Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία…

    Μέρες ανασκαλέματος στο σπίτι…, αλλά και στη μνήμη.
Μέρες αλλαγής διάκοσμου σπιτιού, λόγω των επερχόμενων γιορτών, αλλά και ανασκάλεμα ψυχής… Το ένα φέρνει το άλλο.
     Ψάχνοντας μέσα στα γιορτινά αντικείμενα, τα λαμπιόνια και τ’ άλλα στολίδια, ανασύρονται απρόσμενα εικόνες θολές και μυρωδιές κι ακούσματα μακρινά, σαν ξεθωριασμένη παλιά φωτογραφία.
     ''Καλήν εσπέραν άρχοντες … '', η γνωστή μελωδία με τη συνοδεία του ακορντεόν και τις μπάσες φωνές συνήθως υπαλλήλων του Δήμου που, στην κυριολεξία σαν σουρούπωνε [την εσπέραν], γύριζαν τις γειτονιές, πόρτα την πόρτα κι οι πόρτες άνοιγαν μ’ ευκολία, φέρνοντας το γιορτινό μήνυμα σε κάθε σπίτι ξεχωριστά και τονίζοντας στιγμιαία με τη χαρούμενη συντροφιά τους την ήδη γιορταστική ατμόσφαιρα των νοικοκυριών. Κάτω απ’ το ημίφως των αστεριών και της σελήνης πρόβαλαν στη μισάνοιχτη πόρτα υποβλητικοί σαν φιγούρες παραμυθιών, σκορπίζοντας ωστόσο με αυθεντικό, καλλίφωνο κι ενθουσιώδη τρόπο τις χριστουγεννιάτικες νότες. Ήταν αυτό που συμπλήρωνε τα πρωινά παιδικά κάλαντα των αγοριών.
     Κι όχι μόνο των Χριστουγέννων αλλά και των Φώτων: ''Φώτων εσπέρας…'', έρχεται ο απόηχος της φωνής του γνωστού μας, έφηβου τότε, παιδιού που πάντα απόβραδο έλεγε τα κάλαντα…
     Και στο ανοιγοκλείσιμο της πόρτας ο κρύος χειμωνιάτικος αέρας  έβρισκε την ευκαιρία να χωνιάσει στο σπίτι και να φέρει βόλτα τις μυρωδιές απ’ τα φοινίκια της μαμάς έτσι που κάλαντα, κανέλα και γαρύφαλλο απλώνονταν σ’ όλο το χώρο κι έχουν από τότε μεταξύ τους  αναπόσπαστα αναμειχτεί και διαχρονικά συνδεθεί. Κάθε χρόνο, τέτοιες παραμονές μεγάλων γιορτών, οι χριστουγεννιάτικες μελωδίες που σιγομουρμουρίζουμε και οι μυρωδιές αυτών των μπαχαρικών συνοδεύουν τα φοινίκια [τα μελομακάρονα απ’ της Ανατολής τα μέρη του παππού] με τη μελωμένη, γεμάτη γεύση τους και φέρνουν στο νου αρώματα ψυχής κι αναμνήσεις που τις περιλούζει ένα διάχυτο απαλό φως…

       Όπως εκείνα τα στολίδια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο που έγιναν απ’ τα παιδικά μας χέρια. Τα αγγελάκια, μικρά κουκλάκια, που ντύθηκαν με χρυσόχαρτο μακρύ φόρεμα, ασορτί μικροσκοπική κορώνα στο κεφάλι και χρυσά φτερά. Ένα, φύλακας άγγελος υπάρχει ακόμα. Καθώς και κείνη η κίτρινη μπάλα με τα ανάγλυφα κόκκινα κεράσια που με περισσή προσοχή κρατούσαμε, μη σπάσει. Και βαμβάκι, πολύ βαμβάκι, όλα τα χιονισμένα μέρη γίνονταν μ’ αυτό το υλικό, δεν υπήρχαν σπρέι με τεχνητό χιόνι κλπ. Βαμβάκι στα κλαδιά, βαμβάκι στη βάση του δέντρου αλλά και στα παράθυρα. Μικρές μπάλες από βαμβάκι διάσπαρτες στα τζάμια για το χιόνι που έπεφτε… Η φαντασία οργίαζε, κουκούλωνε και τη φάτνη.
      Έμειναν έτσι χρόνια και χρόνια κουκουλωμένα, για να ξεπροβάλουν αραιά και πού, όπως καλή ώρα τώρα που ξεχωνιάστηκαν σαν παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία που διηγείται την ιστορία της. Μια ιστορία που περιέχει την τραγουδιστή φωνή της μαμάς που καλεί πότε τον έναν, πότε τον άλλον: ''Κατερίνα…'', ''Νίκο…'' […εκεί έμεινες εσύ…]. Μια ιστορία με το ζεστό γέλιο του μπαμπά κι ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο κι όποιος το δεχτεί […αν δεν γρατσουνίζεται απ’ το μουστάκι!]. Την ιστορία που περιλαμβάνει κι έ ν α ν παππού που τα παιδιά του φιλούσαν το χέρι τις χρονιάρες μέρες, δείχνοντας το σεβασμό, έτσι τους είχαν μάθει…
      Ήχοι μουσικοί, φωνές οικείες και εικόνες υποστηρικτικές που, στο πνεύμα των ημερών, ζωντανεύουν την παλιά ιστορία. Κι ας έχουν πολλά αλλάξει από τότε, σε πρόσωπα και πράγματα, αφήνοντας ζωηρά χρώματα μόνο στα σκηνικά του νου, μιας άδειας πια ''θεατρικής σκηνής'' που έδωσε τη σκυτάλη, εδώ και καιρό, στα νέα ''φυντάνια'' για να στήσουν κομμάτι-κομμάτι το έργο της δικής τους ζωής και να ολοκληρώσουν το πάζλ της προσωπικής τους, έγχρωμης τώρα, φωτογραφίας.
     Μια φωτογραφία τελικά που, έγχρωμη ή ασπρόμαυρη, θα ξυπνά πάντοτε ιστορίες. Αλλά κυρίως τέτοιες μέρες όπου ακούγονται οι παραδοσιακοί ρυθμοί από κάλαντα…    
  
''…κι αν είναι ορισμός σας…''

θα ξεπηδούν ολοζώντανες διεκδικώντας φωνή να μιλήσουν και θα έχουν πολλά να πουν πλαισιωμένες από γιορτινές μουσικές ευχές:
     
''Χρόνους πολλούς να χαίρεστε, πάντα ευτυχισμένοι,
 
 σωματικά και ψυχικά να είστε πλουτισμένοι…''
           
                             Εις έτη πολλά!  
             
                                   Φ.Κ.
                             24/12/2016

                             =========

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

ΥΠΕΡπανσέληνος [ Χ Α Ϊ Κ Ο Υ ]

 1. Βράδυ στην αυλή,            
    κοίταξα το φεγγάρι
    και θαμπώθηκα.
         ---------
2. Το πιο μεγάλο,
    υπέρλαμπρο αστέρι
    που μεσουρανεί.
       ----------
3. Κλείνει το μάτι
    πίσω απ΄ τα σύννεφα
    και χαμογελά.
      ---------
4. Παραμυθένιο,
   κόβει βόλτες τη νύχτα,
   μπήκε στην αυλή…
       ----------
5. Καθώς αγρυπνεί,
   δίνει φως στα λουλούδια,
   στο νου, στην ψυχή.
       ----------
  6. Τα φύλλα ξερά,
     γαλήνης χρυσόσκονη,
     σκορπίζουν στη γη.
       -----------
7. Μ΄ένα φεγγάρι
- εκτίμησα την αυλή -
  εκτυφλωτικό!
        ----------
8. Τέτοιο φεγγάρι,
    λάμψης θεαματικής:
    Απογείωση!
        ---------
9. Αυλή – φεγγάρι
   γεφύρι αλλιώτικο
   του εδώ κι εκεί.
         ---------
10. Σύμπας ο χώρος
     και ο χρόνος στην αυλή.
     Στιγμή φωτεινή!
          ---------
11. Είναι ταξίδι…
      μια στιγμή που διαρκεί
      όσο η ζωή.
    14 – 11 – 2016
     Φ.Κ.

      ===

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Πήραμε τα βουνά…

      
     Μετά το καλοκαίρι με τον ήλιο, τη θάλασσα, τις πολλές ζέστες και τα μπάνια, κρατήσαμε τον ήλιο για σύμμαχο μαζί με τον μαλακό καιρό που συνεπικουρεί και ξεκινήσαμε για φθινοπωρινή διαδρομή στην Πίνδο. Το βουνό με τις ψηλές απάτητες κορφές, τις όμορφες απόκρημνες πλαγιές, τις απότομες χαράδρες, αλλά και τα γραφικά απόμακρα χωριουδάκια.
  

    Τώρα, στον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου εκμεταλλευτήκαμε την ευκαιρία που δόθηκε και τρέξαμε να προλάβουμε το πανηγύρι που γίνεται αυτή την εποχή στα βουνά με την πολύχρωμη έκρηξη χρωμάτων σε δάση, δέντρα, θάμνους και κλαδιά. Κάθε ρεματιά φυλλοροεί με όλες τις γήινες αποχρώσεις κι ο γκρίζος δρόμος στολίζεται ευκαιριακά κι  απροσδόκητα με πλήθος φύλλα φθινοπωρινά που χορεύουν στο σκοπό του αέρα. Φύλλα κίτρινα, χρυσά και καφετιά, πορτοκαλιά, ροδοκόκκινα και καστανωπά. Φύλλα που  στροβιλίζονται σ’ ένα αέρινο και ξέφρενο γαϊτανάκι. Με μια κίνηση αδιόρατη κάποιες φορές που, όμως, δίνει ώθηση στο γύρω χώρο, όπως στο ξαφνικό πέταγμα πουλιών, αλλά και στη δική μας εξόρμηση.
     Ανηφορίζοντας, πίσω από κάθε στροφή, αποκαλύπτονται απίστευτες χρωματικές εναλλαγές σε λόφους και πλαγιές. Ένα ξάφνιασμα της φύσης στα έκπληκτα μάτια μας σε όλους τους δυνατούς κιτρινοπορτοκαλοκόκκινους τόνους, από τον πιο ανοιχτό μέχρι τον πιο σκούρο. Χάρμα οφθαλμών! Κι ανάμεσα, κι από δίπλα το πράσινο, για να μην ξεχνάμε και το χρώμα φύλλων που ξέρουμε, των αειθαλών κωνοφόρων! Να υποστηρίζουν και να τονίζουν την φωτεινότητα των φθινοπωρινών χρωμάτων. Να κρατούν, παράλληλα, τις ισορροπίες με το επιβλητικό βαθύ χρώμα τους προσδίνοντας νότα αρμονίας στο σύνολο.
    Τη ζωγραφική ατμόσφαιρα συμπληρώνει από πάνω ο ουρανός με τα σύννεφα. Άλλη ποικιλομορφία, σχημάτων και  χρωμάτων, εκεί ψηλά. Στο βάθος γκρι - μολυβί,  όγκος βαρύς έτοιμος να πέσει, αντάρα! Ευτυχώς πιο κει οι τόνοι ξανοίγουν διαδοχικά στο πιο απαλό γκρίζο, κάπου - κάπου λίγο μωβ, ίσως κοντά μας και λευκό. Λευκό που στις άκρες του κιτρινίζει συγκρατώντας με δυσκολία τον ήλιο να βγει. Ξέρουμε είναι εκεί, καιροφυλακτεί τη στιγμή για να ρίξει τη δική του εκτυφλωτική πινελιά. Μέσα στους γκριζόασπρους αφράτους όγκους κομμάτια καθαρού γαλάζιου… τ’ ουρανού, ελπίδα! Προμήνυμα λιακάδας!
    Διασχίσαμε και προσπεράσαμε ευδιάθετοι το φυσικό τούνελ τέχνης που απρόσμενα, αν κι υποψιασμένοι, μας πρόσφερε εικόνες ομορφιάς και μαθήματα εικαστικά. Είχαμε προορισμό φυσικά, δεν το ξεχάσαμε αυτό κι επισκεφτήκαμε και ζήσαμε από κοντά την ζωντανή και ζωηρή πόλη της Ηπείρου, καθώς και το μεγαλοχώρι που κοιτάζει τον κόσμο ''αφ’ υψηλού''. Όμως, ο προορισμός μάς έδωσε  ''τ’ ωραίο ταξίδι'' της διαδρομής, όπως λέει  ο Καβάφης. Μας γέμισε ενθουσιασμό και ξεχωριστές συγκινήσεις, μας κράτησε σε διαρκή εγρήγορση στο μακρύ δρόμο και μας πλούτισε με την χρωματική παλέτα της φύσης.
    Κατηφορίζοντας, λοιπόν, είχαμε αγκαλιά πίνακα ζωγραφικής με υπογραφή μοναδική, τη ΦΥΣΗ   Δίνοντας ο καθένας μας στίγμα με χρωματικές λεπτομέρειες και συμπληρωματικές πινελιές της προσωπικής του οπτικής δηλώνοντας, μ’ αυτό τον τρόπο, την παρουσία του σαν αναπόσπαστο μέρος μέσα σ’ αυτή. Και… καθώς το σούρουπο έπεφτε κι έριχνε τις δικές του σκιές στις θαμπές πια φιγούρες των απομακρυσμένων βουνών, έφθανε στ’ αυτιά μας απόηχος βαθύς η φωνή του Ζαχαρία Παπαντωνίου απ’ τα γνωστά μας ''Ψηλά βουνά'':
     
 - Γεια σας βουνά, ψηλά βουνά!!...
                   
