας… Μη πιστεύοντας στ’
αυτιά μου, πετάχτηκα έξω γελώντας και τι να δω ! Ένας γάτος αρχοντικός !
Μαυρόασπρος με μακρύ λαιμό, αυτιά τσιτωμένα ψηλά να με καρφώνει μ’ ένα
εξεταστικό πράσινο βλέμμα. Στητός στα δυο μπροστινά ψηλά του πόδια, ακίνητος
και καμαρωτός προσπαθούσε, λες, να επιβληθεί στο μικρόκοσμο της πίσω αυλίτσας. Αυτός
ο χώρος και το σπίτι θα ήταν στο εξής ο κόσμος του. Γιατί έκτοτε η κυρα-Γαριφαλιά πολύ τον πρόσεχε μην βγει και πεταχτεί στο δρόμο. Κι αυτός απολάμβανε τις τιμές
καθισμένος σαν μπιμπελό στον παραστάτη της εσωτερικής πόρτας του σπιτιού.
Η κυρα-Γαριφαλιά άρχισε να ‘χει
προβλήματα υγείας, ήταν και κάποιας ηλικίας…
Κι ένα βράδυ άναψε πίσω το φως, μισάνοιξε την πόρτα, βγήκε στο αυλιδάκι
κι αθόρυβα από κει έφυγε … την ώρα που ο γάτος της ο αρχοντικός κοιμόταν. Το ίδιο κι όλοι στη
γειτονιά, κανείς δεν την πήρε είδηση …
Από τότε ο μαυρόασπρος όμορφος
γάτος πηδούσε πάνω στην πεζούλα της αυλίτσας κι εξερευνούσε την γύρω περιοχή.
Κάποιες γειτόνισσες του ‘βαζαν εκεί πάνω στο τοιχίο ξηρά τροφή και νερό. Κι
αυτός σιγά σιγά ξεθάρρευε ώσπου δεν ξαναφάνηκε… Δεν βάζω στο νου μου το κακό, αφού όπως λένε οι γάτες είν' εφτάψυχες.
Άραγε σπιτώθηκε αλλού ή του
καλάρεσε ν’ αλητεύει κι από σπιτικός έγινε κεραμιδόγατος ;; …
Ποτέ δε μάθαμε στ’ αλήθεια…
Φ. Κ. – 21 / 12 / 2018


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου