Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

Τα πέντε κουνελάκια

                                     ανάμεσα στα 7 κατσικάκια και στα 3 γουρουνάκια 
                                                                               παραμύθι

   Στα χρόνια που η ζωή κυλούσε αλλιώς, με πιο αργούς ρυθμούς για μικρούς-μεγάλους καθώς τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά στους δρόμους της πόλης, το τηλέφωνο και η τηλεόραση σπάνιζαν στα σπίτια, πέντε αδελφάκια του Δημοτικού έπαιρναν περπατώντας, καθημερινά, το δρόμο για το σχολειό τους. Στο καθιερωμένο αυτό δρομολόγιο συναντούσαν κι άλλες παρέες παιδιών που με κουβέντες και ξεφωνητά έφταναν στον προορισμό τους.
   Ένα τέτοιο πρωινό έτσι που ξένοιαστα πλησίαζαν στο σχολείο ένα σούσουρο έφτασε στ’ αυτιά τους. Το σούσουρο αυτό δεν άργησε ν’ απλωθεί σαν αστραπή σ’ όλη την αυλή: - Κυκλοφορούν Μαγουλάδες! Οι Μαγουλάδες! Από στόμα σε στόμα όπως μαθαίνονταν τα νέα εκείνο τον καιρό έσπειραν πανικό στους μικρούς μαθητές.
   Όλοι τούς φοβόταν τους Μαγουλάδες γιατί αυτοί δεν αγαπούσαν τα παιδιά, ζήλευαν την πρόοδό τους στα μαθήματα, ήθελαν να χαλάσουν τα παιχνίδια που έπαιζαν με τους φίλους τους και γι’ αυτό όπου τα έβρισκαν στριμώχνονταν ανάμεσά τους, κολλούσαν πάνω τους και  προξενούσαν πρήξιμο με πόνο στα μάγουλα [εξ’ ου το όνομά τους]. Μετά απ’ αυτό τα παιδιά δεν μπορούσαν να καταπιούν, ανέβαζαν και πυρετό. Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να μείνουν στο κρεβάτι, να τρώνε μόνο σούπες και να λείψουν απ’ τα μαθήματα του σχολείου. Επιπλέον, αντίθετα με τους αργούς ρυθμούς της εποχής που είπαμε, αυτοί πήγαιναν γρήγορα-γρήγορα από τον έναν στον άλλον κι ήταν όπως έλεγαν οι μεγάλοι: μεταδοτικοί και εκνευριστικά ¨κολλητικοί¨.
   Την ανησυχητική είδηση έφεραν τρέχοντας στο σπίτι τα πέντε παιδιά, το μεσημέρι. Η μαμά για να προλάβει ν’ αφήσει έξω τους κακούς Μαγουλάδες έκλεισε αμέσως την πόρτα του σπιτιού και συμβούλεψε να μην την ανοίξουν και την πάθουν όπως τα επτά κατσικάκια του γνωστού τους παραμυθιού. Εξάλλου το δικό τους σπίτι ήταν γερό σαν το πέτρινο σπίτι που έφτιαξε το έξυπνο απ’ τα τρία γουρουνάκια του άλλου αγαπημένου τους παραμυθιού και δεν κινδύνευε να πέσει μ’ όλα τα φυσήματα των Μαγουλάδων. Μόνο που… Μαγουλάδες ήταν αυτοί και δεν ξεγλιστρούσες εύκολα. Φύσηξαν, φύσηξαν κι αφού δεν κατάφεραν να ρίξουν το σπίτι άρχισαν, πρώτη η μαμά το είδε, να φουσκώνουν ένα-ένα τα μάγουλα των παιδιών. Θαρραλέα η μαμά ανέλαβε δράση, αφού πρώτα συμβουλεύτηκε την παιδίατρο κ. Βασαϊδου. Πήρε μεγάλα κομμάτια από βαμβάκι τα όποια ζέσταινε πατώντας τα στο σίδερο και τοποθετούσε στα πονεμένα μάγουλα δένοντάς τα με μια φαρδιά κορδέλα γύρω από το πρόσωπο και έκανε το φιόγκο στην κορυφή του κεφαλιού. Στο άψε σβήσε έτοιμο το πρώτο κεφάλι, ίδιο κουνέλι. Με ανάλογες συνοπτικές διαδικασίες μεταμορφώθηκαν στη σειρά δύο, τρία, τέσσερα, πέντε κουνελάκια. Γέμισε το δωμάτιο με τα μεταμφιεσμένα αστεία ¨κουνελάκια¨ κι όλα, μες στον πόνο τους, ξεκαρδίζονταν στα γέλια κοιτάζοντας τους άλλους με τις κωμικές γκριμάτσες τους. Άλλες φορές πάλι χάζευαν πίσω απ’ το τζάμι έξω στο δρόμο βαριεστημένα, χωρίς να δίνουν καμία μα καμία σημασία στην ενοχλητική παρέα των Μαγουλάδων. Με τέτοια απαξιωτική συμπεριφορά βαρέθηκαν κι αυτοί, κι άρχισαν αργά-αργά πισωπατώντας να υποχωρούν. Τα ¨κουνελάκια¨ μετά από αρκετές δύσκολες μέρες πήραν τα πάνω τους, ξεκίνησαν να τρώνε κανονικό φαγητό και να ζωηρεύουν. Ώσπου μια ωραία μέρα οι Μαγουλάδες ξεφούσκωσαν απ’ το κακό τους κι έφυγαν στα κρυφά μ’ αθόρυβα πηδηματάκια. Τότε και τα πέντε ¨κουνελάκια¨- αδερφάκια ήθελα να πω: Βγάλτε, επιτέλους, τις κορδέλες και τους φιόγκους απ’ τα κεφάλια σας, με μπερδεύεται! - επέστρεψαν κανονικά στο σχολείο και στα παιχνίδια τους.
   Όσο για τους Μαγουλάδες… Ε, αυτοί πήγαν να κολλήσουν σε άλλα παιδιά και μετά σε άλλα, ουουου!, ταλαιπώρησαν γενιές και γενιές μαθητών ώσπου να ε ξ α φ α ν ι σ τ ο ύ ν. Γιατί, ναι, έγινε κι αυτό. Οι Μαγουλάδες κάποια στιγμή εξοντώθηκαν, γι’ αυτό σήμερα τα παιδιά δεν τους έχουν ακουστά και δεν τους φοβούνται. Πότε; Χρόνια αργότερα, όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ένας σύμμαχος των παιδιών που κατάφερε να τους κατατροπώσει: ο κύριος Εμβόλιος!! Είναι πολύ γνωστός στους γιατρούς που τον ξέρουν από κοντά, είναι φίλος τους και τον φωνάζουν σκέτο: Ε μ β ό λ ι ο, σίγουρα έτσι θα το έχετε ακούσει κι εσείς, τα σημερινά παιδιά. Και σίγουρα θα έχετε νιώσει το εμβόλιο σαν μικρό τσίμπημα ή μια σουβλιά ψηλά στο μπράτσο κάθε που σας χαϊδεύει μ’ ένα μικρό κομμάτι βαμβάκι. Όμως καθόλου μην το φοβάστε αυτό, είναι για καλό. Διώχνει μακριά, πολύ μακριά τους κακούς Μαγουλάδες, τόσο που λένε ότι έχουν εκλείψει από προσώπου γης, δηλ. έχουν πεθάνει. Κι όχι μόνο οι συγκεκριμένοι αλλά και τα ξαδέρφια τους, όπως ο Κοκίτης, η Ανεμοβλογιά, η Ιλαρά… Όλοι το ίδιο κολλητικοί και ύπουλα μεταδοτικοί, αλλά κυρίως όλοι το ίδιο επικίνδυνοι για τα μικρά παιδιά, τους μαθητές που δεν θέλουν να χάνουν τα μαθήματα του σχολείου τους και τα παιχνίδια με τους συμμαθητές. Με το εμβόλιο, λοιπόν, όπου φύγει-φύγει στα βάθη της γης όλοι εκείνοι που νομίζουν ότι μπορούν να ξεγελούν τα παιδιά και να τα κάνουν να υποφέρουν.
   Κι αν ακόμα αναρωτιέστε τι έγινε μετά… έζησαν τα παιδιά εκείνα καλά και τα σημερινά παιδιά καλύτερα.
                            Φ. Κ.
                       21 / 11 / 2017

                      ===========       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου