Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Foxy









Με μια ξέφρενη χαρά
και κουνώντας την ουρά
-η σκυλίτσα μας η Foxy-
εκδηλώνεται συχνά
αν μας δει από κοντά.

Σαν θα ‘ρθει μετά καιρό
με φουλάρι στο λαιμό
-η σκυλίτσα μας η Foxy-
δείχνει πώς μας αγαπά
και καθόλου δεν ξεχνά.

Και το Γιάννη ακολουθεί
μέσα-έξω στην αυλή
-η σκυλίτσα μας η Foxy-
άμα ευκαιρία βρει
θα του γλείψει το αυτί.

Παιχνιδιάρα είν’ πολύ
και ορμάει σ’ ό,τι βρει
-η σκυλίτσα μας η Foxy-
απ’ της Άννας την παντόφλα
έχει αφήσει τη μισή.

Κόβει βόλτες στην αυλή
και το Φρίξο καρτερεί
-η σκυλίτσα μας η Foxy-
απ’ τα κάγκελα μπορούν
με τις μύτες να τα πουν.

Με τις ζέστες τις πολλές
ψάχνουμε άδειες ακτές
-η σκυλίτσα μας η Foxy-
μες στη θάλασσα βουτά
θαρραλέα κολυμπά.

"ΠΟΙΟΣ περνάει ;" τη ρωτάς
και αρχίζει σαματάς
-η σκυλίτσα μας η Foxy-
είναι φύλακας σωστός
του σπιτιού μας θυρωρός.








Φ. Κ . – 31 / 7 / 2019 -


Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

Κόκκινο ποδήλατο


     Ήταν δεκαπέντε χρονών κορίτσι.
     Καλοκαίρι, μόλις τέλειωσε η σχολική χρονιά.
     Τότε πήγε στο κοντινό οδοντιατρείο, στη νεαρή και μικρομάνα  οδοντογιατρό για προβλήματα που από νωρίς της είχαν παρουσιαστεί στα δόντια. Εκεί δόντι το δόντι, κουβέντα στην κουβέντα βγήκαν στην επιφάνεια επιθυμίες: για το ποδήλατο που δίσταζαν να της πάρουν οι γονείς, όχι τόσο για  χρηματικούς λόγους όσο για τις αντιλήψεις μιας εποχής στο μεταίχμιο που ενισχύονταν απ’ τις παρατηρήσεις που έκανε γενικά στη γειτονιά, ο κατά τ’ άλλα φιλήσυχος γείτονας αλλά παλιός αστυνομικός συνταξιούχος, κι όπου ειδικά στην περίσταση πρέσβευε  <ότι τα κορίτσια δεν ανεβαίνουν στο ποδήλατο…> !
    