                     10-11-2016
                          Φ. Κ.

                   ---------------         
Υ.Γ. :  Η τέλεια μουσική υπόκρουση κι ο αρμονικότερος ρυθμός στο συγκεκριμένο κείμενο …                  

  Leonard Cohen ~ Dance Me To The End Of Love

… μικρή αναφορά στον ποιητή και λογοτέχνη της ροκ που βαδίζει πλέον σ’ απάτητες κορφές… 

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Τα χέρια

    Τα χέρια αυτά, τα συγκεκριμένα χέρια που συχνά πυκνά μου ‘ρχονται στο νου κι είναι σαν να τα ατενίζω ολοζώντανα, δεν υπάρχουν πια. Ξεκουράζονται μακάρια κι αιώνια σε μια απόσυρση δικαιωματική, λες, μετά τον πολύχρονο και αεικίνητο αγώνα τους. Έναν αγώνα  ζωής πολύπλευρο και κάποιες φορές δυσανάλογο για το μέγεθος που τους δόθηκε.
    Χέρια προσφοράς! Χέρια δοτικά που αρκετοί, γνωστοί και άγνωστοι σε μας, ένιωσαν ποικιλοτρόπως το ‘μικρό’ ευεργετικό άγγιγμά τους. Μικρό σύμφωνα με τα δεδομένα τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αλλά καίριο κι όχι ευτελές. Άξιο έργο σίγουρα, φανερό ή μη, της δράσης τους. Χωρίς να επεκταθώ περισσότερο στα έργα και τις ημέρες τους, παραμένω μόνο στην αξιοσύνη των χεριών. Βίωμα για μένα από μέσα κι από κοντά. Και τι δεν έκαναν αυτά τα χέρια! Με τι δεν καταπιάστηκαν επάξια! Χέρια μικροκαμωμένα, μα επιδέξια, πολυτάλαντα, πρόθυμα πάντα κι ακούραστα. Πάντα με κάτι απασχολημένα και ποτέ βαριεστημένα. Χέρια  για όλες τις δουλειές και για όλες τις ειδικότητες χωρίς να έχουν πάρει κάποια εξειδίκευση. Όπως δεν γνώριζαν κι αργία, δεν ξέρω, δεν μπορώ, δεν θέλω. Χέρια που συγχρονίζονταν γι’ αυτό δεν είχαν ηλικία αν και ήταν μιας προηγούμενης γενιάς.
    Εκείνης της εποχής που ήθελε τα γυναικεία, ιδίως, χέρια να δουλεύουν σκληρά και ασταμάτητα χωρίς τις σημερινές οικιακές ανέσεις. Όλα γίνονταν στο χέρι, το πλύσιμο, το κόψιμο των λαχανικών για το καθημερινό μαγείρεμα[πού ξύλο κοπής και multi], το ράψιμο… Μ’ αυτό τον τρόπο, βέβαια, λειτουργούσαν όλα τα παλιά νοικοκυριά για να ‘χουν αυτάρκεια  και να μην επιβαρύνουν τον οικονομικό προγραμματισμό του σπιτιού. Κι όλα γίνονταν από τα ίδια πάντα γυναικεία χέρια καθώς τα αντρικά δεν εκπαιδεύονταν γι’ αυτό το σκοπό και δεν ανακατεύονταν στα του νοικοκυριού[πλην ελαχίστων εξαιρέσεων]. Η εποχή, λοιπόν, έκανε πρώτα απ’ όλα τα γυναικεία χέρια, γενικά, ακαταπόνητα κι επιτήδεια στα πρακτικά θέματα, άξια θαυμασμού και τιμής. Ωστόσο αναπολώ με σεβασμό κάθε άνθρωπο που πέρασε απ’ τη ζωή σε τόσο δύσκολες και σκληροτράχηλες εποχές.
    Εστιάζω, όμως, στα συγκεκριμένα χέρια με τις ιδιαίτερες ικανότητες. Που ό, τι έπιαναν το έκαναν καλά. Που ασχολήθηκαν με κάθε είδους τεχνικές κι έβγαλαν αριστουργήματα. Από το πρώτο εκείνο ροζ φόρεμα με τα μανίκια - φουσκάκια, που θυμάμαι να βιάζομαι να τελειώσει για να το βάλω στην πρώτη μου εφηβική βόλτα… και την πρώτη μου τσάντα, εκρού, πλεχτή στο βελονάκι με κρόσσια σαν μικρός τορβάς[ταγάρι], δείγμα νεανικής γυναικείας συμπεριφοράς. Kαι θεωρούνταν αυτά αυτονόητα και δεδομένα, κάτι σαν το φαγητό που τρώγαμε στην ώρα του, όχι σαν κάτι ξεχωριστό που δεν το είχαν όλοι. Πολύ αργότερα εκτιμήσαμε τη διαφορά. Όπως τότε με την άσπρη μίντι στενή φούστα που το σχέδιό της κούμπωνε στο πλάι με κουμπιά από πάνω ως κάτω περίπου και οι ανάλογες κουμπότρυπες έγιναν στο χέρι, τρόπο που ευτυχώς έμαθα κι εγώ, αν και σήμερα γίνονται στη ραπτομηχανή. Ή το πέρασμα του γιακά σε πουκάμισο ή σε φούστα πάλι που έκανε τις φούντες, γιατί έτσι ήθελε το σχέδιο. Αναφέρομαι σε περίπλοκα σημεία της μοδιστρικής που ανταποκρίνονταν θεαματικά, γιατί στα πιο απλά θεωρούνταν αυτονόητο στις περισσότερες γυναίκες της εποχής να γνωρίζουν λ.χ. να ράβουν ένα ξήλωμα ή ένα κουμπί. Ήταν μαθήματα, αυτά, ραπτικής ερασιτεχνικά από αυτοδίδακτα χέρια. Κι άλλοτε η ένωση, της πλεχτής στο βελονάκι δαντέλας, με το ανάλογο ύφασμα με τη σωστή βελονιά, τρυπογάζι και αζούρ σε όμορφα σχέδια. Μ’ ανάλογο τρόπο έγιναν οι ατραντέδες -  τραπεζομάντηλα, σεμέν, τραβέρσες, καρέ, κουρτίνα, κουρτινάκια… Όλα περνούσαν απ’ τα γνωστά  χέρια, χωρίς να χρειάζεται να δοθούν σε επαγγελματία. Ακόμα και σε πιο δύσκολες περιπτώσεις, όπως για κουρτινάκια με βολάν, καλύμματα για καρέκλες με τις συμμετρικές κουφωτές, μαξιλαράκια διακοσμητικά από περισσεύματα υφασμάτων… ή το ξεσήκωμα μετρητού σχεδίου για σταυροβελονιά… Ιδέες ενός προικισμένου μυαλού με χέρια άξια να τις πραγματοποιούν. Ως και τα πρώτα παπουτσάκια στο νεογέννητο μωρό μας, καλοκαιρινά, ήταν χειροποίητα στο βελονάκι με ρίγες μπροστά και σχέδιο κανονικού παπουτσιού με το πλεχτό λουράκι επάνω που κούμπωνε στο πλάι μ’ ένα μικροσκοπικό κουμπάκι. Λεπτοδουλειά και μεράκι. Ενθύμιο, κι αυτό σήμερα, αποδεικτικό των λόγων για να μην θεωρηθούν συναισθηματική υπερβολή. Καθώς όλα αυτά γίνονταν ανάμεσα σε πλήθος υποχρεώσεις και καθήκοντα καθημερινά για να καλύψουν τις ανάγκες πολυάριθμης οικογένειας. Πού βρίσκονταν χρόνος και για το επιπλέον; Για το καλλιτέχνημα που απέδιδαν τα ταλαντούχα χέρια; Χωρίς να αμελήσουν τα κύρια και βασικά. Χωρίς να παρακάμπτουν ‘’αγγαροδουλειές’’ όπως το μπάλωμα [αν είχαν μπαλώσει – καρικώσει δεξιοτεχνικά κάλτσες και κάλτσες…], τα στριφώματα [κόντεμα- μάκρεμα όπου αν δεν έφτανε το ύφασμα έβαζε από πίσω εξτραφόρ], τις μεταποιήσεις [φάρδεμα- στένεμα], ράψιμο κουμπιών και τόσα άλλα… τόσων ατόμων… Όλα περίμεναν αυτά τα εξασκημένα χέρια που σε συνδυασμό με πνεύμα οικονομίας έδιναν παράταση ζωής και χρήσης στα άψυχα [το διπλό σεντόνι που έλιωσε κάπου στη μέση, κόπηκε κατά μήκος στα δυο και ενώθηκαν τα άκρα με γαζί, αόρατο λες, κάνοντάς το ξανά λειτουργικό] ή άλλαζαν ρόλους σε είδη  οικιακής ένδυσης αξιοποιώντας τα αλλιώς [η πετσέτα που σχίστηκε, έγινε πετσετάκι για την κουζίνα ή ποδιά – η νυχτικιά που πάλιωσε, το γερό της μέρος έγινε …εσώρουχο γιατί οι προηγούμενες γενιές και ‘’τ’ ασπρόρουχα’’ τα έραβαν στο χέρι]. Ανάμεσα, λοιπόν, σε κουζίνα και πλυσταριό, σ’ ένα ταξίδι ζωής 90 περίπου χρόνων, τα άλλοτε μυρωδάτα χέρια απ’ τις μοσχοβολιές φαγητών κι άλλοτε μουλιασμένα χέρια απ’ τα  νερά της μπουγάδας βρήκαν χρόνο να δημιουργήσουν και να μεταδώσουν την αγάπη σε κάθε απλό ή πιο περίπλοκο έργο χεριών.
    Ακολουθώντας την ίδια τακτική κι αντίληψη, που με τα χρόνια άλλαζε μόνο ως προς το αντικείμενο, σειρά πήραν  τελευταία τα παλιά πλεχτά ρούχα κι αντί να πεταχτούν ξηλώθηκαν υπομονετικά και τυλίχτηκαν σε κουβάρια. Κουβάρια πολύχρωμα που έδωσαν τη χαρά της απασχόλησης στα γερασμένα πια, μα εξοικειωμένα χέρια στο να ξαναζωντανεύουν κάθε τι παλιό. Έτσι έγιναν μια σειρά από πατάκια, μικρά- μεγαλύτερα-στενόμακρα-άλλα με κρόσσια, όλα χρωματικά  συνταιριασμένα, κάποια με γεωμετρικά σχήματα και όλα με το σωστό τελείωμα. Πατάκια που στέκονται σε πολλούς χώρους του σπιτιού [κουζίνα, χολ, κρεβατοκάμαρα], αλλά κυρίως ταιριάζουν στο δωμάτιο των παιδιών  για να ζωντανεύουν με τα χρώματά τους τη θύμηση των απέριττων χεριών της γιαγιάς. Που με το χοντρό βελονάκι πλεξίματος δούλευε ‘πυρετωδώς’ για καιρό, αφού τα κουρασμένα χέρια της ήθελαν με τις υπάρχουσες ακόμη δυνατότητες να δημιουργούν. Τα χειροποίητα αυτά πατάκια μπορεί να μην εντυπωσιάζουν με την απλοϊκότητά τους, αλλά σαν τελευταία δείγματα αξιέπαινων χεριών έρχονται να δηλώσουν μαζί με τον ποιητή:
             Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε
             Αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα
             Θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου
             Θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.            [Γιάννης Ρίτσος]

 Τα απλά πατάκια, λοιπόν, δόθηκαν, μοιράστηκαν, χαρίστηκαν… Άφησαν όμως και κάτι πίσω τους. Άφησαν τη συνήθεια και τη μόνη χαρά, τα τελευταία χρόνια, στα λιπόσαρκα χέρια να νιώθουν ακόμη χρήσιμα κι ως εκ τούτου ζωντανά τυλίγοντας και ξανατυλίγοντας νήματα σε κουβάρια. Κι αυτή η απασχόληση γίνονταν, όπως μια ζωή άλλωστε έκαναν, με επιμέλεια, επιμονή, αφοσίωση. Ώσπου βρήκαν κι αυτά χρήση και πήραν τη θέση τους… πού λέτε: στο χριστουγεννιάτικο δεντράκι! Πολύχρωμα νήματα μαζεύτηκαν σε μικρά κουβαράκια κι έγιναν ιδιόχειρες μπάλες που μία- μία κρεμάστηκαν στα κλαδιά του μικρού δέντρου, εκεί στην άκρη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Και στολίστηκε ένα δεντράκι λαμπερό και φανταχτερό! Και φώτισαν τα περασμένα Χριστούγεννα μ’ ένα τρόπο πρωτότυπο και προσωπικό σαν …τελευταία αναλαμπή.
    Εκεί, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, το αγαπημένο μέρος για τα αποσταμένα χέρια που, σε μια στάση παραίτησης πια, ακουμπούσαν αναπολώντας προς στιγμήν τα τόσα δείγματα καλής θέλησης και προκοπής  που έδωσαν αφιλοκερδώς… προς στιγμήν…
    Γιατί αφού πρόσφεραν με το παραπάνω ό, τι είχαν να δώσουν κι αφού άπραγα δεν έμαθαν ποτέ να μένουν, τελευταία, κάνοντας εκείνη την τρυφερή χαρακτηριστική κίνηση, μοίραζαν απλόχερα  …φιλιά.
    Τα χέρια αυτά, τα ευλογημένα, τα χέρια της μαμάς…                                              
                                Φ.Κ.

                                21-10-2016

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ



 Καλή χρονιά …στους δια βίου μαθητές

 Καλή χρονιά στην αυτομόρφωση

 Καλή αρχή στη διάθεση, στο μεράκι και στην ενασχόληση  με κάτι      πέρα απ’ τα καθημερινά  υλικά, με κάτι  πνευματικό.

 Καλό ξεκίνημα στην επαφή με τις πνευματικές εξελίξεις στην        λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο, την  τέχνη…

Και μετά τις ευχές …στην πράξη. Γιατί κάπως έτσι αρχίζουν όλα: Μ’ ένα βιβλίο, καλοκαιρινό ανάγνωσμα, σε μια βαλίτσα. Μ’ αυτό το βιβλίο, ανοιχτό διάπλατα, στην αμμουδιά μπροστά στο κύμα. Με το ίδιο βιβλίο, απορροφημένη την ίδια περίπου ώρα, κάτω από την ομπρέλα μετά το θαλασσινό μπάνιο. Με το αγνώριστο πλέον βιβλίο, ταλαιπωρημένο τόσες μέρες, μέσα έξω στην τσάντα της θάλασσας με τον ήλιο, την αλμύρα και το θαλασσινό αεράκι. Ώσπου επιστρέφει στο ράφι της βιβλιοθήκης …και γυρίζει μαζί του κι η συνήθεια διαβάσματος… Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά τα καλοκαίρια και …μετά καλή η συνήθεια για διάβασμα-διάλειμμα ξεκούρασης μες στη μέρα. Κι άλλοτε το βράδυ, πάντα χρήσιμο κάποιο βιβλίο στο κομοδίνο. Έτσι σιγά-σιγά το διάβασμα γίνεται από καλοκαιρινή, όλων των εποχών δραστηριότητα. Κι έτσι συνεχίζοντας ανακαλύπτεις βιβλία διαχρονικά -θησαυρούς- που θα ‘πρεπε, σκέφτεσαι, να είχες διαβάσει χρόνια πριν, σε ηλικίες άλλες. Όμως, όπως λεν, ποτέ δεν είναι αργά… αντίθετα σε παρασύρει να βιαστείς να κερδίσεις το χαμένο χρόνο και το κάθε βιβλίο σού ανοίγει τις σελίδες του επόμενου, διαβάζοντας σ’ έναν αγώνα δρόμου. Ώσπου γεμίζει η βιβλιοθήκη με ‘’ταλαιπωρημένα’’ ή μη βιβλία. Εξοπλίζεται και μ’ άλλα ράφια για βιβλία το σπίτι και με συμπληρωματική βιβλιοθήκη. Σ’ όλα τα δωμάτια υπάρχουν βιβλία, ακόμα και στην κουζίνα, τα σχετικά με τη μαγειρική και το ‘’ευ ζην’’. Μόνο το μπάνιο δεν έχει αυτήν την εικόνα στο χώρο. Απλώθηκαν και τα αναγνωστικά ενδιαφέροντα σε διάφορες μορφές τέχνης, όπως ζωγραφικής, ποίησης… Ύστερα δεν προλαβαίνεις να ενημερώνεσαι και ν’ αγοράζεις βιβλία σε κάθε ευκαιρία και με ευκαιρία τιμής. Ευτυχώς που κατά καιρούς γίνονται bazaar βιβλίων, αλλά και προσφορές των βιβλιοπωλείων, …των εφημερίδων κι αποκτάς ενδιαφέροντα βιβλία με μια προσεχτική  επιλογή. Τέλος φτάνει ο καιρός που γίνεται αυστηρή επιλογή των βιβλίων που αγοράζεις, μόνο εκείνα που θες να διαβάσεις και να υπάρχουν στην βιβλιοθήκη σου. Τα άλλα τα διαβάζεις και μετά τα δίνεις [δεν τα χαρίζεις γιατί χαρίζεις εκείνα που σ’ εκφράζουν κι ίσως σ’ αντιπροσωπεύουν]. Πρακτικά μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται κι αποσυμφόρηση στον όγκο που καταλαμβάνουν κι αφήνουν το ‘ελεύθερο’ σε κάτι πιο αξιόλογο. Η ανάγνωση γίνεται με τον καιρό συστηματική και ανάγκη, κάτι που λείπει στο τέλος της μέρας. Κάποιες φορές αναπληρώνεται με άλλους τρόπους, όπως με σινεμά [μια καλή ταινία είναι σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο σε συντόμευση] ή μια ‘ωραία’ εκπομπή [κυρίως λόγου ή βιβλίου] στην τηλεόραση. Ακόμα μια περιήγηση στον υπολογιστή για γρήγορη έρευνα-ενημέρωση πάνω σε ενδιαφέροντα θέματα και για … συγχρονισμό. Κι ούτε που αντιλαμβάνεσαι πώς τώρα πατάς τα πλήκτρα και γράφεις… Γράφεις εσύ, το δικό σου γραφτό, τις προσωπικές σου σκέψεις, σχηματίζεις εικόνες, ζωντανεύεις αναμνήσεις, ζωγραφίζεις πορτρέτα κι όλα αυτά με λέξεις. Λέξεις που σου έρχονται αυθόρμητα κι άλλες που σε παιδεύουν και τις παιδεύεις. Και στο τέλος βγαίνει κάτι. Κάτι καλό; Για την ώρα δεν έχει αυτό σημασία. Σημασία έχει πως μαθαίνεις. Μαθαίνεις τον εαυτό σου αλλιώς και γεμίζεις χαρά. Περνούν κάποιες ώρες γράφοντας χωρίς να το καταλάβεις κι απορείς πού ήσουν όλο αυτό το χρόνο. Σαν να βγήκες από νησιώτικο πανηγύρι!  Σε ξεσηκώνει, νιώθεις γεμάτος και ζωντανός! Και …κάπως έτσι φτάνεις να γράφεις τούτο δω το γραπτό, το χαϊκού, τις ευχές… Αν πάλι κουραστείς, βαρεθείς, θες να ξελαμπικάρεις παρατάς τα πλήκτρα, τις λέξεις και πιάνεις τα πινέλα, τα χρώματα, τα παστέλ, τα τελάρα, φτιάχνοντας όλα τα παραπάνω δικούς σου πολύχρωμους κόσμους. Αυτός ο κύκλος, ελπίζεις, δεν τελειώνει ποτέ. Εξάλλου πιστεύεις στη μόνιμη ιδιότητα του ισόβιου μαθητή κι όλο κάποιος κρίκος θα προστεθεί στην αλυσίδα, τη μαγική, της τέχνης. Γιατί κάπως έτσι θα πορεύεσαι ελεύθερα σ’ όποια μορφή τέχνης με τα σύμβολά της μιλήσει στην ψυχή σου.
 Καλή χρονιά, λοιπόν, πρώτα και δικαιωματικά στους μικρούς, μεγάλους, μεγαλύτερους μαθητές και οπωσδήποτε σ’ όσους αισθάνονται μαθητές, μ’ ένα ποίημα-χαϊκού:

               Καλή Χρονιά με 
               αυτομόρφωσης αύρα 
               φθινοπωρινή.
               --------------
               Καλή αρχή με
               ανοιχτούς ορίζοντες
              μες στην συννεφιά.
               ----------------
               Ξεκίνημα με
               καθαρή ματιά κόντρα
               στα πρωτοβρόχια.

               ----------------                Φ.Κ.  ---  11/9/2016                                                 

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Ένας Α Υ Γ Ο Υ Σ Τ Ο Σ … παντού

Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να ‘ σουν δυο φορές το χρόνο. 
Αλλά… ‘και τρεις βολές [φορές] το χρόνο’, όπως το θέλουν αλλού, να ‘ ρχότανε ποιος θα ‘ λεγε όχι.

Μακάρι σαν τον Αύγουστο να ‘ ταν οι μήνες όλοι.

Γιατί κάθε πράγμα θέλει τον καιρό του κι ο Αύγουστος έχει τον κολιό του.

Κι όχι μόνο! Σύκα ο Αύγουστος σταφύλια, τρώει γλείφοντας τα χείλια.

      Ένας μήνας, λοιπόν, πλουσιοπάροχος και πολυδιάστατος. Μήνας με αγαθά άφθονα, όχι μόνο τα υλικά όπως αναφέρονται στις παροιμίες.
Με λαμπικάρισμα νου και καρδιάς. Και πώς μπορεί να ‘ ναι αλλιώς αφού:

Του Αυγούστου το φεγγάρι, ήλιος της ημέρας μοιάζει.

      Προκαλεί σε αποδράσεις πραγματικές και νοητές, μακρινές ή κοντινές, δεν έχει σημασία. Στα γαλανά νερά και στα λαμπερά βράδια. Με τραπεζάκια έξω, με βόλτες βουνίσιες και θαλασσινές, με περιπάτους νυχτερινούς και παραλιακούς, με θερινά σινεμά και χαλαρά αναγνώσματα. Κι όλα αυτά μέσα σε ζέστες πολλές και καύσωνες, όλα σε υπερθετικό βαθμό αυτό το μήνα, γι’ αυτό μην παρεξηγείτε που:

Τον Αύγουστο και οι γριές κάνουνε ξετσιπωσιές.

      Όμως, όπως και να το δεις, να το σκεφτείς, να το ακούσεις : ''καμπάνες – αυγουστιάτικες- ηχούν αλαργινά''… για να θυμίζουν τις μέρες νηστείας και τις ''Παρακλήσεις'' στην Παναγιά που έγιναν στις εκκλησιές καλώντας μας ν’ ανάψουμε το δικό μας κερί, ο Αύγουστος δεν είναι για γραφτά, γι’ αυτό και από δω, προτιμώ να τραγουδώ:

Ε! Κυρά μου Πορταΐτισσα
άιντε έβγα από το θρονί σου,
να ιδείς χαρές που γίνονται
άιντε έξω από την αυλή σου.

Παναγιά, Παναγιά Παρηγορήτρα, παρηγό... παρηγόρα και βοήθα,
Παναγιά, Παναγιά Παρηγορήτρα, παρηγό... παρηγόρα κάθε πίκρα.

Ε! Κυρά μου Πορταΐτισσα
άιντε με το μεγάλο δρόμο,
να μ' αξιώσει η χάρη σου
άιντε να 'ρχομαι κάθε χρόνο.

Παναγιά, Παναγιά μου, Παναγιά μου παρηγό... παρηγόρα την καρδιά μου,
Παναγιά, Παναγιά μου, Παναγιά μου δώσ' αγέ... δώσ' αγέρα στην καρδιά μου.

       Και συνάμα να χορεύω. Πώς θα μπορούσα αλλιώς. Πάντα έτσι γίνεται. Όταν τα χείλη τραγουδούν, η καρδιά χορεύει. Κι όχι μόνο αυτή, κάποιες φορές το σώμα όλο ακολουθεί, με το σωστό σουστάρισμα όπως ταιριάζει στο γνήσιο νησιώτικο ρυθμό. Ε, και καμιά στροφή ανάμεσα, αυθόρμητα έρχεται, γιατί εδώ ψυχή και σώμα μαζί συμμετέχουν. Παιχνιδιάρης μήνας ο Αύγουστος, με παιχνιδίσματα στον ήλιο, στον αέρα, στη θάλασσα… παρασύρει ανθρώπους, συμπεριφορές, λέξεις… σ’ ένα παιχνίδι καλοκαιρινό!

Λοιπόν…

Χρόνια Πολλά τον Αύγουστο, που ‘ναι  παχιές οι μύγες!

Και ''μέσα στο φτερούγισμα … τριαντάφυλλα σκορπίζουν…'' το τραγούδι συνεχίζεται…

'' Έχε γεια, πάντα γεια [υγεία]…
τα μιλήσαμε,
όνειρο ήτανε τα λησμονήσαμε''…  

15-8-2016
Φ.Κ.
=======        


Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ…

… εικόνες ζωντανές κι ιδιαίτερες της παιδικής ζωής…
… νοσταλγώντας την ολόφωτη αρχική πατρίδα…     

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό σπιτάκι με μια μεγάααλη αυλή. Το σπίτι αυτό δεν ήταν μικρό για τα δεδομένα της εποχής, σ’ όλη τη γειτονιά παρόμοια σπίτια ήταν, αλλά για τα δεδομένα της πολυάριθμης  οικογένειας που το κατοικούσε.
    Εδώ και καιρό πέντε χαριτωμένες φωνούλες ξεσήκωναν ολημερίς το μικρό σπιτικό, ζωντάνευαν με την αεικίνητη παρουσία τους την πελώρια αυλή, κάτω από τα άγρυπνα βλέμματα της μικροκαμωμένης ωραίας μαμάς, του ψηλού όμορφου  μπαμπά και του επιβλητικού Μικρασιάτη παππού.
     Η γειτονιά παραξενεύονταν που εκείνο το ήσυχο και σιωπηλό σπίτι γέμισε ξαφνικά με τόοοσα πολλά παιδιά, οι περαστικοί απορούσαν κι έλεγαν: ‘’ Καλέε,  παιδική χαρά  είναι  εδώ; ’’ , τα μικρά γειτονόπουλα φώναζαν στις μανάδες τους: ‘’ Θα πάμε στα παιδάκια!! ’’ κι έτρεχαν να προλάβουν να μπουν στην αυλή και στο παιχνίδι.
    Και … μόνο τα πολλά δέντρα της αυλής ήξεραν και δεν ξαφνιάζονταν. Εξάλλου ήταν ισάριθμα δέντρα - παιδιά και παρόντα τα πρώτα στην υποδοχή τους στον κόσμο και στο σπίτι! Εκεί, όπου επέστρεψε απ’ την κλινική η μαμά με την ‘‘πρώτη της χαρά’’ αγκαλιά και πριν προλάβει να μιλήσει: ‘’Αγοράκι είναι; Να σου ζήσει!’’ Εκεί τότε, μπροστά - μπροστά στο μέρος της αυλής που έβγαινε στον κεντρικό δρόμο η γέρικη ελιά - ανάχωμα στην κυκλοφορία και την ορμή των οχημάτων, καλωσόρισε την πρώτη γέννα: ‘’Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είν’ κορίτσι’’! Χαρούμενος ο παππούς κουβάλησε την ροζ σιδερένια κούνια του μωρού πάνω στο τρίτροχο χειροκίνητο καρότσι του μέχρι το σπίτι λέγοντας σε γνωστούς και γείτονες: η κόρη μου έκανε κ ο ρ ί τ σ ι! Στους 13 μήνες ακριβώς η μεγάλη και πλατιά συκιά, εκεί που έδενε τους καρπούς της, πήρε τη σκυτάλη και καλωσόρισε με καμάρι τον πρώτο γ ι ο της οικογένειας! Πάνω στον επόμενο χρόνο μόλις πρόλαβε να ωριμάσει τα τζάνερα  η ψηλή τζανεριά και πριν τους τρατάρει, βιαστική καλωσόρισε τη δεύτερη κ ό ρ η! Πέρασε άλλο ένα καλοκαίρι και κατά το φθινόπωρο φούντωσε περισσότερο η μικρή λεμονιά εκεί δίπλα στην αυλόπορτα, και γεμίζοντας μοσχοβολιές τον χώρο υποδέχτηκε το δεύτερο γ ι ο!  Τέλος η γεροδεμένη αμυγδαλιά περίμενε τον καιρό που στολίζεται με τα λευκά της ανθάκια για ν’ αναγγείλει τον ερχομό της μικρότερης κ ό ρ η ς  και να καθησυχάσει τον καλότυχο μπαμπά, γιατί η μαμά κινδύνεψε σε κείνο τον τοκετό!
    Έτσι αυτή η αυλή με τα δέντρα, την κληματαριά στη μέση, τα δυο μεγάλα παρτέρια με τα κηπευτικά, το κλειστό πηγάδι και πιο κει τη βρύση με το λάστιχο, τους κόκκινους τενεκέδες και τις γλάστρες με τα λουλουδικά, την αναρριχώμενη κόκκινη τριανταφυλλιά σκαρφαλωμένη στη σήτα της περίφραξης προς το δρόμο, τους  ψηλούς τσίγκους- διαχωριστικά από τη γειτονική αυλή, το πλυσταριό με δίπλα το κοτέτσι εκεί στην άκρη, ούτε που πρόλαβε ν’ αντιληφθεί πώς τώρα γέμισε κι από παιδιά. Μια αυλή που τα ‘χε όλα, και με τα πέντε ‘‘πιτσουνάκια’’, όπως τα ονόμαζε η μεγάλη ξαδέρφη, συμπληρώθηκε η εικόνα κι ολοκληρώθηκε το σύνολο της αυλής, κι εκείνη με συνέπεια ανταποκρίθηκε πλήρως στον προορισμό της.
    Πρωί - πρωί, κάθε μέρα σε γιορτή και καθημερινή, ο ήλιος στέλνοντας τις πιο παιχνιδιάρικες αχτίνες του με προτεραιότητα στο προσηλιακό εκείνο μέρος, αυλή και μικρομάνα φορώντας την ποδιά ανασκουμπώνονταν στη δουλειά.
    Η μαμά να ετοιμάσει το πρωινό γάλα στα παιδιά. Το γάλα που αχάραγα άφηνε στην εξώπορτα ο γαλατάς- Αγγελής περνώντας με το ποδήλατό του και κουβαλώντας σε σιδερένια καφάσια τα μπουκάλια που μοίραζε στη γειτονιά. Κι ως να ζεσταθεί και να σερβιριστεί το γάλα… …
‘‘ Καλημέρα σας παιδιά, τρα-λα-λα  τρα-λα-λα,
 σηκωθείτε με χαρά, τρα-λα-λα   λα-λα.
Η χρυσή ανατολή στη δουλειά μας προσκαλεί,                                                                         
τρα-λα-λα  τρα-λα-λα, τρα-λα-λα  λα-λα…’’              
 η ραδιοφωνική φωνή της ‘θείας-Λένας’ [παιδική εκπομπή της Αντιγόνης Μεταξά] ή και της μαμάς αντηχούσαν στο σπίτι… Το πρωινό μενού εδώ, λοιπόν, σέρβιρε το γάλα με παραμύθι, το ψωμί με ποιηματάκια και τραγουδάκια και για επιδόρπιο σχόλια της παιδικής αυτής εκπομπής και των παιδιών, που με τέτοια εισαγωγή είχαν ζωηρέψει και ξυπνήσει για τα καλά. Η συνέχεια τώρα δινόταν ή στο σχολείο βιαστικά ή στην αυλή, ανάλογα εποχής.
    Η αυλή, εκεί παρούσα, περίμενε τη σειρά της, χρήσιμη και πρακτική, να συμπληρώσει το  πρόγραμμα της μέρας στα παιδιά: να, η τρίχινη κούνια έτοιμη αιωρείται στο γερό κλαδί της αμυγδαλιάς. Έτοιμο να ξεκινήσει δρομολόγια το λεωφορείο – κληματαριά: κρατηθείτε καλά απ’ τις κληματσίδες-χειρολαβές, μην πέσει κανείς! Πρόσεχε οδηγέ στο τιμόνι με λάστιχο ρόδας! Τραντάζεται το λεωφορείο καθώς περνά ανάμεσα στα στενά μονοπατάκια των παρτεριών [μπροστά ο ‘οδηγός’- πίσω ουρά οι ‘επιβάτες’] και …φρενάρει απότομα. Όλοι, ενθουσιώδεις, γέρνουν μπροστά. Στάση οδηγέε! Πρώτη Στάση: ‘Γορίτσα’, εκδρομή στο βουνό. Δεύτερη Στάση: ‘Άναυρος’, για μπάνιο στη θάλασσα… Πόση ώρα κρατάει το δρομολόγιο αυτό;;; Μάλλον μέχρι να βαρεθεί ο ‘οδηγός’ κι εγκαταλείψει το ‘όχημα’ ή αφού αδειάσει από βαριεστημένους πια ‘επιβάτες’… Πιο κει, στο πατημένο καλά χώμα, περιμένουν  χαραγμένα τα τετράγωνα για το ‘κουτσό’ με την πλακουδερή πετρούλα στην άκρη, για τα κορίτσια. Στήθηκαν και οι μπίλιες για τ’ αγόρια. Απόμακρο, μόνο, στέκει το σφραγισμένο πηγάδι σαν … ξεχασμένο ξωκλήσι. Να, εκεί θα γίνουν τα βαφτίσια της κούκλας! Ένας φέρνει τα σύνεργα [λεκάνη – νερό – πετσέτα], άλλοι φτιάχνουν τις μπομπονιέρες και η ‘μοδίστρα’ ράβει τα βαφτιστικά. Πήρε μέρες αυτή η δουλειά! Τέλος βρέθηκε κι ο ‘παπάς’ … και το όνομα αυτής: ΛΑΟΥΡΑ, όνομα ξενόφερτο, αλλά της εποχής αφού τότε ακούγονταν σε ραδιοφωνική σειρά. Παρούσες στην τελετή οι δυο μικρές κούκλες με ‘ τ’ όνομα’: η Νιόβη κι η Ναταλί, φίλες του μωρού. Στο τέλος μοιράστηκαν και γλυκά φτιαγμένα από …λάσπη, που είχαν ψηθεί στον ήλιο. Έφτιαχνε συχνά παρόμοια γλυκά και πάστες το ‘Ζαχαροπλαστείο’ της αυλής!
    Με τούτα και με κείνα έφθανε το μεσημέρι, ώρα για φαγητό. Μετά… η γειτονιά ήθελε να ησυχάσει, πού να ησυχάσουν όμως τα παιδιά! Η πιο τρελή τους ώρα! Ξεφωνητά!  Πανζουρλισμός! Κι ήταν η μόνη ώρα που η χαμογελαστή μαμά σοβάρευε, μπρος στις παρατηρήσεις της γειτονιάς, και φώναζε και μάλωνε καμιά φορά.  Και τότε τα ‘ταξίδια’ συνεχίζονταν μες στο σπίτι τελικά: ‘’Γέρνει η βαρκούλα, βαρκούλα του ψαρά… ‘‘ σε θάλασσες δροσερές πάνω στο σιδερένιο διπλό κρεβάτι με τις σούστες… και ‘’τσαφ - τσουφ, τσαφ - τσουφ, το τρένο περνά…’’ από μέρη μαγικά, ‘του-τουτ…!’ μπροστά η μαμά κι από πίσω ουρά τα ‘βαγόνια’- παιδιά και… όνειρα… θερινού μεσημεριού κάποιες φορές. Παρέα με το ‘Όνειρο θερινής νύχτας’ του Σαίξπηρ, σε παιδική έκδοση, που αγόρασε απ’ το παζάρι ο μπαμπάς, ξεγελασμένος απ’ τη γαϊδουροκεφαλή στο σκληρό εξώφυλλο, αλλά οι μεσαιωνικές ιστορίες τρόμου φόβιζαν τα, απροετοίμαστα στο είδος, παιδιά που προσπαθούσαν να τις διαβάζουν πάντα κοντά με τους άλλους για να μετριάζουν την αγωνία και την υποβολή που τους δημιουργούσε.  
    Τ’ απογεύματα ο παππούς μοίραζε καραμέλες, χούφτες-χούφτες, και τα παιδιά τις αντάλλαζαν: ‘’ Δώσ’ μου  αυτή, πάρε αυτή!’’ Άλλοτε με τη μαμά … εξόρμηση στο κοντινό ζαχαροπλαστείο για να δροσίσουν τα καλοκαιρινά απομεσήμερα με το λαχταριστό χωνάκι παγωτό. Καμιά φορά τους περίμενε έκπληξη, έξω απ’ το σπίτι, για… αληθινό ταξίδι! Όταν ο  παππούς είχε αγώι κάπου κοντά, έφερνε το τρίτροχο χειροκίνητο καρότσι του στο σπίτι και τότε όλοι πάνω στην σανιδένια ‘πλατφόρμα’, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, χαρωποί και οπωσδήποτε καθιστοί, έβαζε κι ο παππούς τα σύνεργα της δουλειάς-τα μαύρα πέτσινα περικάρπια στα τραχιά του χέρια κι η γραφική βόλτα ξεκινούσε! Μεμιάς τα γνωστά γίνονταν άγνωστα, όλα αλλιώς απ’ το ‘ψηλό’ καρότσι κι ο μακρύς δρόμος ατέλειωτη λεωφόρος του κόσμου. Με τον γεροδεμένο παππού να σπρώχνει τη μακριά χειρολαβή, το παλιό  αυτό κι υπαίθριο ‘ταξιδιωτικό μέσο’, χάρισε σ’ όλους -παιδιά και μη- εικόνες θαυμαστές και... σουρεαλιστικές.
    Άλλες φορές πάλι ο μπαμπάς με το μεγάλο ‘αντρικό’ ποδήλατο έκανε βόλτες στα παιδιά πάνω στο ξύλινο καθισματάκι μπροστά ή στη σιδερένια σχάρα με το μαξιλαράκι πίσω. Όλοι πρόθυμοι να απασχολήσουν τα παιδιά και να κάνει, ελεύθερη, καμιά δουλειά η μαμά! Σ’ αυτές τις φορές που, πάνω κάτω, στο δρόμο η βόλτα δεν έλεγε να σταματήσει και τα παιδιά δεν ήθελαν να κατεβούν γι’ αυτό έμπλεκαν και σταύρωναν τα πόδια κάτω απ’ το μπροστινό οριζόντιο σίδερο του ποδηλάτου κι ήταν αδύνατο να σηκώσει και να κατεβάσει το παιδί, ο  μπαμπάς, μιας και μ’ αυτό τον πονηρό τρόπο σηκώνονταν μαζί και… το ποδήλατο! Κι η βόλτα συνεχίζονταν! Σε μια απ’ τις βόλτες αυτές ένας νεαρός με μηχανάκι δεν πρόσεξε κι έριξε κάτω το ποδήλατο με τον μπαμπά κι ένα απ’ τα κορίτσια. Το περιστατικό αντιλαμβάνεται ο σωματώδης και λίγο… ευέξαπτος παππούς που ορμάει κι ‘ανάβει’ ένα ‘φούσκο’ στον οδηγό…! Αλλά εκείνος, πού να αντιδράσει! Ευτυχώς που δεν χτύπησε κανείς κι από τότε, όταν θυμούνταν το γεγονός, όλοι γελούσαν με τον τρόπο του παππού!  
    Οι βόλτες με το μπαμπά, πολλές φορές, είχαν προορισμό το πάρκο του Αγίου Κωνσταντίνου με την ‘παιδική χαρά’ και τις κούνιες. Ο δρόμος για ‘κει μακρύς, αλλά η κατηφόρα κι η λαχτάρα για τα εκεί παιχνίδια μηδένιζαν την απόσταση που, έτσι κι αλλιώς, γίνονταν μόνο με τα πόδια. Συχνά εκεί χάζευαν τον πλανόδιο ‘γλυκό’ πωλητή με το περίεργο μηχάνημα που έβγαζε το αραχνοΰφαντο άσπρο ή ροζ μαλλί της γριάς και, συχνά κρατούσαν θριαμβευτικά το δικό τους ξύλινο καλαμάκι βουτώντας μες στον τεράστιο  ζαχαρώδη αφρό του που, ευτυχώς, διαλύονταν στη στιγμή! Ε, μετά… Έτρεχαν στη βρύση για να ξεδιψάσουν. Στη μαρμάρινη στήλη, όπου ανάβλυζε σαν πίδακας το τρεχούμενο νερό, που για να το φτάσουν σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών ή ο μπαμπάς ανασήκωνε όσους δεν έφταναν.   Η ποδαράτη επιστροφή όμως, μετά το ασταμάτητο παιχνίδι και το τρεχαλητό, ήταν αλήθεια κουραστική. Ευτυχώς που το καλοκαιρινό φεγγαράκι, πάντα λαμπερό, συντρόφευε κι αφουγκράζονταν την καταϊδρωμένη παιδική παρέα, φώτιζε το δρόμο της επιστροφής κι άκουγε το ρυθμικό ποιηματάκι που σκάρωναν για να μικρύνουν την απόσταση: ‘’…Φιλίππου Ιωάννου κι απ’ τα σκαλάκια σπίτ’…’’. Τι άλλο να  έλεγε το αυτοσχέδιο τραγουδάκι; Μόνο το φεγγάρι ξέρει πια, που άκουγε, και πήρε τα λόγια αυτά και τα πήγε μακριά σε άλλα παιδιά, που τώρα κουρασμένα κι αυτά γυρίζουν σπίτι τους μικραίνοντας μ’ αυτό τον τρόπο τη διαδρομή. Το φεγγάρι στα δικά μας νυσταγμένα  παιδιά έφερε όνειρα γελαστά και τώρα κοιμούνται βαθιά, αφού πρώτα έφαγαν το βραδινό που τους ετοίμασε η μαμά κι έκαναν την προσευχή τους: …να φυλάς τη μαμά και τον μπαμπά… και [όταν η μαμά-έγκυος στο τελευταίο μωρό] να μας στείλεις μια μπέμπα! [ο μπαμπάς παρεμβαίνει, ψιθυριστά]…μπέμπη να λέτε…[τα παιδιά επιμένουν]…εμείς μπέμπα θέλουμε! [στιχομυθία προσευχής… με κατάληξη την επιθυμία των παιδιών], [άλλες φορές] …και τη θεία Ευσταθία που μας ράβει το φουστάν’, το θαλασσί, με το ένα το μανίκ’… ! Αφού στην πρόβα του ρούχου, η μοδίστρα-θεία, έβαζε το… ένα μανίκι και το άλλο το ταίριαζε αργότερα κατ’ ιδίαν στο ράψιμο.
    Συχνές επισκέψεις γίνονταν στις θείτσες, όπως έλεγαν τις τέσσερες αδερφές του μπαμπά, όπου η διαδρομή για εκεί έκρυβε μια μικρή περιπέτεια. Το μυθικό ποτάμι, χείμαρρος για την ακρίβεια, ο Άναυρος έμπαινε στη μέση και προκαλούσε, σαν τότε παλιά με τον Ιάσονα, τη ζωηρή παρέα. Καθώς δεν υπήρχε γεφυράκι, η διάβαση περνούσε μέσα απ’ την κοίτη και προσεχτικά πατούσαν πάνω στις πέτρες στα σημεία με νερό. Πάλι καλά που δεν έχασαν κανένα σανδάλι! Εκεί, στην κοίτη, κατέβαιναν από ένα στενό και σε σημεία πολύ κατηφορικό μονοπάτι στην όχθη του ποταμιού, αντίστοιχα ανηφορικό απ’ την άλλη πλευρά, δοκιμάζοντας την προσοχή και την ισορροπία στις κινήσεις της λιλιπούτειας φτεροπόδαρης συντροφιάς που μ’ ανακούφιση αντίκριζε τον απέναντι απάνω κόσμο σαν κατάκτηση κορυφής! Αργότερα, στη λήξη της σχολικής χρονιάς αυτό, κρατώντας ως άλλα τρόπαια τα ‘ενδεικτικά’ στα χέρια, έτρεχαν να πανηγυρίσουν για τις σχολικές επιτυχίες στις θείες, ακολουθώντας την ίδια καθοδική-ανοδική πορεία μέσα απ’ το ποτάμι σαν μια τελευταία ‘γυμναστική επίδειξη’-σύμβολο της μετάβασης από τη μικρότερη τάξη στην αμέσως μεγαλύτερη την επόμενη χρονιά.
    Τότε, ένας περίπατος στο κοντινό ποτάμι, δηλ. 5-6 σπίτια παρακάτω κι αν υπήρχαν κι αυτά αφού ακόμα ήταν χωράφια, έμοιαζε εκδρομή και, πάντα με τη συνοδεία του μπαμπά, γνώριζαν τον… εκτός αυλής κόσμο. Τότε η βόλτα μέχρι τη στάση του λεωφορείου και τις βιτρίνες των μαγαζιών, ένα τετράγωνο πιο κει, φάνταζε επίσκεψη  στην κεντρική αγορά -στην Ερμού για ψώνια. Κι όταν πρωτοεμφανίστηκε η τηλεόραση στην βιτρίνα του κυρ Γιώργου τα μεγαλύτερα παιδιά εκεί έτρεχαν, μαζί με άλλους μικρούς και μεγάλους, να παρακολουθήσουν, στο όρθιο φυσικά  κι απ’ το πεζοδρόμιο, τον ‘Ταρζάν’ ή το ‘Χαμένοι στο Διάστημα’.
    Τότε και η μεγάλη αυλή έμενε άδεια, ξεκουράζονταν, ησύχαζε, ανανεώνονταν. Όχι, όμως για πολύ, γιατί τα καλοκαίρια το παιχνίδι έπαιρνε διαστάσεις ως αργά το βράδυ… Έπαιρνε κι ο παππούς τη θέση του, στη δική του πολυθρόνα  κοντά στη συκιά, ατάραχος βιγλάτορας της αυλής, διακριτικός κι απόμακρος λες, αλλά πάντα εκεί, έδινε με τον τρόπο του το παρών. Έπαιζε κι αυτός, θαρρείς, μαζί με τα παιδιά το ‘Αγαλματάκι ακούνητο, αμίλητο, αγέλαστο…’ κι αλήθεια ποιος τολμούσε να κουνηθεί, τ’ άστρα έβλεπαν από ψηλά!  Πόσες κινήσεις, στάσεις, γκριμάτσες αλήθεια κατέγραψαν! Πόσες φορές τρεμόπαιξαν και τ’ αστέρια μαζί τους βιαστικά!  Κι άλλες πόσες κρύφτηκαν κι εκείνα μες στις πολλές κρυψώνες της αυλής για το κρυφτό! Γι’ αυτό να ξέρετε, όταν τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν και κρύβονται στον ουρανό είναι που συμμετέχουν, κάπου, σε κάποιο παιχνίδι παιδικό. Κι αν… έφτανε η ώρα του κυνηγητού, ε, τότε πια αυλή και σπίτι γίνονταν ένα! Από τη μια πόρτα, την ‘καλή’, έμπαιναν, από την  άλλη, της κουζίνας, έβγαιναν! Η μαμά δεν μάλωνε, το σπίτι ήταν διαθέσιμο. Όταν όμως βρέθηκε στο σπίτι μια θεία, για επίσκεψη, δεν άντεξε και αφού σουρούπωσε, προέτρεψε στα παιδιά: ‘’ Άντε, φτάνει πια, κι εσύ… να πας στο σπίτι σου!’’ Οπότε πετάγεται, αντιπρόσωπος όλων, το πιο μεγάλο αγόρι και λέει: ‘’ Εσύ να φύγεις, εμείς τη Νίκη, τη θέλουμε! ’’  Να ‘ταν αγένεια αυτό ή διεκδίκηση του παιχνιδιού που δεν γνωρίζει τέλος στην ηλικία αυτή; Το ‘σοφό’ φεγγάρι, που όλα τα βλέπει, θα κατάλαβε… θα έδωσε απάντηση τότε στην απορία της θείας και ίσως να της φώτισε με τ’ ασημένιο του χρώμα  λίγο τα μαλλιά, ώστε να χαμογέλασε όπως αυθόρμητα αντέδρασε κι η μαμά.
    Γιατί το μικρό σπίτι με τη μεγάλη αυλή δεν ήταν, όπως μέχρι τώρα φάνηκε, ένα συνηθισμένο σπιτικό. Εκεί τα παράθυρα δεν είχαν κουρτίνες πολύπτυχες με κεντίδια και δαντέλες, αλλά κουρτίνες ήταν ο ήλιος με τα σύννεφα, άλλες φορές η βροχή, το φεγγάρι με τ’ αστέρια. Όχι γιατί δεν υπήρχαν κι οι συμβατικές, αλλά η μαμά τις είχε αφαιρέσει, μην πέσει και το κουρτινόξυλο σε κανένα παιδικό κεφάλι τραβώντας τες. Εξάλλου αυτή η μαμά δεν ήταν ‘μη και μη’, αλλά και οι κουρτίνες εκεί δεν ήταν απαραίτητες, τα δυο μεγάλα παράθυρα έβλεπαν στην αυλή και τη νύχτα έκλειναν τα πατζούρια. Αντίθετα τα πολλά και μικρά παραθυράκια της κουζίνας που κοίταζαν στο δρόμο ήταν πάντα καλοντυμένα με τα κατά συνθήκη κουρτινάκια τους, για την καλή έξωθεν μαρτυρία. Το χειμώνα πάλι, τη θέση των χαλιών πάνω στα σανιδένια πατώματα, εδώ έπαιρναν τα… χαρτάκια, μικρά-μεγάλα-χρωματιστά-ασπρόμαυρα, κομματάκια που έκοβαν με τα ψαλιδάκια τους τα παιδιά, από παλιά περιοδικά κι εφημερίδες, για χειροτεχνίες ή εικόνες για κολλάζ και συλλογές. Και δώσ’ του κόψιμο, και δώσ’ του χαρτάκια, πόσο διασκεδαστική αυτή η δουλειά! Και πόσο ευχάριστα περνούσαν οι ατέλειωτες χειμωνιάτικες ώρες! Η μαμά δεν μάλωνε κι η εξάσκηση στο σπορ συνεχιζόταν. Κρατούσε τα παιδιά προσηλωμένα και ήσυχα, τα χαρτάκια θα την ενοχλούσαν;
    Μετά το βραδινό φαγητό ή κατά τη διάρκειά του, αν η μαμά τάιζε η ίδια τα παιδιά, όλα γύρω της σε ημικύκλιο, κουταλιά-κουταλιά με τη σειρά μια ο ένας μια ο άλλος, άρχιζε το παραμύθι: Παραμύθι μύ-θι μύ-θι, το κουκί και το ρε-βύ-θι, … … … , και καθώς τριζοβολούσαν τα ξύλα στην σόμπα, αφήνοντας αναλαμπές, απ’ τον δυνατό αέρα που σφύριζε έξω, ή άλλες φορές οι λάμψεις κάποιας αστραπής με τις ακόλουθες βροντές -βαρέλια που κατρακυλούν στον ουρανό, έλεγε ο μπαμπάς, δημιουργούσαν παραμυθένια σκηνογραφία όπου συνωστίζονταν πάνω της όλες μαζί οι φιγούρες των ιδιαίτερων  παραμυθιών της μαμάς: πρώτη η Χιονούλα με τη Ροδούλα και η αρκούδα μαζί που την άφησαν να ζεσταθεί κι έγινε φίλη τους, ο αλέπαρος που έπαιρνε από πίσω το κάρο του ψαρά για ν’ αρπάξει κανένα ψάρι, αλλά και  τα γνωστά κι αγαπημένα εφτά κατσικάκια, τα τρία γουρουνάκια, η κοκκινοσκουφίτσα… Ήταν όλοι εκεί! Κι ύστερα η ατμόσφαιρα αλάφρυνε με τις αστείες ιστορίες του ‘Ναστραντίν Χότζα’ παρέα με το γαϊδουράκι του… και το καζάνι που γέννησε… και άλλοτε ‘πάρτ’ αλάτι, πάρτ’ αλάτι’ πουλώντας το στο… σπίτι του,  ιστορίες που τις έλεγε η αδερφή του παππού, θεία- Μαρία, στη μαμά, ιστορίες που έλεγαν στον τόπο της, τη Σινασό, στη μακρινή Καππαδοκία.  Ώσπου ερχόταν η ώρα του ύπνου κι αναλάμβανε δράση κι ο μπαμπάς: Έπαιρνε στην πλάτη ένα-ένα τα παιδιά [θέλω κι εγώ!, κι εγώ!!, ήταν μη γίνει η αρχή] και κατευθείαν από ψηλά βουτιά στα κρεβάτια τους. Ώρα να ησυχάσουν πια σπίτι, γονείς, παιδιά και… παραμύθια. Ο δε παππούς από ώρα ησύχαζε στο μικρό δωματιάκι του, τη ‘χούνη’ όπως την έλεγαν, αφού καθώς βαριάκουγε δεν ενοχλούνταν απ’ τη φασαρία του υπόλοιπου σπιτιού. Κάποιες παγωμένες χειμωνιάτικες νύχτες, αθόρυβα κι απαλά –μην ενοχλήσει την ησυχία του σπιτιού, το χιόνι το ‘στρωνε στην αυλή. Την άλλη μέρα το πρωί, πρώτος ο παππούς ξυπνούσε με τα επιφωνήματά του το σπίτι: Επέ!... Επέ!... . Κι ένας – ένας πετάγονταν απ’ τα κρεβάτια τους και τρέχοντας στο παράθυρο ή στην πόρτα αντίκριζαν τη μαγική ατμόσφαιρα της χιονισμένης αυλής. Όλα κάτασπρα κι ο μπαμπάς με το φτυάρι ν’ ανοίγει μικρό πέρασμα στοιβάζοντας το χιόνι δεξιά-αριστερά. Μ’ αυτό το περίσσιο χιόνι, λίγο αργότερα, στήνονταν ο χιονάνθρωπος πάνω στο πηγάδι, που κορδωτός, καμαρωτός φιλοξενούνταν στην αυλή όλες τις χιονισμένες μέρες.
    Τις Κυριακές τα παιδιά φορούσαν τα καλά τους. Για όλους ήταν ένα ξεχωριστό πρωινό. Πήγαιναν στην εκκλησία, εκεί στον παλιό και μικρό ναό του Αγίου Δημητρίου. Ο παππούς πρωί-πρωί με την καπαρντίνα του και την τραγιάσκα, που κρατούσε στο χέρι μες στο ναό. Αργότερα κι οι υπόλοιποι: ο μπαμπάς με το ανοιχτόχρωμο γκρι κουστούμι του, η μαμά με το ντραπέ φόρεμα, γκριζοπράσινο με ροζ ανθάκια, για χρόνια το ίδιο- ήταν το καλό της, πάντα απλή κι απέριττη στους τρόπους και στα στολίδια. Στολίδια της τα πέντε της παιδιά που τόνιζαν τη φυσική ομορφιά της: τα δυο κορίτσια με τις υφαντές κόκκινες φούστες με τιράντες και άσπρα κεντητά σχέδια [όχι ίδιες, αλλά με παρόμοια ντεκόρ] κι η μικρότερη με το άσπρο φόρεμα -το βαφτιστικό της, τ’ αγόρια με τιράντες στα παντελόνια τους -ραμμένα απ’ τη θεία-μοδίστρα κι εκείνα τα καλτσάκια με τα παπάκια στην άκρη γύρω-γύρω. Όλοι μαζί. Σαν σε παιδικό παραμύθι… Και μετά στην αυλή, αν βοηθούσε ο καιρός, από άνοιξη και μετά. Περνούσαν και κάποιες θείες, να τις προσφέρει καφέ και γλυκό η μαμά, εκεί κάτω απ’ την κληματαριά, ζωηρή και φλύαρη συντροφιά. Πιο κει έπινε το δικό του καφέ ο παππούς, διαβάζοντας εφημερίδα, στη γνωστή του θέση στη συκιά, αποτραβηγμένος απ’ την πολλή ‘συνάφεια του κόσμου’ -μορφή βιβλική... Τότε περνούσε κι ο Αγγελής [ο γαλατάς] να πληρωθεί για τη βδομάδα. Πώς έγινε η αρχή και φίλεψε μια φορά τα παιδιά από ένα πενηνταράκι, βλέποντάς τα μαζεμένα στα σκαλιά της κουζίνας, κανείς δεν θυμάται. Από τότε όμως τα παιδιά το καθιέρωσαν! Μόλις έρχονταν ο Αγγελής, να κι ένας- ένας παρουσιάζονταν στο ίδιο πάντα μέρος, τα σκαλάκια της κουζίνας, και κοίταζαν αφ’ υψηλού και σιωπηλά τη διαμειβόμενη δοσοληψία. Κι αυτός, σαν να μεσολαβούσε μια μυστική συμφωνία μεταξύ τους, κάθε φορά ανταποκρίνονταν δεόντως: από ένα πενηνταρούλι στην παλάμη κι από μια λάμψη χαράς στα μάτια. Άραγε ‘εισέπραττε’ κι ο ίδιος τη χαρά αυτού του παιχνιδιού;
    Άλλες καλοκαιρινές Κυριακές όλοι μαζί, ακολουθούμενοι κι από κάποια θεία, έπαιρναν το τρενάκι από τον Άγιο Κωνσταντίνο και καθισμένοι ήσυχα-ήσυχα χαίρονταν την διαφορετική διαδρομή πλάι στη θάλασσα και πιο πάνω ανάμεσα στα σπίτια των χωριών και στα περιβόλια. Συνήθως κατέβαιναν στα Άνω Λεχώνια, όπου εκεί κοντά στη ρεματιά με τα πανύψηλα πλατάνια και τα τρεχούμενα νερά έκαναν πικ-νικ. Καθισμένοι κατάχαμα στη παχιά στρώση των πλατανόφυλλων, μες στη δροσιά και τους ήχους της φύσης άνοιγε η όρεξη κι άνοιγαν ταυτόχρονα τα μπολ με τα …κεφτεδάκια της μαμάς. Μπουκωμένα βιαστικά στόματα για να προλάβουν και το κεφτεδάκι να καταπιούν και στις κουβέντες να συνεννοηθούν χωρίς χάσιμο χρόνου. Εξερεύνηση, παιχνίδι, φωνές, χαρά. Όλα αυτά μαζί έπαιρναν επιστρέφοντας απ’ την κυριακάτικη εκδρομή.
   Κάποιες Κυριακές η μαμά έμενε σπίτι, να προλάβει τις δουλειές, να ετοιμάσει το κυριακάτικο φαγητό. ‘’ Τι φαγητό θα φάτε την Κυριακή; ’’ ρωτούσε περιπαιχτικά η ξαδέρφη γνωρίζοντας εκ των προτέρων την απάντηση. ‘’ Κοτόπουλο [κοκκινιστό] με πατάτες τηγανητές!’’, έρχονταν τραγουδιστή η απάντηση απ’ όλες τις μεριές. Ήταν το καθιερωμένο κι αγαπημένο τους, όπως τ’ αρνάκια αγαπούν το χορτάρι έτσι και τα παιδιά αγαπούσαν τις τηγανητές πατάτες. Κι αν τηγάνιζε η μαμά πατάτες, τόσα στόματα και τόσα πιάτα για να γεμίσουν. Kι έπρεπε το φαγητό να είναι έτοιμο στην ώρα του, γιατί ο φίλαθλος μπαμπάς ήθελε να φάει νωρίς η οικογένεια το κυριακάτικο φαγητό ώστε να προλάβει τον ποδοσφαιρικό αγώνα στο κοντινό γήπεδο του Ολυμπιακού. Εκεί, που με ανυπομονησία περίμεναν να πάνε και τ’ αγόρια μαζί του, με ιδιαίτερη προτίμηση και ενθουσιασμό του μεγαλύτερου γιου στο άθλημα αυτό, που συνέχισε αργότερα με τη συμμετοχή του στην παιδική ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού, τα ‘’Τσικό’’. Τα κορίτσια μια φορά πήγαν μαζί τους στο γήπεδο κι εκείνη τη φορά έτυχε να ξεφύγει η βαριά μπάλα του ποδοσφαίρου προς τις κερκίδες, που με ορμή πέρασε ξυστά από δίπλα τους [ευτυχώς που δεν τους χτύπησε!] και από τότε δεν ξαναπήγαν. Το γήπεδο όμως με τους αγώνες του παρέμεινε στις ζωές όλων. Γιατί ο μπαμπάς, σαν πιστός οπαδός του Ολυμπιακού, χαίρονταν με τις νίκες του και το γιόρταζε φέρνοντας στο σπίτι κουρκουμπίνια, το αγαπημένο τους γλυκό, που το μοιράζονταν ακριβοδίκαια με ισάριθμα κομμάτια στα πιατάκια τους. Κι έτσι μ’ ένα τρόπο όλοι χαίρονταν με την εκάστοτε νίκη της ομάδας του Ολυμπιακού. Υπήρχαν κι οι παραλλαγές γλυκού: ‘τουλούμπες’, ‘ κορνέδες’, λουκουμάδες … Αλλά και τις καθημερινές υπήρχε στο ντουλάπι η κούτα με τις γκοφρέτες: όλοι από μία! Δίκαιη μοιρασιά απ’ τη μαμά, για να υπάρχουν και γι’ άλλη μέρα. Το ίδιο και στις μπανάνες!
    Πέμπτη, απόγευμα, διαφορετικό για τα παιδιά. Έρχονταν επίσκεψη, καθιερωμένη, η θεία Ανθούλα, που δούλευε εσωτερική σε ίδρυμα της περιοχής. Μία μέρα τη βδομάδα είχε ρεπό κι αφιέρωνε ένα μέρος της στα μικρά της ανιψάκια, δύο εκ των οποίων ήταν και βαφτιστήρια της. Όλο και κάτι τους έφερνε κι εκείνα όλο και κάτι της έδιναν… κι αυτό το κάτι απ’ τη μεριά τους συνήθως ήταν πα- ρά- στα- ση! Ανέβαιναν πάνω στο ντιβάνι και κάνοντας κανονικά υπόκλιση [σαν σωστοί ηθοποιοί] απάγγελναν ποιήματα ή κάτι άλλο που τους άρεζε. Πότε ο ένας και πότε ο άλλος, ή και δυο-δυο. Ήταν μη γίνει αρχή, μετά σταματημό δεν είχε. Διασκεδαστικό κι ενδιαφέρων και για τις δυο πλευρές. Γέλια, χειροκροτήματα, ίσως κάποια σπρωξίματα, φωνές διαμαρτυρίας γιατί σίγουρα υπήρχαν κι απ’ αυτά, που όμως επισκιάζονταν απ’ τα πολλά θετικά, δεν διαρκούσαν και προσπερνούσαν με ενότητα στην ποικιλομορφία τους. Έμεναν στο τέλος όλοι, μ’ ένα τρόπο, ευχαριστημένοι. Παράσταση, όπως σκετς, έκαναν και μόνα τους τα παιδιά κι ας έλειπαν οι θεατές. Σαν κάποια Χριστούγεννα που καθισμένοι γύρω-γύρω, εκεί πίσω απ’ την πόρτα της ‘σάλας’ πιο κει απ’ το  στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο  με τα φωτάκια, μες στην υποβλητική μισοφωτισμένη ατμόσφαιρα, διάβαζαν απ’ τη ‘Ζωή του παιδιού’ παίζοντας εναλλάξ τους ρόλους του χριστουγεννιάτικου σκετς. Κι ανάμεσα στα μέρη της ιστορίας, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια απ’ το σχολείο ακούγονταν… ως την κουζίνα όπου μαγείρευε η μαμά, που με την ευκαιρία αυτή, συμμετείχε κι η ίδια στη γιορτή, τραγουδώντας από μακριά σαν των αγγέλων το ‘Ωσαννά’!  Κανονική παράσταση γίνονταν και το ίδιο το παιχνίδι, κάποιες μέρες βροχερές, όταν έπαιζαν μες στο σπίτι τις… δασκάλες. Στη σειρά τα σκαμνάκια που υπήρχαν, σαν θρανία, κι η ‘δασκάλα’ να ρωτά, να σηκώνουν τα χέρια κανονικά οι ‘μαθητές’ και όρθιοι να λεν το μάθημα… Πρόβα και δοκιμή ζωής μες στον προστατευμένο χώρο του σπιτιού και της αυλής. Χώρο όπου μεγάλωσαν τα γνωστά ‘παιδάκια’  του παραμυθιού και έφτασαν στην εφηβεία…
    Κι η αυλή βρέθηκε προβληματισμένη και σκεφτική. Τα παιδιά σοβάρεψαν, δεν τη χρειάζονταν πια, πέταξαν γι’ αλλού τα ενδιαφέροντά τους, έξω απ’ την αυλή. Έτσι, μες στη μοναξιά της, ένοιωσε ότι εκπλήρωσε επάξια τον πρωταρχικό ρόλο της κι έπρεπε ν’ αποτραβηχτεί ώστε ν’ ανοίξει πια ο κεντρικός δρόμος και να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των αυτοκινήτων που με τα χρόνια όλο και μεγάλωνε. Ήρθε, λοιπόν, ο Δήμος και πήρε το μέρος της αυλής και του σπιτιού που χρειάζονταν γι’ αυτό το σκοπό [καθώς κι από 2-3 άλλα διπλανά σπίτια], άνοιξε σε κείνο το σημείο ο στενός δρόμος κι έγινε φαρδύς, φαρδύ και το πεζοδρόμιο. Μόνο η μεγάλη αυλή συρρικνώθηκε κι έγινε μικρή αυλίτσα. Πάνε και τα δέντρα, που τόσα είδαν κι άκουσαν όλα αυτά τα χρόνια, μόνο η συκιά του παππού έμεινε-μάρτυρας των αλλοτινών καιρών. Και… το σπίτι, μπερδεύτηκε κι άλλαξε προσανατολισμό: από ανατολικό που ήταν ως τότε, γύρισε πλευρό κι έγινε δυτικό! Ίσως για να βλέπει καλύτερα το μεγάλο δρόμο και να θυμάται, νοσταλγικά, τις παλιές δόξες της μεγάλης του αυλής.
    Η ζωή προχώρησε σε καινούριους ρυθμούς μετά τις αλλαγές. Όλοι προσαρμόστηκαν με τον αέρα της αλλαγής κι ανακαινίστηκαν με αισιοδοξία. Μόνο που  μερικά χρόνια μετά, κάπου τρία, ξαφνικά λες, το σπίτι τράνταξε ‘σεισμός’ ή κάπως έτσι το ένοιωσαν κάποια απ’ τα παιδιά… Πέθανε ο παππούς! Πάει η αρχέγονη μορφή του παππού! Στα 89 του χρόνια. Το σπίτι ταρακουνήθηκε γιατί σπίτι και παππούς ήταν σαν ένα, ένας και μοναδικός αυτός, αντιπροσώπευε τη φιγούρα του παππού… γενικά, στον κόσμο των παιδιών.  Αλλά εκείνο τον καιρό το σπίτι και τα παιδιά ζούσαν σε μεγάλες ανακατατάξεις [άλλος για σπουδές, άλλος για δουλειά, άλλος στο φανταρικό, άλλος… ] κι έτσι δεν έζησαν την απουσία και έλλειψη του παππού μετά, από το σπίτι. Ούτε κατάλαβαν πότε έφυγε, θα ήταν λίγο αργότερα αυτό[;], τελευταία, η συκιά για ν’ ανοίξει η μικρή αυλή. Η απώλεια του παππού, λοιπόν, πέρασε σχεδόν ανώδυνα, αφήνοντας πίσω τη συμπαθητική θύμησή του στη μνήμη και στην καρδιά των εγγονιών του. 
    Γρήγορες κι απανωτές ακολούθησαν οι εξελίξεις στις ζωές των παιδιών, που χάραξαν ο καθένας τον δικό του προσωπικό δρόμο. Το σπίτι φάνηκε ν’ αδειάζει ‘προς στιγμήν’. Στην κλασική ερώτηση ‘’ Πού είναι οι άλλοι; ’’, που γίνονταν παλαιότερα μπαίνοντας ένας απ’ όλους στο σπίτι… για τους υπόλοιπους, μπήκε η ερώτηση της νέας εποχής ‘’Πέρασε ή φάνηκε κανείς;’’ ...  ‘’ Πώς δεν πέρασε και πώς δε φάνηκε!! ‘’  Εδώ και λίγο καιρό μπαινοβγαίνουν και πηγαινοέρχονται πέντε χαριτωμένα… εγγονάκια πια. Πέντε παιδιά μεγάλωσαν κι έφυγαν στις δικές τους ζωές, πέντε εγγόνια ήρθαν να γεμίσουν προς ώρας την καθημερινότητα του ψηλού όμορφου παππού και της μικροκαμωμένης ωραίας  γιαγιάς πια. Δυο φορές χαρά! Γιαγιά και παππούς ανέλαβαν δράση κι άγρυπνα παράστεκαν, όλο και με κάποιο τρόπο, στην ανατροφή τους…
    Πέρασαν χρόνια αρκετά, οι γονείς των παιδιών γέρασαν αρκετά, τα εγγονάκια ξεπετάχτηκαν γρήγορα και μεγάλωσαν αρκετά. Δύσκολα τώρα να συντρέχουν όλους και παντού. Κι έτσι θέλησαν ν’ αλλάξουν θέση, κλείδωσαν το μικρό σπίτι με την αυλίτσα και έφυγαν κάπου ψηλά, εκεί πάνω στον ουρανό με τ’ αστέρια, για να μπορούν άγρυπνα, όπως πάντα, όλους να τους προσέχουν, να τους παραστέκουν και να τους βοηθούν.
    Κάπου- κάπου ίσως και να τους χαμογελούν γιατί, όπως λεν, εκεί ψηλά βρίσκονται καλύτερα… σε τόπο φωτεινό, χλοερό, τόπο αναψύξεως… και με τη σκέψη αυτή παρηγορούνται  παιδιά – εγγόνια  και χαίρονται και ζουν όλοι τους καλά… … …

