Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

Γάτος αρχοντικός



    Αυλή πνιγμένη στις τριανταφυλλιές. Γεμάτη γλάστρες με λουλούδια και πρασινάδες. Δίπλα κήπος και στην άκρη του μια βυσσινιά. Πίνακας εκ του φυσικού που ξεπροβάλλει, μαζί με τον ήλιο κάθε πρωί, μπροστά στο μικρό παράθυρο της κουζίνας μας.  
    Εκεί, βρίσκεται ένα σπιτάκι χαμηλό σαν παιδική ζωγραφιά με μια πόρτα στη μέση, δυο παράθυρα από δω κι από κει και σκεπή με κεραμίδια. Ο τοίχος του τούβλινος κάθε χρόνο φρεσκάρεται σε τόνους  ανοιχτόχρωμους.  Τα αναγκαία  χρειώδη βρίσκονται έξω  στο πίσω αυλιδάκι δηλ. η βρύση με το νεροχύτη [για χρέη κουζίνας], το αποχωρητήριο [και χώρος μπάνιου] και πάνω σ’ ένα παλιό μπαούλο η σκάφη όπου μουλιάζουν τα ρούχα που πλένονται όλα στο χέρι.
    Σ’ αυτό το απλοϊκό περιβάλλον ζει μια απλοϊκή μεσόκοπη γυναίκα, η κυρα-Γαριφαλιά. Χήρα από χρόνια και χωρίς παιδιά. Νοικοκυρά καθαρή φροντίζει απαράλλαχτα κι ανελλιπώς το γραφικό αυτό σκηνικό μέσα στο οποίο βρέθηκε να διαφεντεύει σαν από πάντα.
   
   Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει άλλοτε σκουπίζοντας την αυλή ή ποτίζοντας τα λουλουδικά της και τακτικά απλώνοντας στο μακρύ σχοινί της μπροστινής αυλής, ένα ένα στη σειρά, τ’ ασπρόρουχα της μπουγάδας της. Κι όπως ήξερε από παλιά να κάνει, ανασηκώνει στη μέση το βαρύ απ’ τα ρούχα σχοινί με το ψηλό διχαλωτό κλαδί, για να στεγνώνουν γρήγορα. Κι όπως αυτά ανεμίζουν σαν άλλα καραβόπανα νομίζεις πως βλέπεις ανθισμένο καράβι που πλέει κάτω απ’ τον απέραντο θόλο τ’ ουρανού.
     Τότε είναι που ξαφνιάζονται κι οι γάτες της αυλής κι όπου φύγει-φύγει σκορπίζουν στη γειτονιά. Γιατί η κυρα-Γαριφαλιά αγαπάει πολύ τα ζώα [13 χρόνια κι ο δικός μας σκύλος έζησε έμπρακτα την αγάπη της] …μα αδυναμία έχει στις γάτες. Πρωί-πρωί αυτές αρχίζουν να μαζεύονται και την καρτερούν να βγει στην αυλή. Η μια κάθεται στο περβάζι του κλειστού παντζουριού, η άλλη πάνω στο τραπεζάκι της αυλής, άλλη στο πλατύσκαλο μπροστά - σε στάση ιερής προσήλωσης- στην κλειστή πόρτα, μιαν άλλη καμαρώνει πάνω στο κολονάκι της αυλόπορτας, ενώ άλλη δροσίζεται απ’ τον κουβά γεμάτο με νερό ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό. Ώσπου φτάνει η πολυπόθητη στιγμή: πρώτα ανοίγει το παράθυρο ρίχνοντας με σπρωξιά τη γάτα κάτω σημαίνοντας μ’ αυτό τον τρόπο συναγερμό. Τ’ αυτιά τσιτώνουν, τα μουστάκια τεντώνονται , τα μάτια στυλώνονται στην προσεχτική παρατήρηση της πόρτας. Με το που ανοίγει… η ετοιμότητα χτυπάει κόκκινο! Αν μπορούσαν θα χειροκροτούσαν, αν ήξεραν τραγούδια θα τραγουδούσαν! Μ’ έναν πήδο την περιτριγυρίζουν κι ακολουθώντας την πομπή για το συγκεκριμένο μέρος της αυλής ορμούν λαίμαργα πάνω στην εφημερίδα με το συσσίτιό τους. Κεφάλια το ένα δίπλα στ’ άλλο επιδίδονται με αφοσίωση στο ατομικό σπορ. Είναι και μια δειλή, παίρνει μια μπουκιά, παραμερίζει, την τρώει και …άτολμη κοιτάζει από μακριά. Αυτή μετά έχει ειδική μεταχείριση και τρώει σε ξεχωριστή εφημερίδα λίγο πιο πέρα κάτω απ’ τ’ άγρυπνο βλέμμα της που την παραστέκεται. Οι υπόλοιπες γάτες αποδέχονται τη διάκριση και δεν ενοχλούν. Κι αν κάποια πάει αστραπιαία κάτι να ξεκλέψει την αποδιώχνει αμέσως με χειρονομίες και φωνές. Τέλος οι εφημερίδες αδειάζουν και μαζεύονται. Κι εκεί που λες πάει και σήμερα, ακούγεται τρυφερή η φωνή πάλι της κυρα-Γαριφαλιάς: - Πού είσαι κορτσούδα μ’ ;; … έλα, έλα να φας κορίτσι μ’ ! Καθώς κοιτάζω απ’ την ανοιχτή μας πόρτα στην πίσω αυλίτσα της μου λέει επεξηγηματικά: - Μη με παρεξηγείς, εγώ δεν έχω παιδιά και γι’ αυτό μιλάω στη γάτα μου…
     Η γάτα αυτή είναι σπιτικιά. Καλομαθημένη και καλοθρεμένη τόσο που το τρίχωμά της είναι αφράτο και φουσκωτό, το κεφάλι της μεγάλο κι η ουρά της φουντωτή: ίδιο τιγράκι ! Αυτό το σπιτικό τιγράκι ήταν που μια φορά ξύπνησα το πρωί και το βρήκα να στρογγυλοκάθεται στην πολυθρόνα του καθιστικού μας. Έμπηξα τις φωνές, καθώς σκεφτόμουν ότι εγκλωβίστηκε μέσα στο σπίτι αποβραδίς όταν είχα κλείσει την μπαλκονόπορτα, ενώ η γάτα κατατρομοκρατημένη πήγε και χώθηκε στην πιο σκοτεινή γωνιά του σαλονιού πίσω απ’ το μεγάλο καναπέ και δεν έλεγε να βγει με τίποτα. Πήραμε το σκουπόξυλο, τίποτα… ανοίξαμε την πίσω πόρτα, αλλά γάβγιζε ο σκύλος μας και…  πάλι τίποτα… Ώσπου ανοίγουμε την μπροστινή πόρτα και… τότε φεύγει βολίδα και μ’ ένα σάλτο προσγειώθηκε στην γνωστή του αυλή, όπου κρύφτηκε φοβισμένο μέσα στο σπίτι. Όμως δεν είχε τύχη αυτό το γατί , αφού καιρό αργότερα το περιμάζεψε σκοτωμένο απ’ το δρόμο η κυρα-Γαριφαλιά λέγοντας θλιμμένα : - Δεν ξαναπαίρνω στο σπίτι γάτα γιατί πολύ στεναχωριέμαι όταν τη χάνω…
      Πέρασε έτσι καιρός …
      Μια ωραία μέρα ακούστηκε ξανά τραγουδιστή η φωνή της κυρα-Γαριφαλιάς : - Αγορίνο μ’, πού είσαι ;; …έλα, αγόρι μ’, έλα να φας…  Μη πιστεύοντας στ’ αυτιά μου, πετάχτηκα έξω γελώντας και τι να δω ! Ένας γάτος αρχοντικός ! Μαυρόασπρος με μακρύ λαιμό, αυτιά τσιτωμένα ψηλά να με καρφώνει μ’ ένα εξεταστικό πράσινο βλέμμα. Στητός στα δυο μπροστινά ψηλά του πόδια, ακίνητος και καμαρωτός προσπαθούσε, λες, να επιβληθεί στο μικρόκοσμο της πίσω αυλίτσας. Αυτός ο χώρος και το σπίτι θα ήταν στο εξής ο κόσμος του. Γιατί έκτοτε η κυρα-Γαριφαλιά πολύ τον πρόσεχε μην βγει και πεταχτεί στο δρόμο. Κι αυτός απολάμβανε τις τιμές καθισμένος σαν μπιμπελό στον παραστάτη της εσωτερικής πόρτας του σπιτιού.
      Πέρασε έτσι κι άλλος καιρός …  
      Η κυρα-Γαριφαλιά άρχισε να ‘χει προβλήματα υγείας, ήταν και κάποιας ηλικίας…  Κι ένα βράδυ άναψε πίσω το φως, μισάνοιξε την πόρτα, βγήκε στο αυλιδάκι κι αθόρυβα από κει έφυγε … την ώρα που ο γάτος της ο αρχοντικός κοιμόταν. Το ίδιο κι όλοι στη γειτονιά, κανείς δεν την πήρε είδηση …
      Από τότε ο μαυρόασπρος όμορφος γάτος πηδούσε πάνω στην πεζούλα της αυλίτσας κι εξερευνούσε την γύρω περιοχή. Κάποιες γειτόνισσες του ‘βαζαν εκεί πάνω στο τοιχίο ξηρά τροφή και νερό. Κι αυτός σιγά σιγά ξεθάρρευε ώσπου δεν ξαναφάνηκε… Δεν βάζω στο νου μου το κακό, αφού όπως λένε οι γάτες είν' εφτάψυχες.
       Άραγε σπιτώθηκε αλλού ή του καλάρεσε ν’ αλητεύει κι από σπιτικός έγινε κεραμιδόγατος ;; …
       Ποτέ δε μάθαμε στ’ αλήθεια…
         