      Εκεί, λοιπόν, ήρθε κι η πρόταση: Θα σου δώσω εγώ 3.000 δρχ. για το ποδήλατο κι εσύ θα έρχεσαι για ένα μήνα να προσέχεις τα μικρά –ένα κορίτσι κι ένα λίγο μικρότερο αγόρι-, να τα πηγαίνεις καμιά βόλτα…
      Άλλο που δεν ήθελε! Τα μικρά τα ήξερε και τ’ αγαπούσε αφού κι άλλες φορές είχε ασχοληθεί μαζί τους στην αίθουσα αναμονής όταν κάποιες φορές τριγύριζαν εκεί. Το ένα μάλιστα της ¨έβρεξε¨ τη φούστα, μια φορά, καθώς το κρατούσε αγκαλιά κι έτρεχε μετά σπίτι της να την αλλάξει… Ε, με τέτοιο μαρκάρισμα, έκαναν χαρές κι εκείνα κάθε που την έβλεπαν.
      Έτσι πέρασε ένας μήνας σκέτο πανηγύρι. Άλλοτε στο στενό μπαλκόνι χαζεύοντας τ’ αυτοκίνητα καθώς έτρωγαν το φαγητό απ’ το βαζάκι, άλλοτε στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας κυνηγώντας τις γάτες, άλλοτε στην ταράτσα κοιτάζοντας τον κόσμο από ψηλά, συχνά-πυκνά φέρνοντας κύκλο στο τετράγωνο της περιοχής όπου τους έμαθε κι ο μανάβης στη γωνία, με απαραίτητη στάση στον πλαϊνό δρόμο όπου τους περίμεναν τα σκαλάκια του κλειστού γειτονικού σπιτιού. Μέχρι το πάρκο του Αγίου Κωνσταντίνου έφθασε η χάρη τους –δεν ήταν και κοντά- με τον μικρό φυσικά στο καρότσι του. Κάποιες φορές πάλι περνούσαν στην μεγάλη αυλή του δικού της σπιτιού,  όπου τα μικρά κοίταζαν γύρω τους μαγεμένα την απλωσιά ενός αλλιώτικου χώρου. Κι εκεί συνήθως, ένα δυο σκαλάκια –χοπ, χοπ- πάνω στη μικρή βεράντα άνοιγε η όρεξη στο, δύσκολο στο φαγητό, αγόρι κι έτρωγε πιο εύκολα το αυγουλάκι του.
      Με τούτα και μ’ εκείνα έφθασε ο επόμενος μήνας …πανηγύρι. Πρωί πρωί με τα λεφτά και συνοδεία τον μπαμπά, στο κεντρικό και γνωστό ως σήμερα ποδηλατάδικο της πόλης, για ένα μίνι γυναικείο ποδήλατο σε χρώμα… κόκκινο μεταλλικό, μάλλον προτροπή του μπαμπά που όλα κόκκινα τα διάλεγε απ’ το χρώμα της ομάδας του Ολυμπιακού.  Και το κόστος αυτού ; 2.500 δρχ. ! Περίσσεψε κι ένα πεντακοσάρικο ! Κανείς, βέβαια, δε θυμάται σε τι και πώς ξοδεύτηκε εκείνο το υπόλοιπο ποσό, σεβαστό για την εποχή. Τα πάντα καλύφτηκαν  απ’ τη λαχτάρα και τη λάμψη του καινούριου ποδήλατου, που στο εξής περιφέρονταν σε δρόμους και δρομάκια καμαρωτά –ευτυχώς που τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά, αφού κι οι μεγάλοι με ποδήλατα κυκλοφορούσαν- κάνοντας κι ορθοπεταλιά, άλλοτε ομαδική ποδηλατάδα [αδέρφια και μπαμπάς μαζί] ως τη θάλασσα ή σε σπίτια συγγενικά, αργότερα και στο σχολείο ποδηλατώντας έφθανε γρήγορα, πάντα προσεχτικά κι όχι προκλητικά, αν και ο γείτονας που αναφέραμε συνέχιζε προς τη μαμά: <Μα πώς τις αφήνεις;> Στον πληθυντικό ! Γιατί να το πούμε κι αυτό : Ήταν μη γίνει αρχή, μετά το κόκκινο ποδήλατο, ο παππούς αγόρασε στη λίγο μικρότερη αδερφή της ένα ποδήλατο… πορτοκαλί ! Είπαμε… μεταξύ δύο κόσμων και πολλών αλλαγών η εποχή! Με τη μαμά μπρος στις περιστάσεις επιδεκτική…
        Ωστόσο μετά τα σχολικά χρόνια και τις επακόλουθες σπουδές σε άλλη πόλη χάθηκε η επαφή με τα δυο μικρά παιδιά, όπως και με το κόκκινο ποδήλατο που σκούριαζε ξεχασμένο για χρόνια στην ταράτσα του σπιτιού. 
       Ώσπου μια μέρα το ποδήλατο πήρε το δρόμο για τους νεοφερμένους γείτονες  εξ Αλβανίας που το πήραν μεν κι ας μην είπαν ούτε ευχαριστώ γιατί ήταν παλιό και χρειάζονταν φτιάξιμο στον ποδηλατά. Άραγε ποιον δρόμο πήραν τα δυο μικρά παιδιά ;              
       Τότε, όμως, το δεκαπεντάχρονο κορίτσι καθόλου δεν αναρωτιόταν παρά μ’ ένα κόκκινο ποδήλατο χάρηκε ώρες καλοκαιρινές γνωρίζοντας τον ¨κόσμο¨ !...       

      Υ Γ : Ζωγραφική απ’ τα σχολικά εκείνα χρόνια…      
      Φ. Κ. – 21 / 7 / 2019 -

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Φαγιούμ













Πορτρέτο φαγιούμ,
ταξίδι συνάντησης
με τους αιώνες

Σε βάθος δρόμου,
χρώματα του παρόντος
με σκιές του χθες

Ρεαλιστική,
στο εκστατικό βλέμμα
απεικόνιση

Όψη οικεία,
στη χοάνη του χρόνου
μεσογειακή

Μακρινή ηχώ,
ψίθυρος συμπαντικός
για συνέχεια

Ανθρώπων αύρα,
παρουσία επί γης
διαχρονική

Με χαρακτήρα
στη στιγμή, στην εποχή
αξιοπρεπή

Βαθυστόχαστο
κοίταγμα ζωής ίχνη
αδιάλειπτα

[ χαϊκού ]
Φ.Κ. – 21 / 6 / 2019 -   

Τρίτη 21 Μαΐου 2019

Έξι Α κεφαλαία [χαϊκού]



-Ανεκτίμητα-
πράγματα αλλοτινά
μικρός θησαυρός

-Αγαπημένα-
χέρια π’ άφησαν πίσω
χνάρια μαγικά

-Ανεξίτηλα-
σημάδια άλλου καιρού
μνήμη ζωντανή

-Αντανακλάσεις-
του χθες μέσα στο παρόν
τρόπος της σχέσης

-Αστραπόβροντα-
αέναα στη λήθη
ταρακούνημα

-Απαράγραπτα-
αγαθά ζωής-τύχης
προνομιούχας














Φ. Κ. – 21 / 5 / 2019 -

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Ξαφνικά [ χαϊκού ]













Ανοιξιάτικη
απρόσμενη είδηση
μπόρα ξαφνική

Ραγδαία βροχή
θολώνει ορίζοντες
πλημμύρας στιγμή

Μικρός πανικός
μουδιασμένη η σκέψη
στη βρεγμένη γη

Παύση …ξαφνική
νοτισμένη ανάσα
ψύχραιμη ματιά

Ρεαλιστική
ξεκάθαρη οπτική
με τ’ απόβροχο
                      
Φ. Κ. – 21 / 4 / 2019 –

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Προσαρμογή



Δεκανίκια η ζωή ζητά
μεγαλώνοντας το νιώθεις
μέσα σου διαπερνά
με σημάδια η φθορά.

Με τα βοηθητικά γυαλιά
μεγαλώνοντας το …βλέπεις.
Οι δουλειές καθημερινά
τώρα γίνονται μ’ αυτά.

Και αλλάζουν οι ρυθμοί,
μεγαλώνοντας  διαπιστώνεις :
Κει που νόμιζες πετάς,
τώρα σαν χελώνα πας.  

Σούρουπο καθώς γυρνάς,
μεγαλώνοντας απορείς,
πώς η μέρα προσπερνά
πιο γοργά από παλιά.    

Πώς στα επιπλέον σου κιλά
μεγαλώνοντας το νου σου έχεις
και ευέλικτα αντιδράς
με τα άσπρα σου μαλλιά;

Έτσι σε κάθε αλλαγή
μεγαλώνοντας γνωρίζεις
μονοπάτια εναλλακτικά :
προσαρμογή η ζωή ζητά.  

Φ. Κ.  – 21 / 3 / 2019 -  

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Γυναικεία τσάντα















Πορτοφόλι, κινητό, κλειδιά,
μην ξεχάσω τα γυαλιά
για τον ήλιο, για κοντά,
τώρα και για μακριά.

Μες στην τσάντα να χωρούν
απαραίτητα πολλά
κι η ομπρέλα η σπαστή
μια ψιχάλα αν με βρει.

Για της χρείας τον καιρό
καραμέλες για λαιμό,
χαρτομάντιλα σε θήκη,
καθρεφτάκι που να κλείνει.

Ταυτότητα και πιστωτική
με των καρτών τη συλλογή
για τιμές εκπτωτικές,
πόντους- μπόνους σε αγορές. 

Με την τσάντα απ’ τον ώμο
περπατώ συχνά στο δρόμο.
Τελειώνοντας κάποια δουλειά
περνώ κι από τα μαγαζιά.

Πλήθος τσάντες γυναικείες
συνοδεύουν τις κυρίες
κι άλλες μέσ’ απ’ τις βιτρίνες
δίνουν το χρώμα τους κι εκείνες.

Χρήσιμο αξεσουάρ,
με κουμπί ή φερμουάρ,
με μακρύ ή κοντό λουρί
έχουν χρόνια επιβληθεί.

Σήμερα όλες κρατούν,
απ’ το σπίτι όταν βγουν
με μια τσάντα είναι σικ
και συνώνυμο του στιλ.

Φ. Κ.  – 8 / 3 / 2019 - 

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Συνειρμός



Ήταν μέρα γαλανή,
χωρίς ίσκιους, λαμπερή
που στο ραντεβού ακριβής
περίμενα με υπομονή
στην καρέκλα την οδοντιατρική
ψηλά στον πρώτο όροφο
μπροστά στην τζαμαρία.
Ατένιζα καθάρια την ατμόσφαιρα
στην απλωσιά της κεντρικής πλατείας.
Ξάφνου, απ’ το πουθενά,
ένα σμήνος περιστέρια
γυροφέρνουν στον αέρα.
Πλησιάζουν κυκλικά
στην τζαμόπορτα κοντά.
Σαν για λίγο με κοιτούν,
νοιώθω να μ’αναζητούν
…πρόσωπα αγαπητά
που περάσαν, καιρό πια,
στην άλλη όχθη τ’ ουρανού
κι είναι όντως αρκετοί
οι απρόβλεπτοι γνωστοί.
Σκέψη – εικόνα αστραπιαία
 χάνονται αυτοστιγμής
κι όλα γίνονται σαν πριν :
Μέρα εκθαμβωτική
στης αλήθειας τη στιγμή.

Φ. Κ. – 21 / 2 / 2019 -


Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Το κουζινάκι


        Από καιρό ζητούσε φρεσκάρισμα κι επιτέλους ήρθε η ώρα κι έφθασε πρωί-πρωί ο μπογιατζής να το βάψει …και να βάλει το χρώμα του στο τρίτο μέρος της ιστορίας.  Χρώμα φιστικί ή βεραμάν όπως αλλιώς μας το έλεγε η μαμά.
       Total φιστικί συνδυασμοί επικρατούσαν από πάντα στο χώρο αυτό και πάντα ο τοίχος του ανανεώνονταν με ανάλογες αποχρώσεις. Μόνιμα φιστικί από κατασκευής του το κουζινάκι, αφού τα πλακάκια δαπέδου με το μωσαϊκό σχέδιο ήταν σε φόντο ανοικτό πρασινάκι του φιστικιού με διάσπαρτες ασπρόμαυρες κουκίδες. Το ίδιο τα τετράγωνα μονόχρωμα πλακάκια πάνω από το νεροχύτη. Τα ντουλάπια της κουζίνας φτιαγμένα με φορμάικα σε δύο παρόμοιες αποχρώσεις: μία σκουρόχρωμη στο πλαίσιο, η άλλη ανοιχτόχρωμη στις πόρτες και τα συρταράκια με τα πόμολα στον σκουρόχρωμο τόνο. Συμπληρωματικά επίκτητα στοιχεία ενίσχυαν το total look : όπως το καρώ τραπεζομάντηλο σεταρισμένο με τα κουρτινάκια του πορτοπαράθυρου σε δύο διαφορετικές εκδοχές για να συναλλάσσονται, ως κι η πλαστική πιατοθήκη ήταν στον ίδιο χρωματικό τόνο. Μοναδικές λευκές πινελιές το μάρμαρο στον πάγκο της κουζίνας και το ψυγείο, καθώς κι ο καφετί όγκος της σόμπας πετρελαίου και της ηλεκτρικής κουζίνας. Δεν ξεχνώ και τις ξύλινες καφετιές καρέκλες που πλαισίωναν το στενόμακρο τραπέζι δημιουργώντας μικρή φιλόξενη αγκαλιά σαν της μαμάς.
       Και πώς να μην ήταν έτσι αφού αυτός ήταν ο δικός της πρωταγωνιστικός χώρος μες στο εικοστετράωρο και στο σπίτι. Τα υπόλοιπα δωμάτια μόνο υποβοηθητικά γι’ αυτή λειτουργούσαν. Από το πρωί ως αργά το βράδυ εκεί πηγαινοέρχονταν – τελειωμό δεν είχαν οι δουλειές με μαγειρέματα, μπαλώματα, μοδιστρικές επιδιορθώσεις στην παλιά ραπτομηχανή χειρός-, από κει ανοιγόκλεινε την πόρτα -η άλλη, η καλή, έμενε συνήθως κλειδωμένη- και μπαινόβγαινε στην αυλή και στις διάφορες εξωτερικές απασχολήσεις.
       Στο στενόμακρο αυτό κουζινάκι, καθισμένη στη γνωστή θέση δίπλα στο τραπέζι, συντροφιά με τη στοίβα των περιοδικών της -πνευματική τροφή δίπλα στην τροφή του σώματος εναλλάσσονταν διαδοχικά χωρίς παραμέληση-  σε φόντο φιστικί βρίσκαμε πάντα τη μαμά να μας περιμένει. Πότε τον έναν, πότε τον άλλον, άλλοτε τα εγγόνια, κάποιες φορές πολλούς μαζί να συνωστίζονται στο δωμάτιο, να γεμίζουν τα καθίσματα, να επιστρατεύεται και το σκαμνάκι κάτω από το τραπέζι. Σε εποχές καλοκαιρίας ν’ απλώνονται οι καρέκλες ως έξω στη μικρή βεράντα. Κι όλοι κάτι να περιμένουν από εκείνη όπως από ανέκαθεν μας είχε μάθει με την πρόθυμη κι επίμονη διαθεσιμότητά της : άλλος μερίδιο απ’ τη μοσχομυριστή ιδιαίτερη τυρο-ρυζόπιτα που ζεστή-ζεστή άρεσε πολύ στα εγγόνια ή ένα κομμάτι ογκραντέν μακαρόνια [μόλις έσβηνε το φούρνο – χτυπούσε το τηλέφωνο], άλλος το γνωστό καφεδάκι, άλλος ν’ ακούσει ξανά μία απ’ τις χιλιοειπωμένες προσωπικές ιστορίες της  -κάποιες συνδεδεμένες με την πόλη των  παλαιότερων καιρών-  και οπωσδήποτε όλοι να πάρουν  – ΤΟ - μπακλαβαδάκι που ανελλιπώς ανεφοδιάζονταν απ’ το γειτονικό ζαχαροπλαστείο.
        Καθώς ο απογευματινός ήλιος έπεφτε μέσα απ’ το πορτοπαράθυρο κατευθείαν πάνω στο φιστικί χρώμα του τοίχου έδινε μια λάμψη δειλινού στο δυτικό κουζινάκι. Ο μικρός χώρος φάνταζε τότε απείρως μεγαλύτερος. Ξεκαθάριζαν  μεγενθυμένα μέσα σ’ αυτό και φωτίζονταν χρώματα ξεχασμένα, εικόνες- ήχοι αλλοτινοί, μυρωδιές και γεύσεις  ακόμη πιο παλιές.  Απέπνεε η ατμόσφαιρα άρωμα κανέλας - απ’ το ρυζόγαλο που σερβίρονταν στα πιάτα τα βαθιά- και συνταίριαζε με τις μπλε-μοβ φλόγες της σόμπας που έκαιγε στο φουλ κρατώντας έξω μακριά την υγρασία του ψιλόβροχου, αφήνοντας μέσα στη ζεστή της αχλή διακριτή μόνο μια φιγούρα, αυτή της μαμάς μπροστά στο νεροχύτη να πλένει τα πιάτα τραγουδώντας :   ¨ Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα,  άστα ν’ ανεμίζουνε στον τρελό βοριά…¨  Μακρινή μουσική, απαλή όπως η ψιλή βροχή πλημμυρίζει, διαστέλλοντας μαζί, τον περιορισμένο χώρο και φέρνοντας στο προσκήνιο όλα τα παραπάνω, περασμένα και πιο πρόσφατα, σαν  ¨χίλιοι καλοί να χωρούν¨ εκεί :      
         Στο φρεσκοβαμμένο φιστικί ή βεραμάν κουζινάκι της μαμάς, ίδιο κι απαράλλαχτο στα τόσα χρόνια, που το ονειρεύτηκα ένα βράδυ πριν καιρό…

Υ. Γ.  Ένα τρίπτυχο στα τρία χρόνια μνήμης  
Φ. Κ.    – 2 / 2 / 2019 -

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Απογευματινός καϊφές



             
          Στην ώρα του πάντα και παντός καιρού την τελευταία πενταετία κυρίως, που οι συνθήκες το απαιτούσαν κι ο χρόνος ευτυχώς διατίθονταν.  Στις 6μ.μ. άντε ως εξiμισι, το αργότερο. Κι αν σπανίως  έφθανε 7 … ¨τόσο αργά…¨  έλεγε στιγμιαία κι αμέσως ¨θα πιω, να σου κάνω παρέα¨, δείχνοντας προτίμηση σ’ ένα φλιτζάνι  ¨τούρκικου¨ καφέ αχνιστού και μυρωδάτου.
          Χωρίς επιπλέον διατυπώσεις ξεκινούσε τελετουργική διαδικασία: έβγαινε το γκαζάκι απ΄το κάτω ντουλάπι, μετριούνταν το νερό στο μπρίκι, τα λεπτεπίλεπτα άσπρα φλιτζανάκια με το κρεμεζί τριανταφυλλάκι έπαιρναν τις γνωστές θέσεις αντικριστά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μόλις άναβε η φωτιά,  αναλάμβανε δουλειά το κουταλάκι: δυο ζάχαρη – δυο καφέ, γρήγορο  ανακάτεμα και σύντομη αναμονή. Μια- δυο βράσεις ανασηκώνοντας το μπρίκι να μην φουσκώσει πολύ, να βγει καϊμακλίδικος. Με χάρη και κίνηση από ψηλά στα φλιτζανάκια μετά, για να ‘χουν φουσκάλες. Η μαμά παρακολουθούσε με αδημονία: Έτοιμος! Το φιστικί κουζινάκι μοσχοβολούσε άρωμα του καφέ, ταιριαστός συνδυασμός. Όπως ταιριαστά κι απαραίτητα τα συνοδευτικά: κουλουράκι συνήθως, τσουρεκάκι άλλοτε, κάποιο γλυκό όπως το μπακλαβαδάκι που κυριαρχούσε όλες τις εποχές- σήμα κατατεθέν της μαμάς. Κι ως να στηθούν σβέλτα στο τραπέζι τέλειωνε κι ο εσπερινός που άκουγε στο ραδιόφωνο η μαμά, αλλά συγχρόνως τέλειωνε και τον καφέ της που πάντα τον έπινε μονορούφι και ζεστό-ζεστό. Από πάντα ο χρόνος της μετρούσε χωρίς καθυστερήσεις, ίσως να ‘ταν αυτό που την έκανε μετά από λίγο να με κοιτά παραξενεμένη λέγοντας : - Ακόμα πίνεις καφέ, δεν κρύωσε ; -Τον απολαμβάνω γουλιά-γουλιά, της απαντούσα κι εκείνη γελούσε.
          Το καφεδάκι έφερνε ζωηρή συνέχεια με ποικίλες ιστορίες απ’ τα παλιά η μαμά, πλαισιωμένες με ανάλαφρες δικές μου ποιητικές αναφορές […Το Λενιώ – χρήσιμα τα σχολικά ανθολόγια], με την παραμυθία παραμυθιών [Ο γάιδαρος κι ο λύκος-δεν είναι μόνο για παιδιά] και πάντοτε ανάγνωση.  Άλλοτε κατ’ ιδίαν, άλλοτε φωναχτά. Η μαμά απ’ τα θρησκευτικά περιοδικά της που ήταν συνδρομήτρια ακόμη,  εγώ όλο κι από κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο που φρόντιζα να υπάρχει. Δεν ξεχνώ, όταν της διάβαζα το: ¨Στου Χατζηφράγκου¨ του Κ. Πολίτη με τις πολλές τούρκικες λέξεις, που η μαμά ακούγοντάς τες αμέσως έσπευδε να μου τις εξηγεί καθότι γνώριζε τη γλώσσα από τον πατέρα της και τη θεία της που ήρθαν από τουρκόφωνες περιοχές της Μ. Ασίας γράφοντας τις λέξεις με ελληνικούς χαρακτήρες [η λεγόμενη καραμανλίδικη γραφή]: αχσαμ-λαρ χαϊρ-ολσούν=καληνύχτα, καρντάσιμ=αδερφέ μου κλπ. , εξελίσσοντας την ώρα σε σωστό ξενόγλωσσο μάθημα. ¨Κάλλιο αργά, παρά ποτέ¨ όπως έγραψα στο τετράδιο εκείνων των ημερών.
           Με κάποια απροσδιόριστη αφορμή, ανάμεσα στα παραπάνω, ξεκινούσε μεταξύ μας  ¨φοβερό ντουέτο¨:  ¨Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες… με μάθανε πώς ν’ αγαπώ…¨ που γέμιζε το μικρό κουζινάκι από παλιές μελωδίες – τραγούδια δημιουργώντας αναμνήσεις σε αποχρώσεις φιστικί: ¨Δυο πράσινα μάτια…¨ Κι όπως συμβαίνει συνήθως ήταν μη γίνει αρχή:
           ¨Mπεκλεντίμ ντι γκελμεντίμ…¨ , κι η μαμά ταυτόχρονα:¨ Περίμενα μα δεν ήρθες…¨  και συμπλήρωνε: - Ξέρεις τούρκικα ;
           Κι όπως η μουσική αυτή μας ταξίδευε σε βάθος χρόνου συνέχιζα ακάθεκτη:
           ¨σoϊλέ, σοϊλέ¨, μετέφραζε η μαμά: ¨πες μου, πες μου¨
           ¨ιτς μι μπενι σεβμεντίν? ¨    , δηλ. ¨δεν μ’ αγάπησες καθόλου; ¨  , και εδώ χειροκροτώντας:        -Έχω κόρη τραγουδήστρια [ ! ;] , έλεγε.
           Μετά από λίγο παίρνοντας η ίδια τη σκυτάλη έλεγε το παλιό τραγουδάκι [άγνωστο ως τότε σε μένα] σαν απάντηση στα λόγια του προηγούμενου τραγουδιού :      
 Χειμώνες – καλοκαίρια,
 βραδιές και μεσημέρια                                               
 εγώ θα σ’ αγαπώ, θα σ’ αγαπώ !
           Την εμψυχωτική ατμόσφαιρα συμπλήρωναν συχνά βήματα χορευτικά με τον Κόνιαλι  όπου η μαμά,πάντα καθιστή, κουνώντας ρυθμικά τα χέρια - ένα πάνω τ’ άλλο κάτω- μου ‘λεγε πως η θεία της έκανε έτσι τα χέρια δείχνοντάς της πώς χόρευαν στον τόπο της κρατώντας τα κουτάλια. Μ’ ένα ¨Ολμάζ¨-η μαμά εξηγούσε:¨ Δε γίνεται¨- κι ένα Καρσιλαμά που μάθαινα στο μικρασιατικό σύλλογο άναβε το κέφι για καλά κι η μαμά πάλι  χειροκροτώντας: - Έχω κόρη χορεύτρια [ ! ; ], έλεγε.
           Κάποιες φορές σειρά είχε κι η ζωγραφική. Με τη μαμά να κάνει το μοντέλο αλλά και την κριτική λέγοντάς μου ότι την έκανα να μοιάζει σαν γέρος. Στην καλή εκδοχή όμως: - Έχω κόρη ζωγράφο [ ! ; ], έλεγε.
           Τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές και μου φέρνουν στο νου ¨τα γραμμένα¨ με τη ¨ Γιατζιλαριανή¨ : 
 ¨       Την καλημέρα σου ‘φερα, δώσ’ μου την καληνύχτα.
          Εγώ δουλειά δεν είχα εδώ, μόνο για σένα ήρθα…¨ ,
 άραγε τι θα ‘λεγε η μαμά: - Έχω κόρη . . . . . . . . . [ ! ; ]
          Όπως και να ‘χει σημαντικό είναι να ζεις… και να θυμάσαι. Το σημαντικότερο…
          Όπως το φιστικί κουζινάκι με τα απογευματινά καφεδάκια του που γέμιζαν τον χρόνο μας με πραγματική πληρότητα και χαρά για τις δυο μας… ίσως γι’ αυτό το λόγο και μόνο να άξιζε ιδιαίτερη μνεία ο κατ' εξοχήν χώρος μέσα στον οποίο ξεδιπλώθηκε ο πραγματικός χρόνος ζωής της μαμάς.
               Φ. Κ.
           21 / 1 / 2019       

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Το όνειρο



      Πριν καιρό, ένα βράδυ ονειρεύτηκα το οικείο φιστικί [βεραμάν το 'λεγε γαλλιστί] κουζινάκι της μαμάς. Όπως έκανα κάθε απόγευμα, πήγα να πιούμε το καθιερωμένο πια καφεδάκι.
   Ανοίγοντας την πόρτα μια διάχυτη ιλαρότητα επικρατούσε στην ατμόσφαιρα χωρίς ν’ ακούγεται κουβέντα. Μπήκα χαμογελαστή. Η μαμά κάθονταν στην γνωστή της θέση, δίπλα στο τραπέζι, ακουμπώντας τα χέρια της πάνω στην περπατούρα που κρατούσε συνήθως μπροστά της τα τελευταία χρόνια. Το πρόσωπό της ήταν προσηλωμένο, ήρεμο και σοβαρό. Στέκονταν με σεβασμό.
     Η μαμά είχε επισκέψεις. Δυο κυρίες κάθονταν στις καρέκλες δεξιά κι αριστερά της πόρτας. Η μία είχε κοντά σγουρά μαύρα μαλλιά με λίγες σκόρπιες άσπρες τρίχες κι η άλλη γκριζόασπρα ίσια και κοντά με μια λεπτή- μακριά μύτη, ήταν τα λίγα χαρακτηριστικά που πρόλαβα να δω απ’ το πλάι τους μπαίνοντας, καθώς ο απογευματινός ήλιος έριχνε πάνω τους το τελευταίο του λαμπερό και συνάμα αχνό φως. Ήταν πρόσωπα για μένα άγνωστα.
      Απέναντι στο βάθος, κοντά στην σόμπα, κάθονταν ένα όμορφο κοριτσάκι ως 10  χρονών. Τα καστανόξανθα σπαστά μαλλιά του χωρισμένα στη μέση διακρίνονταν λίγο μπροστά. Αμέσως κινήθηκα προς το μέρος του και αυθόρμητα με τις παλάμες μου χάιδεψα τα μάγουλά του, λέγοντας :   - Εσένα πώς σε λένε ; - Σ ι μ έ λ α ! μου απαντά με δυνατή κοριτσίστικη φωνή. Μην έχοντας ξανακούσει τέτοιο όνομα σκεφτόμουν, καθώς παραμέριζα, ότι μάλλον ¨αλβανάκι¨ θα'ναι αυτό. Κι όπως προχώρησα προς την ανοιχτή πόρτα του διπλανού δωματίου-κρεβατοκάμαρας ρώτησα τη μαμά: - Οι κυρίες ποιες είναι ; Η μαμά σιωπούσε, και νομίζοντας ότι δε θυμάται, κάτι πήγε να πει η γυναίκα που τη βοηθούσε στο σπίτι κι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα τακτοποιώντας.  - Η μαμά να μας πει, είπα τότε και, μπαίνοντας κι εγώ στο διπλανό δωμάτιο…  ήταν σαν να προσγειώθηκα στην πραγματικότητα, δηλ. το όνειρο έσβησε ξαφνικά κι εγώ ξύπνησα κρατώντας ολοζώντανη την εικόνα.  
      Το ερώτημα έμεινε μετέωρο κι η απορία δε λύθηκε. Το όνομα όμως σφηνώθηκε καλά στο νου :      Σ ι μ έ λ α ! Το ερχόμενο πρωί με βρήκε γκουγκλάροντας και μου αποκαλύφτηκε το άγνωστο όνομα : Σιμέλα ή Σουμέλα από την Παναγία Σουμελά των Ποντίων στην μακρινή Τραπεζούντα και μοναστήρι στο όρος Μελά εκεί, με το ποντιακό ιδίωμα ¨σσου¨ που σημαίνει  ¨εις του¨ δηλ. εις του Μελά=Σουμελά. Πραγματική αποκάλυψη για μένα που δεν είχα ξανακούσει την πρώτη εκδοχή του ονόματος. Αλλά κι απορία μαζί που απ’ τα τόσα προσωνύμια της Παναγίας μου αποκαλύφτηκε αυτό το άγνωστο σε μένα και τόσο ιδιότυπο. Τώρα αν σκεφτώ πως απ’ την πλευρά της μαμάς της μαμάς μας υπάρχει καταγωγή απ’ την περιοχή εκείνη…, αλλά εμείς δεν ζήσαμε στο αντίστoιχο πολιτισμικό περιβάλλον κι αγνοούμε κάθε τι σχετικό. Πολλοί συνειρμοί … αλλά τους αφήνω εδώ…
     Εξάλλου δεν συνηθίζω ν’ ασχολούμαι περισσότερο με τα όνειρα, ούτε και τα θυμάμαι. Ήταν μια εξαίρεση στον κανόνα. Και μια αφορμή: Επισκεφτήκαμε μια Κυριακή πρωί την Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο της Μακεδονίας συνδυάζοντας ολοήμερη εκδρομή.
      Η σημερινή αναπόληση, όμως, μου θύμισε τα καθημερινά καφεδάκια με τη μαμά στο ζεστό φιστικί [ή βεραμάν δίνοντας έμφαση στις αποχρώσεις] κουζινάκι της. Ευκαιρία για καινούρια ιστορία, γι’ αυτό δεν βάζω τελεία εδώ αλλά τη λέξη :
       Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι
          Φ. Κ.
     19 / 1 / 2019