Φόρο τιμής στη μαμά
Ιούλιος 2016
Φ.Κ.
-------------------


Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Μυσταγωγία

                    Εκεί  που ‘’ τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί ‘’.

                    Εκεί που ζεις, με όλες σου τις αισθήσεις σε εγρήγορση, μια κοσμογονία.

                    Ναι…, ήμουν κι εγώ εκεί…

 Πρωί- πρωί ανηφορίσαμε μες στο καταπράσινο τοπίο και πήραμε το γνωστό φιδωτό δρόμο για το μοναστήρι… Δροσερό πρωινό Κυριακής, στις 29, του λουλουδιασμένου Μάη, και μετά την τελευταία στροφή μας αποκαλύφτηκε μες στη γαλήνη του ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών με το ομώνυμο μοναστήρι της περιοχής Αγίου Γεωργίου Νηλείας στο Πήλιο.

Δεν ανεβαίνω συχνά εκεί, αν κι έχω προσωπικούς δεσμούς μ’ αυτό. Τώρα όμως, δοθείσης της ευκαιρίας, στις 7.30 ΄ πρωινή είμαστε κιόλας εκεί. Ως τις 10.30΄ σχεδόν,  πανηγυρική θ. λειτουργία γιατί το μοναστήρι αυτή τη μέρα γιορτάζει. Και πώς να μην ήταν γιορτή η έλευση στη μονή της αγιορείτικης εικόνας της Παναγίας Παραμυθίας τη συγκεκριμένη μέρα το 2005. Από τότε μόνιμα πια βρίσκεται στο ναό  ασημοστολισμένο αντίγραφο της παλιάς εκείνης εικόνας, μεσιτεία και παραμυθία [παρηγοριά] σε κάθε έναν που προσέρχεται σ’ Αυτήν… Κι έτσι, μόλις μπαίνεις μέσα σ’ αυτό το χώρο του Θεού, σε υποδέχονται πρώτα- πρώτα, σαν γίγαντες φρουροί δεξιά κι αριστερά, οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Είναι σαν να σε προσκαλούν οικοδεσπότες αυτοί, αυστηροί και προσιτοί μαζί, να πάρεις και συ μέρος σ’ αυτή τη ‘’ μυσταγωγία ’’ που συντελείται στο βάθος, δίπλα στην ανθοστολισμένη Παρουσία της. Καθώς προχωράς…, βρίσκοντας μια θεσούλα για το ‘’σαρκίο’’ κατά  Παπαδιαμάντη, νιώθεις την ψυχή σου, αντίθετα με το σώμα, να χοροπηδά ανάλαφρη. Χωρίς να το καταλάβεις, συμπαρασύρεσαι θες δε θες, σ’ αυτή τη μέθεξη τη γιορταστική που πλανιέται στον αέρα. Στην αρχή ένα απροσδιόριστο συναίσθημα σε καταλαμβάνει. Κι όταν, κατά το αγιορείτικο τυπικό, μία μοναχή δίνει ώθηση στον κεντρικό πολυέλαιο και τη στεφάνη γύρω απ’ αυτόν κι αρχίζουν να περιστρέφονται αυτά αργά και ρυθμικά, ε, τότε θαρρείς γη και ουρανός συμμετέχουν εκεί. Μια κοσμογονία εκτυλίσσεται μπροστά στο ‘οπτικό’ σου πεδίο κι εκείνο το απροσδιόριστο, λες, προέρχεται από κάτι θεϊκό. Όλα τ’ αηδόνια είναι που ψάλλουν τώρα εδώ και όλοι μαζί… ‘ έναν ψαλμό πασχαλινό χαρούμενα ‘ αρχινούν, σύμφωνα με τον ποιητή. Φως και αύρα. Πνευματική ανάταση και  οσμή, ευωδίας πνευματικής. Μέσα σ’ αυτήν την πανηγυρική ατμόσφαιρα ούτε που καταλαβαίνεις πώς περνούν τρεις ολόκληρες ώρες κι η κούραση δεν υπάρχει. Είναι το αυθεντικό βίωμα που το κάνει αυτό. Κι εκείνη η αίσθηση της γιορτής που σου αφήνει.

Και μετά… στο ''αρχονταρίκι'' το κέρασμα με τον καφέ και το δροσιστικό νερό και η μικρή περιήγηση στην έκθεση [εκείνο το γλυκό κουταλιού-λεμόνι, υπέροχο!] και το μπαλκόνι με θέα πανοραμική και η συνάντηση [ψυχών;] και η συζήτηση [όχι μόνο πνευματική…] και… και… και κυρίως εκείνο το καταπληκτικό κουραμπιεδάκι [αχ, μόνο ένα…, γιατί ο κόσμος πολύς]. Κι η φύση στα καλύτερά της… με χρώματα, μ’ αρώματα, με ήχους μακρινούς και κοντινούς, με μια ορατότητα καθάρια. Πραγματικό πανηγύρι, όπως το ‘χει και η μέρα. Σήμερα γιορτάζουμε κι είναι μεταδοτικό, σαν συγκοινωνούντα δοχεία, από τα έμψυχα στα άψυχα και τ’ αντίθετο. Ευφροσύνη καρδιάς και περιβάλλοντος.

Αισθάνομαι πως κάθε μέρα που ξημερώνει εκεί, μ’ ό, τι  κι αν φέρει μαζί της, είναι μια δοξολογία κι έχει τη λάμψη μιας γιορτής. Γι’ αυτό μια επίσκεψη στο συγκεκριμένο μοναστήρι είναι αναμφίβολα εμπειρία γιορτινή. Ναι…, εγώ, δοθείσης της ευκαιρίας, θα ξαναπάω! Σε γιορτή ή μη, γι’ αυτή την αίσθηση που γεννιέται από πράγματα που δεν γίνονται τώρα, αλλά συνυπάρχουν στο πριν και στο μετά.  
Φ.Κ.
1 – 6 – 2016       

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

ΔΟΞΕΣ ΠΑΛΙΕΣ

Κάθε φορά που κατεβαίνω στην αγορά με τα πόδια, και γίνεται συχνά αυτό το περπάτημα, μ’ αρέσει να χαζεύω, να παρατηρώ και να κοιτάζω τα σπίτια, κυρίως τα παλιά. Παλιά αρχοντικά αλλά και μικρά σπιτάκια εγκαταλειμμένα στην τύχη τους και στη φθορά του χρόνου. Κι ανακαλύπτω συνέχεια ότι υπάρχουν αρκετά τέτοια μες στην πόλη μας. Από πάντα είχα αυτό το ‘κουσούρι’ της παρατήρησης, αλλά μέχρι πρότινος το ενδιαφέρον μου τραβούσαν τα καινούρια κτίσματα με τα σύγχρονα σχέδια, τους πρωτότυπους συνδυασμούς χρωμάτων και τους ωραίους όγκους τους. Τα άλλα της… εγκατάλειψης τα προσπερνούσα με μια γρήγορη ματιά. Τελευταία όλο και περισσότερο με συγκινούν τα παλιά, όχι μόνο στα σπίτια, κι εκτιμώ αλλιώς την εικόνα αυτή, της παραίτησης που βγάζουν.  
Τώρα όποιον δρόμο να πάρω, σ’ όποια γωνία να στρίψω, ακολουθώντας ολοένα διαφορετική πορεία, κάνοντας ζιγκ- ζαγκ,  όλο και κάποιο παλιό μικρό ή μεγαλύτερο, χορταριασμένο και σκονισμένο κάνει την παράταιρη, στο αστικό σύνολο, εμφάνισή του. Η μελαγχολική αυτή παρουσία ασκεί πάνω μου παράξενη γοητεία. Άλλοτε λίγο κι άλλοτε πιο πολύ [ανάλογα με το χρόνο μου και την κίνηση στο δρόμο – μη με περάσουν για τρελή]  κοντοστέκομαι και, καθώς αντικρίζω το παλιό οίκημα, ο χρόνος, λες, σταματά. Ξαφνικά η φαντασία μου τρέχει δεκαετίες πίσω. Οι αισθήσεις μου παίρνουν αλλόκοτη διέγερση. Έρχονται μπροστά μου εικόνες αλλοτινών εποχών, φτάνουν στ΄ αυτιά μου ήχοι από ξεχασμένες μουσικές κι όλα αυτά μπερδεύονται με τη μυρωδιά του καβουρδισμένου καφέ, ενώ στο στόμα μού φέρνει μια γεύση από γλυκό κουταλιού. Η χορταριασμένη αυλή γεμίζει λουλούδια, τα πατζούρια ανοίγουν και προβάλουν στα τζαμωτά πλεχτά στο χέρι κουρτινάκια. Στο κεφαλόσκαλο γουργουρίζει η καλοθρεμμένη γάτα του σπιτιού. Στο βάθος η τουλούμπα για το νερό στολισμένη γύρω-γύρω με γλάστρες κατακόκκινες, τα αγριόχορτα γίνονται χαμομήλια και μαργαρίτες. Ο ιστός της αράχνης παίρνει  τη μορφή σχοινιού για το άπλωμα της μπουγάδας. Ένα φως γλυκό περιλούζει μέσα έξω το σπιτικό αυτό και του χαρίζει … ΔΟΞΕΣ ΠΑΛΙΕΣ  Να, η κυρία του σπιτιού ανεβαίνει τώρα τα σκαλιά, λίγο ακόμα και θα ακούσω τη φωνή της. Στο παράθυρο σαν να κουνήθηκε μία σκιά, να ‘ναι η γιαγιά που πλέκει εκεί ή κάποιο απ’ τα παιδιά; Όλο το σπίτι σφύζει από ζωή μέσα, ακούγονται τρεχαλητά, φωνές, ίσως και κάποιο τραγουδάκι. Γίνεται σπίτι ζωντανό χωρίς τραγούδι; Ένας μάστορας μερεμετίζει τα χαλάσματα, σε λίγο το σπιτικό θα φαντάζει … ολοκαίνουργο.
 Σε μέρες με λιακάδα ή με συννεφιά η ζωή κυλά, κυλά και χάνεται για τα γήινα μάτια μας. Ποιοι άνθρωποι άραγε έδιναν ζωή σ’ αυτό το σπίτι, ποιοι το γέμιζαν με χαρούμενες ή άλλοτε λυπημένες φωνές [όλα τα ‘χει η ζωή…], ποια το γέμιζε με τις μυρωδιές των μαγειρεμάτων της, ποια χέρια το ‘φερναν βόλτα κι έλαμπε από πάστρα κι αρχοντιά; Έτσι μου ‘ρχεται να χτυπήσω το ‘ρόπτρο’ στη βαριά ξύλινη πόρτα και να μπω! Να περάσω μέσα και … ν’ ακουμπήσω τα γέρικα χέρια του παππού, να χαϊδέψω τα άσπρα μαλλιά της γιαγιάς, σαν να ΄ταν η δική μου γιαγιά που δεν γνώρισα! Να καλημερίσω τη νοικοκυρά του σπιτιού, να την αγκαλιάσω σαν μακρινή συγγένισσά μου και να της θυμίσω τις ΠΑΛΙΕΣ της ΔΟΞΕΣ ! Μέσ’ απ’ όλα εκείνα τα παραδοσιακά αντικείμενα που παραλάβαμε, κειμήλια νοσταλγικά απ’ τις παλιότερες γενιές και μες απ΄ τους απλοϊκούς τρόπους συναναστροφής κι επικοινωνίας. Με αυτά, που η μελαγχολική παρουσία του ερειπωμένου σπιτιού, φωτίζεται και η θλίψη που νιώθεις κοιτάζοντάς το, εξαφανίζεται. Μ’ όλα αυτά που σε κάνουν να λες: θα ξαναπεράσω!
Γιατί μ’ αρέσει να ξαναζωντανεύω δόξες παλιές, αλλά και… να στήνω καινούριες.
                                Φ.Κ.       17-5-2016

                             _______________

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

ΕΝΤΟΝΟ ΤΥΡΚΟΥΑΖ

H μνήμη πυρπολεί. Και βγάζει στην επιφάνεια, σαν άλλες λάμψεις αστραπής, εικόνες στιγμιαίες και καταχωνιασμένες στα απύθμενα βάθη της. Ένα διαρκές ΄΄φλας μπακ΄΄ που ενεργοποιείται από ανυποψίαστες αφορμές: μια λέξη, ένα αντικείμενο, ένα μέρος, ένα άκουσμα ή ένα ανάγνωσμα. Και το ένα φέρνει το άλλο. Εικόνες, που μεγαλώνοντας, ανασύρονται όλο και πιο συχνά.
Έτσι  τώρα, με μια αναφορά στην Αθήνα και στο ταξίδι που είχαμε κάνει εκεί με τη θεία Ευσταθία, όταν ήμουν μικρή, ξαναζωντάνεψε όλο το σκηνικό. Μας φιλοξένησαν, και δεν ήταν μία φορά, η νονά της θείας μου που ήταν ανύπαντρη κι έμεινε μαζί με τις δυο αδελφές της [η μία χήρα κι η  άλλη χωρισμένη] σ’ ένα διαμέρισμα στου Γκύζη. Ακόμη θυμάμαι τις ανηφόρες και τα σκαλιά της περιοχής, αν κι από τότε δεν έχω ξαναπάει εκεί.  Σαν σε όνειρο στήνεται ξανά μπροστά μου εκείνο το διαμέρισμα, καθότι  στο Βόλο τότε δεν υπήρχαν ακόμη πολλές πολυκατοικίες και δεν είχαμε εικόνες από ορόφους, ασανσέρ και τα σχετικά. Ανεβήκαμε, λοιπόν, με το ασανσέρ παλαιού τύπου [σε ποιον όροφο άραγε; - δε θυμάμαι] και χτυπήσαμε το κουδούνι. Αμυδρά θυμάμαι τα πρόσωπα και τα καλωσορίσματα, που προορίζονταν εξάλλου για τους μεγάλους, μπαίνοντας στο σχετικά σκοτεινό χωλ. Αυτό που θυμάμαι καλά είναι η διαρρύθμιση του χώρου κι ας έχουν περάσει κοντά πενήντα χρόνια. Μπαίνοντας αριστερά καθίσαμε στο καθιστικό - σαλόνι και μια πόρτα το ένωνε με την κουζίνα, που κι αυτή ήταν λίγο σκοτεινή. Μπροστά στο σαλόνι η βεράντα, που έβγαινα και χάζευα από ψηλά το δρόμο, το πάρκο απέναντι, τις πολυκατοικίες τη μια δίπλα στην άλλη.  Από τη δεξιά μεριά του χωλ υπήρχε στενός διάδρομος που οδηγούσε στις κρεβατοκάμαρες [αριστερά] και στο μπάνιο [δεξιά]. Το δωμάτιο που μείναμε με τη θεία μου ήταν στο βάθος, με δυο κρεβάτια μέσα και η μπαλκονόπορτα έβλεπε κι αυτή στη βεράντα, απ’ όπου τραβούσα την κουρτίνα και χάζευα έξω [πιθανόν με μάγευε η θέα από ψηλά - τόσο ασυνήθιστη για μας τότε].   
Μία από κείνες τις μέρες, με πήρε μαζί της στην αγορά η νεότερη απ’ τις αδερφές, η Κατίνα, όπως την έλεγαν. Ήταν, θυμάμαι, μια ψηλή, ωραία και περιποιημένη γυναίκα [η πιο προσιτή και πρόσχαρη για μένα]. Δεν ξέρω αν πήγαμε κι αλλού, αυτό όμως που φέρνω ολοζώντανα στο νου μου, είναι το μεγάλο πολυκατάστημα της εποχής: ο ΚΛΑΟΥΔΑΤΟΣ   Ένοιωθα σαν να είχα χαθεί μέσα σ’ ένα πέλαγος από ρούχα, αντικείμενα, χρώματα… κι ας με κρατούσε εκείνη γερά απ’ το χέρι. Δεν είχα ξαναμπεί σε τόσο μεγάλο χώρο, με τόσα πολλά κι εντυπωσιακά, για μένα, πράγματα μέσα. Κι έτσι όπως ήμουν μικρή, μου φάνταζαν όλα ακόμα πιο πελώρια, απέραντα κι ατέλειωτα. Θα πρέπει να ‘παθα το πρώτο πολιτισμικό μου σοκ, αν μπορώ να το πω έτσι. Είχα καταπιεί τη γλώσσα μου, δεν είχα μιλιά [ήμουν εξάλλου και ντροπαλή] και δεν τολμούσα  ν’ απαντήσω στην ερώτηση: -Τι θέλεις να σου αγοράσω;  Οπότε καθώς περνούσαμε από τους διαδρόμους με τα ρούχα [ήταν παιδικά ή καλοκαιρινά είδη;] πήρε εκείνη την πρωτοβουλία και μου φοράει στο κεφάλι ένα καλοκαιρινό υφασμάτινο καπέλο. Δεν θυμάμαι αν δοκίμασα διάφορα άλλα ή αν συμφώνησα κι εγώ στη χρωματική  επιλογή του δώρου της. Πάντως βρέθηκα να κρατώ σφιχτά και με λαχτάρα αυτό το καπέλο από ύφασμα σε χρώμα: ΕΝΤΟΝΟ ΤΥΡΚΟΥΑΖ  Ακόμα νιώθω τη χαρά εκείνου του δώρου μέσα μου, καθώς τώρα σκέφτομαι ότι ίσως θα κατάφερα να ψελλίσω ένα … ευχαριστώ. Γιατί τα δώρα στην εποχή μας ήταν σπάνια, συνδυάζονταν  συνήθως με τη γιορτή μας και είχαν πρακτικό χαρακτήρα. Επομένως καπέλο για το καλοκαίρι δεν νομίζω να είχα ξανά.  Αλλά και κείνο το χρώμα … ! Βαθύ γαλάζιο - έντονο  τυρκουάζ – παγωνί … κάτι ανάμεσα σ’ αυτά… ακόμα το θυμάμαι! Από τότε ίσως μ’ αρέσουν τα έντονα χρώματα … Τι να ‘γινε άραγε;  Γιατί αυτά τα είδη δεν χαλούν. Κι η αδερφή μου, που τη ρώτησα, το θυμάται. Μάλλον κάπου δόθηκε, μετά από χρόνια, όπως και τόσα άλλα μικροπράγματα παιδικά, που όμως σήμερα η αξία τους  φαντάζει ανεκτίμητη.
Η Αθήνα με τις πολυκατοικίες της, τα κίτρινα τρόλεϊ και ταξί, τα πολυκαταστήματα και τα… δώρα της ήταν τελικά για μένα εμπειρία ξεχωριστή που μου εντυπώθηκε ανεξίτηλα στο μυαλό παρά τα χρόνια που πέρασαν. Αλλά και το ίδιο το ταξίδι, ή με τρένο και τα αρκετά τούνελ που περνούσε [με φόβιζαν, ιδίως αν δεν άναβαν τα φώτα, κι έκλεινα τα μάτια], ή με λεωφορείο του ΚΤΕΛ που, κυρίως στο γυρισμό, περνώντας στο ύψος Στυλίδας άκρη - άκρη στη θάλασσα, με έκανε να ζαλίζομαι, ήταν παρ’ όλα  αυτά εμπειρία.  Εμπειρία σ’ όλες τις αποχρώσεις τυρκουάζ.              
Φ.Κ.    2/5/16