… εικόνες ζωντανές κι ιδιαίτερες της παιδικής ζωής…
… νοσταλγώντας την ολόφωτη αρχική πατρίδα…
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό σπιτάκι με μια
μεγάααλη αυλή. Το σπίτι αυτό δεν ήταν μικρό για τα δεδομένα της εποχής, σ’ όλη
τη γειτονιά παρόμοια σπίτια ήταν, αλλά για τα δεδομένα της πολυάριθμης οικογένειας που το κατοικούσε.
Εδώ και καιρό πέντε
χαριτωμένες φωνούλες ξεσήκωναν ολημερίς το μικρό σπιτικό, ζωντάνευαν με την
αεικίνητη παρουσία τους την πελώρια αυλή, κάτω από τα άγρυπνα βλέμματα της
μικροκαμωμένης ωραίας μαμάς, του ψηλού όμορφου
μπαμπά και του επιβλητικού Μικρασιάτη παππού.
Η γειτονιά
παραξενεύονταν που εκείνο το ήσυχο και σιωπηλό σπίτι γέμισε ξαφνικά με τόοοσα
πολλά παιδιά, οι περαστικοί απορούσαν κι έλεγαν: ‘’ Καλέε, παιδική χαρά
είναι εδώ; ’’ , τα μικρά
γειτονόπουλα φώναζαν στις μανάδες τους: ‘’ Θα πάμε στα παιδάκια!! ’’ κι έτρεχαν
να προλάβουν να μπουν στην αυλή και στο παιχνίδι.
Και … μόνο τα πολλά
δέντρα της αυλής ήξεραν και δεν ξαφνιάζονταν. Εξάλλου ήταν ισάριθμα δέντρα -
παιδιά και παρόντα τα πρώτα στην υποδοχή τους στον κόσμο και στο σπίτι! Εκεί,
όπου επέστρεψε απ’ την κλινική η μαμά με την ‘‘πρώτη της χαρά’’ αγκαλιά και
πριν προλάβει να μιλήσει: ‘’Αγοράκι είναι; Να σου ζήσει!’’ Εκεί τότε, μπροστά -
μπροστά στο μέρος της αυλής που έβγαινε στον κεντρικό δρόμο η γέρικη ελιά -
ανάχωμα στην κυκλοφορία και την ορμή των οχημάτων, καλωσόρισε την πρώτη γέννα:
‘’Της καλομάνας το παιδί το πρώτο είν’ κορίτσι’’! Χαρούμενος ο παππούς
κουβάλησε την ροζ σιδερένια κούνια του μωρού πάνω στο τρίτροχο χειροκίνητο
καρότσι του μέχρι το σπίτι λέγοντας σε γνωστούς και γείτονες: η κόρη μου έκανε
κ ο ρ ί τ σ ι! Στους 13 μήνες ακριβώς η μεγάλη και πλατιά συκιά, εκεί που έδενε
τους καρπούς της, πήρε τη σκυτάλη και καλωσόρισε με καμάρι τον πρώτο γ ι ο της
οικογένειας! Πάνω στον επόμενο χρόνο μόλις πρόλαβε να ωριμάσει τα τζάνερα η ψηλή τζανεριά και πριν τους τρατάρει, βιαστική
καλωσόρισε τη δεύτερη κ ό ρ η! Πέρασε άλλο ένα καλοκαίρι και κατά το φθινόπωρο
φούντωσε περισσότερο η μικρή λεμονιά εκεί δίπλα στην αυλόπορτα, και γεμίζοντας
μοσχοβολιές τον χώρο υποδέχτηκε το δεύτερο γ ι ο! Τέλος η γεροδεμένη αμυγδαλιά περίμενε τον καιρό
που στολίζεται με τα λευκά της ανθάκια για ν’ αναγγείλει τον ερχομό της
μικρότερης κ ό ρ η ς και να καθησυχάσει τον
καλότυχο μπαμπά, γιατί η μαμά κινδύνεψε σε κείνο τον τοκετό!
Έτσι αυτή η αυλή με
τα δέντρα, την κληματαριά στη μέση, τα δυο μεγάλα παρτέρια με τα κηπευτικά, το
κλειστό πηγάδι και πιο κει τη βρύση με το λάστιχο, τους κόκκινους τενεκέδες και
τις γλάστρες με τα λουλουδικά, την αναρριχώμενη κόκκινη τριανταφυλλιά
σκαρφαλωμένη στη σήτα της περίφραξης προς το δρόμο, τους ψηλούς τσίγκους- διαχωριστικά από τη
γειτονική αυλή, το πλυσταριό με δίπλα το κοτέτσι εκεί στην άκρη, ούτε που
πρόλαβε ν’ αντιληφθεί πώς τώρα γέμισε κι από παιδιά. Μια αυλή που τα ‘χε όλα,
και με τα πέντε ‘‘πιτσουνάκια’’, όπως τα ονόμαζε η μεγάλη ξαδέρφη, συμπληρώθηκε
η εικόνα κι ολοκληρώθηκε το σύνολο της αυλής, κι εκείνη με συνέπεια
ανταποκρίθηκε πλήρως στον προορισμό της.
Πρωί - πρωί, κάθε
μέρα σε γιορτή και καθημερινή, ο ήλιος στέλνοντας τις πιο παιχνιδιάρικες
αχτίνες του με προτεραιότητα στο προσηλιακό εκείνο μέρος, αυλή και μικρομάνα
φορώντας την ποδιά ανασκουμπώνονταν στη δουλειά.
Η μαμά να ετοιμάσει
το πρωινό γάλα στα παιδιά. Το γάλα που αχάραγα άφηνε στην εξώπορτα ο γαλατάς-
Αγγελής περνώντας με το ποδήλατό του και κουβαλώντας σε σιδερένια καφάσια τα
μπουκάλια που μοίραζε στη γειτονιά. Κι ως να ζεσταθεί και να σερβιριστεί το
γάλα… …
‘‘ Καλημέρα σας παιδιά, τρα-λα-λα τρα-λα-λα,
σηκωθείτε με χαρά,
τρα-λα-λα λα-λα.
Η χρυσή ανατολή
στη δουλειά μας προσκαλεί,
τρα-λα-λα τρα-λα-λα, τρα-λα-λα λα-λα…’’
… …
η ραδιοφωνική φωνή της ‘θείας-Λένας’ [παιδική
εκπομπή της Αντιγόνης Μεταξά] ή και της μαμάς αντηχούσαν στο σπίτι… Το πρωινό
μενού εδώ, λοιπόν, σέρβιρε το γάλα με παραμύθι, το ψωμί με ποιηματάκια και
τραγουδάκια και για επιδόρπιο σχόλια της παιδικής αυτής εκπομπής και των
παιδιών, που με τέτοια εισαγωγή είχαν ζωηρέψει και ξυπνήσει για τα καλά. Η
συνέχεια τώρα δινόταν ή στο σχολείο βιαστικά ή στην αυλή, ανάλογα εποχής.
Η αυλή, εκεί παρούσα,
περίμενε τη σειρά της, χρήσιμη και πρακτική, να συμπληρώσει το πρόγραμμα της μέρας στα παιδιά: να, η τρίχινη
κούνια έτοιμη αιωρείται στο γερό κλαδί της αμυγδαλιάς. Έτοιμο να ξεκινήσει
δρομολόγια το λεωφορείο – κληματαριά: κρατηθείτε καλά απ’ τις
κληματσίδες-χειρολαβές, μην πέσει κανείς! Πρόσεχε οδηγέ στο τιμόνι με λάστιχο
ρόδας! Τραντάζεται το λεωφορείο καθώς περνά ανάμεσα στα στενά μονοπατάκια των
παρτεριών [μπροστά ο ‘οδηγός’- πίσω ουρά οι ‘επιβάτες’] και …φρενάρει απότομα.
Όλοι, ενθουσιώδεις, γέρνουν μπροστά. Στάση οδηγέε! Πρώτη Στάση: ‘Γορίτσα’,
εκδρομή στο βουνό. Δεύτερη Στάση: ‘Άναυρος’, για μπάνιο στη θάλασσα… Πόση ώρα
κρατάει το δρομολόγιο αυτό;;; Μάλλον μέχρι να βαρεθεί ο ‘οδηγός’ κι
εγκαταλείψει το ‘όχημα’ ή αφού αδειάσει από βαριεστημένους πια ‘επιβάτες’… Πιο
κει, στο πατημένο καλά χώμα, περιμένουν
χαραγμένα τα τετράγωνα για το ‘κουτσό’ με την πλακουδερή πετρούλα στην
άκρη, για τα κορίτσια. Στήθηκαν και οι μπίλιες για τ’ αγόρια. Απόμακρο, μόνο,
στέκει το σφραγισμένο πηγάδι σαν … ξεχασμένο ξωκλήσι. Να, εκεί θα γίνουν τα
βαφτίσια της κούκλας! Ένας φέρνει τα σύνεργα [λεκάνη – νερό – πετσέτα], άλλοι
φτιάχνουν τις μπομπονιέρες και η ‘μοδίστρα’ ράβει τα βαφτιστικά. Πήρε μέρες
αυτή η δουλειά! Τέλος βρέθηκε κι ο ‘παπάς’ … και το όνομα αυτής: ΛΑΟΥΡΑ, όνομα
ξενόφερτο, αλλά της εποχής αφού τότε ακούγονταν σε ραδιοφωνική σειρά. Παρούσες
στην τελετή οι δυο μικρές κούκλες με ‘ τ’ όνομα’: η Νιόβη κι η Ναταλί, φίλες
του μωρού. Στο τέλος μοιράστηκαν και γλυκά φτιαγμένα από …λάσπη, που είχαν
ψηθεί στον ήλιο. Έφτιαχνε συχνά παρόμοια γλυκά και πάστες το ‘Ζαχαροπλαστείο’
της αυλής!
Με τούτα και με κείνα
έφθανε το μεσημέρι, ώρα για φαγητό. Μετά… η γειτονιά ήθελε να ησυχάσει, πού να
ησυχάσουν όμως τα παιδιά! Η πιο τρελή τους ώρα! Ξεφωνητά! Πανζουρλισμός! Κι ήταν η μόνη ώρα που η
χαμογελαστή μαμά σοβάρευε, μπρος στις παρατηρήσεις της γειτονιάς, και φώναζε
και μάλωνε καμιά φορά. Και τότε τα
‘ταξίδια’ συνεχίζονταν μες στο σπίτι τελικά: ‘’Γέρνει η βαρκούλα, βαρκούλα του
ψαρά… ‘‘ σε θάλασσες δροσερές πάνω στο σιδερένιο διπλό κρεβάτι με τις σούστες…
και ‘’τσαφ - τσουφ, τσαφ - τσουφ, το τρένο περνά…’’ από μέρη μαγικά,
‘του-τουτ…!’ μπροστά η μαμά κι από πίσω ουρά τα ‘βαγόνια’- παιδιά και… όνειρα…
θερινού μεσημεριού κάποιες φορές. Παρέα με το ‘Όνειρο θερινής νύχτας’ του
Σαίξπηρ, σε παιδική έκδοση, που αγόρασε απ’ το παζάρι ο μπαμπάς, ξεγελασμένος απ’
τη γαϊδουροκεφαλή στο σκληρό εξώφυλλο, αλλά οι μεσαιωνικές ιστορίες τρόμου
φόβιζαν τα, απροετοίμαστα στο είδος, παιδιά που προσπαθούσαν να τις διαβάζουν
πάντα κοντά με τους άλλους για να μετριάζουν την αγωνία και την υποβολή που
τους δημιουργούσε.
Τ’ απογεύματα ο παππούς μοίραζε καραμέλες, χούφτες-χούφτες,
και τα παιδιά τις αντάλλαζαν: ‘’ Δώσ’ μου
αυτή, πάρε αυτή!’’ Άλλοτε με τη μαμά … εξόρμηση στο κοντινό
ζαχαροπλαστείο για να δροσίσουν τα καλοκαιρινά απομεσήμερα με το λαχταριστό
χωνάκι παγωτό. Καμιά φορά τους περίμενε έκπληξη, έξω απ’ το σπίτι, για… αληθινό
ταξίδι! Όταν ο παππούς είχε αγώι κάπου
κοντά, έφερνε το τρίτροχο χειροκίνητο καρότσι του στο σπίτι και τότε όλοι πάνω
στην σανιδένια ‘πλατφόρμα’, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, χαρωποί και οπωσδήποτε
καθιστοί, έβαζε κι ο παππούς τα σύνεργα της δουλειάς-τα μαύρα πέτσινα
περικάρπια στα τραχιά του χέρια κι η γραφική βόλτα ξεκινούσε! Μεμιάς τα γνωστά
γίνονταν άγνωστα, όλα αλλιώς απ’ το ‘ψηλό’ καρότσι κι ο μακρύς δρόμος ατέλειωτη
λεωφόρος του κόσμου. Με τον γεροδεμένο παππού να σπρώχνει τη μακριά χειρολαβή,
το παλιό αυτό κι υπαίθριο ‘ταξιδιωτικό
μέσο’, χάρισε σ’ όλους -παιδιά και μη- εικόνες θαυμαστές και... σουρεαλιστικές.
Άλλες φορές πάλι ο μπαμπάς με το μεγάλο ‘αντρικό’ ποδήλατο
έκανε βόλτες στα παιδιά πάνω στο ξύλινο καθισματάκι μπροστά ή στη σιδερένια
σχάρα με το μαξιλαράκι πίσω. Όλοι πρόθυμοι να απασχολήσουν τα παιδιά και να
κάνει, ελεύθερη, καμιά δουλειά η μαμά! Σ’ αυτές τις φορές που, πάνω κάτω, στο
δρόμο η βόλτα δεν έλεγε να σταματήσει και τα παιδιά δεν ήθελαν να κατεβούν γι’
αυτό έμπλεκαν και σταύρωναν τα πόδια κάτω απ’ το μπροστινό οριζόντιο σίδερο του
ποδηλάτου κι ήταν αδύνατο να σηκώσει και να κατεβάσει το παιδί, ο μπαμπάς, μιας και μ’ αυτό τον πονηρό τρόπο
σηκώνονταν μαζί και… το ποδήλατο! Κι η βόλτα συνεχίζονταν! Σε μια απ’ τις
βόλτες αυτές ένας νεαρός με μηχανάκι δεν πρόσεξε κι έριξε κάτω το ποδήλατο με
τον μπαμπά κι ένα απ’ τα κορίτσια. Το περιστατικό αντιλαμβάνεται ο σωματώδης
και λίγο… ευέξαπτος παππούς που ορμάει κι ‘ανάβει’ ένα ‘φούσκο’ στον οδηγό…!
Αλλά εκείνος, πού να αντιδράσει! Ευτυχώς που δεν χτύπησε κανείς κι από τότε,
όταν θυμούνταν το γεγονός, όλοι γελούσαν με τον τρόπο του παππού!
Οι βόλτες με το μπαμπά, πολλές φορές, είχαν προορισμό το
πάρκο του Αγίου Κωνσταντίνου με την ‘παιδική χαρά’ και τις κούνιες. Ο δρόμος
για ‘κει μακρύς, αλλά η κατηφόρα κι η λαχτάρα για τα εκεί παιχνίδια μηδένιζαν
την απόσταση που, έτσι κι αλλιώς, γίνονταν μόνο με τα πόδια. Συχνά εκεί χάζευαν
τον πλανόδιο ‘γλυκό’ πωλητή με το περίεργο μηχάνημα που έβγαζε το αραχνοΰφαντο
άσπρο ή ροζ μαλλί της γριάς και, συχνά κρατούσαν θριαμβευτικά το δικό τους
ξύλινο καλαμάκι βουτώντας μες στον τεράστιο
ζαχαρώδη αφρό του που, ευτυχώς, διαλύονταν στη στιγμή! Ε, μετά… Έτρεχαν
στη βρύση για να ξεδιψάσουν. Στη μαρμάρινη στήλη, όπου ανάβλυζε σαν πίδακας το
τρεχούμενο νερό, που για να το φτάσουν σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών ή ο
μπαμπάς ανασήκωνε όσους δεν έφταναν. Η
ποδαράτη επιστροφή όμως, μετά το ασταμάτητο παιχνίδι και το τρεχαλητό, ήταν
αλήθεια κουραστική. Ευτυχώς που το καλοκαιρινό φεγγαράκι, πάντα λαμπερό,
συντρόφευε κι αφουγκράζονταν την καταϊδρωμένη παιδική παρέα, φώτιζε το δρόμο
της επιστροφής κι άκουγε το ρυθμικό ποιηματάκι που σκάρωναν για να
μικρύνουν την απόσταση: ‘’…Φιλίππου Ιωάννου κι απ’ τα σκαλάκια σπίτ’…’’. Τι
άλλο να έλεγε το αυτοσχέδιο τραγουδάκι;
Μόνο το φεγγάρι ξέρει πια, που άκουγε, και πήρε τα λόγια αυτά και τα πήγε
μακριά σε άλλα παιδιά, που τώρα κουρασμένα κι αυτά γυρίζουν σπίτι τους
μικραίνοντας μ’ αυτό τον τρόπο τη διαδρομή. Το φεγγάρι στα δικά μας
νυσταγμένα παιδιά έφερε όνειρα γελαστά
και τώρα κοιμούνται βαθιά, αφού πρώτα έφαγαν το βραδινό που τους ετοίμασε η
μαμά κι έκαναν την προσευχή τους: …να φυλάς τη μαμά και τον μπαμπά… και [όταν η
μαμά-έγκυος στο τελευταίο μωρό] να μας στείλεις μια μπέμπα! [ο μπαμπάς
παρεμβαίνει, ψιθυριστά]…μπέμπη να λέτε…[τα παιδιά επιμένουν]…εμείς μπέμπα
θέλουμε! [στιχομυθία προσευχής… με κατάληξη την επιθυμία των παιδιών], [άλλες
φορές] …και τη θεία Ευσταθία που μας ράβει το φουστάν’, το θαλασσί, με το ένα
το μανίκ’… ! Αφού στην πρόβα του ρούχου, η μοδίστρα-θεία, έβαζε το… ένα μανίκι
και το άλλο το ταίριαζε αργότερα κατ’ ιδίαν στο ράψιμο.
Συχνές επισκέψεις γίνονταν στις θείτσες, όπως έλεγαν τις
τέσσερες αδερφές του μπαμπά, όπου η διαδρομή για εκεί έκρυβε μια μικρή
περιπέτεια. Το μυθικό ποτάμι, χείμαρρος για την ακρίβεια, ο Άναυρος έμπαινε στη
μέση και προκαλούσε, σαν τότε παλιά με τον Ιάσονα, τη ζωηρή παρέα. Καθώς δεν
υπήρχε γεφυράκι, η διάβαση περνούσε μέσα απ’ την κοίτη και προσεχτικά πατούσαν
πάνω στις πέτρες στα σημεία με νερό. Πάλι καλά που δεν έχασαν κανένα σανδάλι!
Εκεί, στην κοίτη, κατέβαιναν από ένα στενό και σε σημεία πολύ κατηφορικό
μονοπάτι στην όχθη του ποταμιού, αντίστοιχα ανηφορικό απ’ την άλλη πλευρά,
δοκιμάζοντας την προσοχή και την ισορροπία στις κινήσεις της λιλιπούτειας
φτεροπόδαρης συντροφιάς που μ’ ανακούφιση αντίκριζε τον απέναντι απάνω κόσμο
σαν κατάκτηση κορυφής! Αργότερα, στη λήξη της σχολικής χρονιάς αυτό, κρατώντας
ως άλλα τρόπαια τα ‘ενδεικτικά’ στα χέρια, έτρεχαν να πανηγυρίσουν για τις
σχολικές επιτυχίες στις θείες, ακολουθώντας την ίδια καθοδική-ανοδική πορεία
μέσα απ’ το ποτάμι σαν μια τελευταία ‘γυμναστική επίδειξη’-σύμβολο της
μετάβασης από τη μικρότερη τάξη στην αμέσως μεγαλύτερη την επόμενη χρονιά.
Τότε, ένας περίπατος στο κοντινό ποτάμι, δηλ. 5-6 σπίτια
παρακάτω κι αν υπήρχαν κι αυτά αφού ακόμα ήταν χωράφια, έμοιαζε εκδρομή και,
πάντα με τη συνοδεία του μπαμπά, γνώριζαν τον… εκτός αυλής κόσμο. Τότε η βόλτα
μέχρι τη στάση του λεωφορείου και τις βιτρίνες των μαγαζιών, ένα τετράγωνο πιο
κει, φάνταζε επίσκεψη στην κεντρική αγορά -στην Ερμού για ψώνια. Κι
όταν πρωτοεμφανίστηκε η τηλεόραση στην βιτρίνα του κυρ Γιώργου τα μεγαλύτερα
παιδιά εκεί έτρεχαν, μαζί με άλλους μικρούς και μεγάλους, να παρακολουθήσουν,
στο όρθιο φυσικά κι απ’ το πεζοδρόμιο,
τον ‘Ταρζάν’ ή το ‘Χαμένοι στο Διάστημα’.
Τότε και η μεγάλη αυλή έμενε άδεια, ξεκουράζονταν, ησύχαζε,
ανανεώνονταν. Όχι, όμως για πολύ, γιατί τα καλοκαίρια το παιχνίδι έπαιρνε
διαστάσεις ως αργά το βράδυ… Έπαιρνε κι ο παππούς τη θέση του, στη δική του
πολυθρόνα κοντά στη συκιά, ατάραχος
βιγλάτορας της αυλής, διακριτικός κι απόμακρος λες, αλλά πάντα εκεί, έδινε με
τον τρόπο του το παρών. Έπαιζε κι αυτός, θαρρείς, μαζί με τα παιδιά το
‘Αγαλματάκι ακούνητο, αμίλητο, αγέλαστο…’ κι αλήθεια ποιος τολμούσε να
κουνηθεί, τ’ άστρα έβλεπαν από ψηλά!
Πόσες κινήσεις, στάσεις, γκριμάτσες αλήθεια κατέγραψαν! Πόσες φορές
τρεμόπαιξαν και τ’ αστέρια μαζί τους βιαστικά!
Κι άλλες πόσες κρύφτηκαν κι εκείνα μες στις πολλές κρυψώνες της αυλής
για το κρυφτό! Γι’ αυτό να ξέρετε, όταν τ’ αστέρια τρεμοπαίζουν και κρύβονται
στον ουρανό είναι που συμμετέχουν, κάπου, σε κάποιο παιχνίδι παιδικό. Κι αν…
έφτανε η ώρα του κυνηγητού, ε, τότε πια αυλή και σπίτι γίνονταν ένα! Από τη μια
πόρτα, την ‘καλή’, έμπαιναν, από την άλλη,
της κουζίνας, έβγαιναν! Η μαμά δεν μάλωνε, το σπίτι ήταν διαθέσιμο. Όταν όμως
βρέθηκε στο σπίτι μια θεία, για επίσκεψη, δεν άντεξε και αφού σουρούπωσε,
προέτρεψε στα παιδιά: ‘’ Άντε, φτάνει πια, κι εσύ… να πας στο σπίτι σου!’’
Οπότε πετάγεται, αντιπρόσωπος όλων, το πιο μεγάλο αγόρι και λέει: ‘’ Εσύ να
φύγεις, εμείς τη Νίκη, τη θέλουμε! ’’ Να
‘ταν αγένεια αυτό ή διεκδίκηση του παιχνιδιού που δεν γνωρίζει τέλος στην
ηλικία αυτή; Το ‘σοφό’ φεγγάρι, που όλα τα βλέπει, θα κατάλαβε… θα έδωσε
απάντηση τότε στην απορία της θείας και ίσως να της φώτισε με τ’ ασημένιο του
χρώμα λίγο τα μαλλιά, ώστε να χαμογέλασε
όπως αυθόρμητα αντέδρασε κι η μαμά.
Γιατί το μικρό σπίτι με τη μεγάλη αυλή δεν ήταν, όπως μέχρι
τώρα φάνηκε, ένα συνηθισμένο σπιτικό. Εκεί τα παράθυρα δεν είχαν κουρτίνες
πολύπτυχες με κεντίδια και δαντέλες, αλλά κουρτίνες ήταν ο ήλιος με τα σύννεφα,
άλλες φορές η βροχή, το φεγγάρι με τ’ αστέρια. Όχι γιατί δεν υπήρχαν κι οι
συμβατικές, αλλά η μαμά τις είχε αφαιρέσει, μην πέσει και το κουρτινόξυλο σε
κανένα παιδικό κεφάλι τραβώντας τες. Εξάλλου αυτή η μαμά δεν ήταν ‘μη και μη’, αλλά και οι κουρτίνες
εκεί δεν ήταν απαραίτητες, τα δυο μεγάλα παράθυρα έβλεπαν στην αυλή και τη
νύχτα έκλειναν τα πατζούρια. Αντίθετα τα πολλά και μικρά παραθυράκια της
κουζίνας που κοίταζαν στο δρόμο ήταν πάντα καλοντυμένα με τα κατά συνθήκη
κουρτινάκια τους, για την καλή έξωθεν μαρτυρία. Το χειμώνα πάλι, τη θέση των
χαλιών πάνω στα σανιδένια πατώματα, εδώ έπαιρναν τα… χαρτάκια,
μικρά-μεγάλα-χρωματιστά-ασπρόμαυρα, κομματάκια που έκοβαν με τα ψαλιδάκια τους
τα παιδιά, από παλιά περιοδικά κι εφημερίδες, για χειροτεχνίες ή εικόνες για
κολλάζ και συλλογές. Και δώσ’ του κόψιμο, και δώσ’ του χαρτάκια, πόσο
διασκεδαστική αυτή η δουλειά! Και πόσο ευχάριστα περνούσαν οι ατέλειωτες
χειμωνιάτικες ώρες! Η μαμά δεν μάλωνε κι η εξάσκηση στο σπορ συνεχιζόταν.
Κρατούσε τα παιδιά προσηλωμένα και ήσυχα, τα χαρτάκια θα την ενοχλούσαν;
Μετά το βραδινό
φαγητό ή κατά τη διάρκειά του, αν η μαμά τάιζε η ίδια τα παιδιά, όλα γύρω της
σε ημικύκλιο, κουταλιά-κουταλιά με τη σειρά μια ο ένας μια ο άλλος, άρχιζε το
παραμύθι: Παραμύθι μύ-θι μύ-θι, το κουκί και το ρε-βύ-θι, … … … , και καθώς
τριζοβολούσαν τα ξύλα στην σόμπα, αφήνοντας αναλαμπές, απ’ τον δυνατό αέρα που
σφύριζε έξω, ή άλλες φορές οι λάμψεις κάποιας αστραπής με τις ακόλουθες
βροντές -βαρέλια που κατρακυλούν στον ουρανό, έλεγε ο μπαμπάς, δημιουργούσαν
παραμυθένια σκηνογραφία όπου συνωστίζονταν πάνω της όλες μαζί οι φιγούρες των
ιδιαίτερων παραμυθιών της μαμάς: πρώτη η
Χιονούλα με τη Ροδούλα και η αρκούδα μαζί που την άφησαν να ζεσταθεί κι έγινε
φίλη τους, ο αλέπαρος που έπαιρνε από πίσω το κάρο του ψαρά για ν’ αρπάξει
κανένα ψάρι, αλλά και τα γνωστά κι
αγαπημένα εφτά κατσικάκια, τα τρία γουρουνάκια, η κοκκινοσκουφίτσα… Ήταν όλοι
εκεί! Κι ύστερα η ατμόσφαιρα αλάφρυνε με τις αστείες ιστορίες του ‘Ναστραντίν
Χότζα’ παρέα με το γαϊδουράκι του… και το καζάνι που γέννησε… και άλλοτε ‘πάρτ’
αλάτι, πάρτ’ αλάτι’ πουλώντας το στο… σπίτι του, ιστορίες που τις έλεγε η αδερφή του παππού,
θεία- Μαρία, στη μαμά, ιστορίες που έλεγαν στον τόπο της, τη Σινασό, στη
μακρινή Καππαδοκία. Ώσπου ερχόταν η ώρα
του ύπνου κι αναλάμβανε δράση κι ο μπαμπάς: Έπαιρνε στην πλάτη ένα-ένα τα
παιδιά [θέλω κι εγώ!, κι εγώ!!, ήταν μη γίνει η αρχή] και κατευθείαν από ψηλά βουτιά στα
κρεβάτια τους. Ώρα να ησυχάσουν πια σπίτι, γονείς, παιδιά και… παραμύθια. Ο δε
παππούς από ώρα ησύχαζε στο μικρό δωματιάκι του, τη ‘χούνη’ όπως την έλεγαν, αφού
καθώς βαριάκουγε δεν ενοχλούνταν απ’ τη φασαρία του υπόλοιπου σπιτιού. Κάποιες
παγωμένες χειμωνιάτικες νύχτες, αθόρυβα κι απαλά –μην ενοχλήσει την ησυχία του
σπιτιού, το χιόνι το ‘στρωνε στην αυλή. Την άλλη μέρα το πρωί, πρώτος ο παππούς
ξυπνούσε με τα επιφωνήματά του το σπίτι: Επέ!... Επέ!... . Κι ένας – ένας
πετάγονταν απ’ τα κρεβάτια τους και τρέχοντας στο παράθυρο ή στην πόρτα
αντίκριζαν τη μαγική ατμόσφαιρα της χιονισμένης αυλής. Όλα κάτασπρα κι ο
μπαμπάς με το φτυάρι ν’ ανοίγει μικρό πέρασμα στοιβάζοντας το χιόνι
δεξιά-αριστερά. Μ’ αυτό το περίσσιο χιόνι, λίγο αργότερα, στήνονταν ο
χιονάνθρωπος πάνω στο πηγάδι, που κορδωτός, καμαρωτός φιλοξενούνταν στην αυλή
όλες τις χιονισμένες μέρες.
Τις Κυριακές τα παιδιά φορούσαν τα καλά τους. Για όλους ήταν
ένα ξεχωριστό πρωινό. Πήγαιναν στην εκκλησία, εκεί στον παλιό και μικρό ναό του
Αγίου Δημητρίου. Ο παππούς πρωί-πρωί με την καπαρντίνα του και την τραγιάσκα,
που κρατούσε στο χέρι μες στο ναό. Αργότερα κι οι υπόλοιποι: ο μπαμπάς με το
ανοιχτόχρωμο γκρι κουστούμι του, η μαμά με το ντραπέ φόρεμα, γκριζοπράσινο με
ροζ ανθάκια, για χρόνια το ίδιο- ήταν το καλό της, πάντα απλή κι απέριττη στους
τρόπους και στα στολίδια. Στολίδια της τα πέντε της παιδιά που τόνιζαν τη
φυσική ομορφιά της: τα δυο κορίτσια με τις υφαντές κόκκινες φούστες με τιράντες
και άσπρα κεντητά σχέδια [όχι ίδιες, αλλά με παρόμοια ντεκόρ] κι η μικρότερη με
το άσπρο φόρεμα -το βαφτιστικό της, τ’ αγόρια με τιράντες στα παντελόνια
τους -ραμμένα απ’ τη θεία-μοδίστρα κι εκείνα τα καλτσάκια με τα παπάκια στην
άκρη γύρω-γύρω. Όλοι μαζί. Σαν σε παιδικό παραμύθι… Και μετά στην αυλή, αν
βοηθούσε ο καιρός, από άνοιξη και μετά. Περνούσαν και κάποιες θείες, να τις
προσφέρει καφέ και γλυκό η μαμά, εκεί κάτω απ’ την κληματαριά, ζωηρή και φλύαρη
συντροφιά. Πιο κει έπινε το δικό του καφέ ο παππούς, διαβάζοντας εφημερίδα, στη
γνωστή του θέση στη συκιά, αποτραβηγμένος απ’ την πολλή ‘συνάφεια του κόσμου’ -μορφή βιβλική... Τότε περνούσε κι ο Αγγελής [ο γαλατάς] να πληρωθεί για τη
βδομάδα. Πώς έγινε η αρχή και φίλεψε μια φορά τα παιδιά από ένα πενηνταράκι,
βλέποντάς τα μαζεμένα στα σκαλιά της κουζίνας, κανείς δεν θυμάται. Από τότε
όμως τα παιδιά το καθιέρωσαν! Μόλις έρχονταν ο Αγγελής, να κι ένας- ένας
παρουσιάζονταν στο ίδιο πάντα μέρος, τα σκαλάκια της κουζίνας, και κοίταζαν αφ’
υψηλού και σιωπηλά τη διαμειβόμενη δοσοληψία. Κι αυτός, σαν να μεσολαβούσε μια
μυστική συμφωνία μεταξύ τους, κάθε φορά ανταποκρίνονταν δεόντως: από ένα
πενηνταρούλι στην παλάμη κι από μια λάμψη χαράς στα μάτια. Άραγε ‘εισέπραττε’
κι ο ίδιος τη χαρά αυτού του παιχνιδιού;
Άλλες καλοκαιρινές Κυριακές όλοι μαζί, ακολουθούμενοι κι από
κάποια θεία, έπαιρναν το τρενάκι από τον Άγιο Κωνσταντίνο και καθισμένοι
ήσυχα-ήσυχα χαίρονταν την διαφορετική διαδρομή πλάι στη θάλασσα και πιο πάνω
ανάμεσα στα σπίτια των χωριών και στα περιβόλια. Συνήθως κατέβαιναν στα Άνω
Λεχώνια, όπου εκεί κοντά στη ρεματιά με τα πανύψηλα πλατάνια και τα τρεχούμενα
νερά έκαναν πικ-νικ. Καθισμένοι κατάχαμα στη παχιά στρώση των πλατανόφυλλων,
μες στη δροσιά και τους ήχους της φύσης άνοιγε η όρεξη κι άνοιγαν ταυτόχρονα τα
μπολ με τα …κεφτεδάκια της μαμάς. Μπουκωμένα βιαστικά στόματα για να προλάβουν
και το κεφτεδάκι να καταπιούν και στις κουβέντες να συνεννοηθούν χωρίς χάσιμο
χρόνου. Εξερεύνηση, παιχνίδι, φωνές, χαρά. Όλα αυτά μαζί έπαιρναν επιστρέφοντας
απ’ την κυριακάτικη εκδρομή.
Κάποιες Κυριακές η μαμά έμενε σπίτι, να προλάβει τις
δουλειές, να ετοιμάσει το κυριακάτικο φαγητό. ‘’ Τι φαγητό θα φάτε την Κυριακή;
’’ ρωτούσε περιπαιχτικά η ξαδέρφη γνωρίζοντας εκ των προτέρων την απάντηση. ‘’
Κοτόπουλο [κοκκινιστό] με πατάτες τηγανητές!’’, έρχονταν τραγουδιστή η απάντηση
απ’ όλες τις μεριές. Ήταν το καθιερωμένο κι αγαπημένο τους, όπως τ’ αρνάκια
αγαπούν το χορτάρι έτσι και τα παιδιά αγαπούσαν τις τηγανητές πατάτες. Κι αν
τηγάνιζε η μαμά πατάτες, τόσα στόματα και τόσα πιάτα για να γεμίσουν. Kι έπρεπε το φαγητό να είναι
έτοιμο στην ώρα του, γιατί ο φίλαθλος μπαμπάς ήθελε να φάει νωρίς η οικογένεια
το κυριακάτικο φαγητό ώστε να προλάβει τον ποδοσφαιρικό αγώνα στο κοντινό
γήπεδο του Ολυμπιακού. Εκεί, που με ανυπομονησία περίμεναν να πάνε και τ’
αγόρια μαζί του, με ιδιαίτερη προτίμηση και ενθουσιασμό του μεγαλύτερου γιου στο
άθλημα αυτό, που συνέχισε αργότερα με τη συμμετοχή του στην παιδική
ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού, τα ‘’Τσικό’’. Τα κορίτσια μια φορά πήγαν
μαζί τους στο γήπεδο κι εκείνη τη φορά έτυχε να ξεφύγει η βαριά μπάλα του
ποδοσφαίρου προς τις κερκίδες, που με ορμή πέρασε ξυστά από δίπλα τους [ευτυχώς
που δεν τους χτύπησε!] και από τότε δεν ξαναπήγαν. Το γήπεδο όμως με τους αγώνες
του παρέμεινε στις ζωές όλων. Γιατί ο μπαμπάς, σαν πιστός οπαδός του Ολυμπιακού,
χαίρονταν με τις νίκες του και το γιόρταζε φέρνοντας στο σπίτι κουρκουμπίνια,
το αγαπημένο τους γλυκό, που το μοιράζονταν ακριβοδίκαια με ισάριθμα κομμάτια
στα πιατάκια τους. Κι έτσι μ’ ένα τρόπο όλοι χαίρονταν με την εκάστοτε νίκη της
ομάδας του Ολυμπιακού. Υπήρχαν κι οι παραλλαγές γλυκού: ‘τουλούμπες’, ‘
κορνέδες’, λουκουμάδες … Αλλά και τις καθημερινές υπήρχε στο ντουλάπι η κούτα
με τις γκοφρέτες: όλοι από μία! Δίκαιη μοιρασιά απ’ τη μαμά, για να υπάρχουν
και γι’ άλλη μέρα. Το ίδιο και στις μπανάνες!
Πέμπτη, απόγευμα,
διαφορετικό για τα παιδιά. Έρχονταν επίσκεψη, καθιερωμένη, η θεία Ανθούλα, που
δούλευε εσωτερική σε ίδρυμα της περιοχής. Μία μέρα τη βδομάδα είχε ρεπό κι
αφιέρωνε ένα μέρος της στα μικρά της ανιψάκια, δύο εκ των οποίων ήταν και
βαφτιστήρια της. Όλο και κάτι τους έφερνε κι εκείνα όλο και κάτι της έδιναν… κι
αυτό το κάτι απ’ τη μεριά τους συνήθως ήταν πα- ρά- στα- ση! Ανέβαιναν πάνω στο
ντιβάνι και κάνοντας κανονικά υπόκλιση [σαν σωστοί ηθοποιοί] απάγγελναν
ποιήματα ή κάτι άλλο που τους άρεζε. Πότε ο ένας και πότε ο άλλος, ή και δυο-δυο.
Ήταν μη γίνει αρχή, μετά σταματημό δεν είχε. Διασκεδαστικό κι ενδιαφέρων και
για τις δυο πλευρές. Γέλια, χειροκροτήματα, ίσως κάποια σπρωξίματα, φωνές
διαμαρτυρίας γιατί σίγουρα υπήρχαν κι απ’ αυτά, που όμως επισκιάζονταν απ’ τα
πολλά θετικά, δεν διαρκούσαν και προσπερνούσαν με ενότητα στην ποικιλομορφία
τους. Έμεναν στο τέλος όλοι, μ’ ένα τρόπο, ευχαριστημένοι. Παράσταση, όπως
σκετς, έκαναν και μόνα τους τα παιδιά κι ας έλειπαν οι θεατές. Σαν κάποια
Χριστούγεννα που καθισμένοι γύρω-γύρω, εκεί πίσω απ’ την πόρτα της ‘σάλας’ πιο
κει απ’ το στολισμένο χριστουγεννιάτικο
δέντρο με τα φωτάκια, μες στην
υποβλητική μισοφωτισμένη ατμόσφαιρα, διάβαζαν απ’ τη ‘Ζωή του παιδιού’
παίζοντας εναλλάξ τους ρόλους του χριστουγεννιάτικου σκετς. Κι ανάμεσα στα μέρη
της ιστορίας, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια απ’ το σχολείο ακούγονταν… ως την
κουζίνα όπου μαγείρευε η μαμά, που με την ευκαιρία αυτή, συμμετείχε κι η ίδια
στη γιορτή, τραγουδώντας από μακριά σαν των αγγέλων το ‘Ωσαννά’! Κανονική παράσταση γίνονταν και το ίδιο το
παιχνίδι, κάποιες μέρες βροχερές, όταν έπαιζαν μες στο σπίτι τις… δασκάλες. Στη
σειρά τα σκαμνάκια που υπήρχαν, σαν θρανία, κι η ‘δασκάλα’ να ρωτά, να σηκώνουν
τα χέρια κανονικά οι ‘μαθητές’ και όρθιοι να λεν το μάθημα… Πρόβα και δοκιμή
ζωής μες στον προστατευμένο χώρο του σπιτιού και της αυλής. Χώρο όπου μεγάλωσαν
τα γνωστά ‘παιδάκια’ του παραμυθιού και
έφτασαν στην εφηβεία…
Κι η αυλή βρέθηκε
προβληματισμένη και σκεφτική. Τα παιδιά σοβάρεψαν, δεν τη χρειάζονταν πια,
πέταξαν γι’ αλλού τα ενδιαφέροντά τους, έξω απ’ την αυλή. Έτσι, μες στη μοναξιά
της, ένοιωσε ότι εκπλήρωσε επάξια τον πρωταρχικό ρόλο της κι έπρεπε ν’
αποτραβηχτεί ώστε ν’ ανοίξει πια ο κεντρικός δρόμος και να διευκολυνθεί η
κυκλοφορία των αυτοκινήτων που με τα χρόνια όλο και μεγάλωνε. Ήρθε, λοιπόν, ο
Δήμος και πήρε το μέρος της αυλής και του σπιτιού που χρειάζονταν γι’ αυτό το
σκοπό [καθώς κι από 2-3 άλλα διπλανά σπίτια], άνοιξε σε κείνο το σημείο ο
στενός δρόμος κι έγινε φαρδύς, φαρδύ και το πεζοδρόμιο. Μόνο η μεγάλη αυλή
συρρικνώθηκε κι έγινε μικρή αυλίτσα. Πάνε και τα δέντρα, που τόσα είδαν κι
άκουσαν όλα αυτά τα χρόνια, μόνο η συκιά του παππού έμεινε-μάρτυρας των
αλλοτινών καιρών. Και… το σπίτι, μπερδεύτηκε κι άλλαξε προσανατολισμό: από
ανατολικό που ήταν ως τότε, γύρισε πλευρό κι έγινε δυτικό! Ίσως για να βλέπει
καλύτερα το μεγάλο δρόμο και να θυμάται, νοσταλγικά, τις παλιές δόξες της
μεγάλης του αυλής.
Η ζωή προχώρησε σε καινούριους ρυθμούς μετά τις αλλαγές.
Όλοι προσαρμόστηκαν με τον αέρα της αλλαγής κι ανακαινίστηκαν με αισιοδοξία. Μόνο
που μερικά χρόνια μετά, κάπου τρία,
ξαφνικά λες, το σπίτι τράνταξε ‘σεισμός’ ή κάπως έτσι το ένοιωσαν κάποια απ’ τα
παιδιά… Πέθανε ο παππούς! Πάει η αρχέγονη μορφή του παππού! Στα 89 του χρόνια.
Το σπίτι ταρακουνήθηκε γιατί σπίτι και παππούς ήταν σαν ένα, ένας και μοναδικός
αυτός, αντιπροσώπευε τη φιγούρα του παππού… γενικά, στον κόσμο των
παιδιών. Αλλά εκείνο τον καιρό το σπίτι
και τα παιδιά ζούσαν σε μεγάλες ανακατατάξεις [άλλος για σπουδές, άλλος για
δουλειά, άλλος στο φανταρικό, άλλος… ] κι έτσι δεν έζησαν την απουσία και
έλλειψη του παππού μετά, από το σπίτι. Ούτε κατάλαβαν πότε έφυγε, θα ήταν λίγο
αργότερα αυτό[;], τελευταία, η συκιά για ν’ ανοίξει η μικρή αυλή. Η απώλεια του
παππού, λοιπόν, πέρασε σχεδόν ανώδυνα, αφήνοντας πίσω τη συμπαθητική θύμησή του
στη μνήμη και στην καρδιά των εγγονιών του.
Γρήγορες
κι απανωτές ακολούθησαν οι εξελίξεις στις ζωές των παιδιών, που χάραξαν ο
καθένας τον δικό του προσωπικό δρόμο. Το σπίτι φάνηκε ν’ αδειάζει ‘προς
στιγμήν’. Στην κλασική ερώτηση ‘’ Πού είναι οι άλλοι; ’’, που γίνονταν
παλαιότερα μπαίνοντας ένας απ’ όλους στο σπίτι… για τους υπόλοιπους, μπήκε η
ερώτηση της νέας εποχής ‘’Πέρασε ή φάνηκε κανείς;’’ ... ‘’ Πώς δεν πέρασε και πώς δε φάνηκε!! ‘’ Εδώ και λίγο καιρό μπαινοβγαίνουν και
πηγαινοέρχονται πέντε χαριτωμένα… εγγονάκια πια. Πέντε παιδιά μεγάλωσαν κι
έφυγαν στις δικές τους ζωές, πέντε εγγόνια ήρθαν να γεμίσουν προς ώρας την
καθημερινότητα του ψηλού όμορφου παππού και της μικροκαμωμένης ωραίας γιαγιάς πια. Δυο φορές χαρά! Γιαγιά και
παππούς ανέλαβαν δράση κι άγρυπνα παράστεκαν, όλο και με κάποιο τρόπο, στην
ανατροφή τους…
Πέρασαν χρόνια
αρκετά, οι γονείς των παιδιών γέρασαν αρκετά, τα εγγονάκια ξεπετάχτηκαν γρήγορα
και μεγάλωσαν αρκετά. Δύσκολα τώρα να συντρέχουν όλους και παντού. Κι έτσι
θέλησαν ν’ αλλάξουν θέση, κλείδωσαν το μικρό σπίτι με την αυλίτσα και έφυγαν
κάπου ψηλά, εκεί πάνω στον ουρανό με τ’ αστέρια, για να μπορούν άγρυπνα, όπως
πάντα, όλους να τους προσέχουν, να τους παραστέκουν και να τους βοηθούν.
Κάπου- κάπου ίσως και να τους χαμογελούν γιατί, όπως λεν,
εκεί ψηλά βρίσκονται καλύτερα… σε τόπο φωτεινό, χλοερό, τόπο αναψύξεως… και με
τη σκέψη αυτή παρηγορούνται παιδιά –
εγγόνια και χαίρονται και ζουν όλοι τους
καλά… … …
Φόρο τιμής στη μαμά
Ιούλιος 2016
Φ.Κ.
-------------------