Φ. Κ. – 21 / 12 / 2018   

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Ανταλλαγή











Τρία προφιτερόλ
τριάντα τόσα χρόνια πριν
σε βάση τακτική
αναβαθμίζαν γευστικά
μια παρεϊστικη στιγμή.

Τρία προφιτερόλ
μπροστά σε μια ψηλόλιγνη μορφή
χτυπούσαν το κουδούνι,
κάθε που το καράβι άραζε
στην πόλη τη φοιτητική.

Τρία προφιτερόλ
κλεισμένα στου χρόνου το κουτί.
Δεν μούχλιασαν, δεν χάλασαν,
η μνήμη ολόφρεσκα τα συντηρεί
κι αργά, αλλά… τη μέτρησε
την κίνηση αυτή.

Τρία προφιτερόλ
κι η θύμηση κρατάει ζωντανή
εικόνα χαμογελαστή
που απ' τη ρότα τ’ ουρανού,
με τρεις πετούνιες  στο κουτί,
πελάγη θ’ αρμενίζει.

Στη μνήμη του Κώστα
Φ. Κ. – 21 / 11 / 2018 -   

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Στους παππούδες ...με χαϊκού



Πάντα κοντά μου
στα πρώτα μου παιχνίδια,
ο παππούς Μήτσος!

Παρέα καλή
στο σπίτι κάθε πρωί,
ο παππούς Μήτσος!

Πριν πάω σχολειό
είχα σύντροφο πιστό,
τον παππού Μήτσο!

Σήκω και κάτσε
στην πράσινη φλοκάτη,
είχα τον παππού!

Αυτός γελούσε.
Χατήρι δεν χαλούσε.
Ο παππούς Μήτσος!
        











Δούλεψε τη γη,
πρόσφερε στους ανθρώπους
ο παππούς Γιάννης!

Καρδιά αγαθή
με αγάπη περισσή
ο παππούς Γιάννης!

Κοτσύφια στο βουνό
κι απ’ τη θάλασσα αχινό
ο παππούς Γιάννης!













Υ. Γ. Γραμμένα παλαιότερα …
Φ. Κ.  – 26 / 10 / 2018 -  


Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

Αποτύπωμα


Μουσική αναβλύζει από μέσα μου στη θύμησή του.        
Με ήχους πολλούς, διαφορετικούς που ξεχύνονται και με κατακλύζουν.
Άλλοι με ζήλο και παλμό, πρωτίστως αυτοί :
" Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα…
Στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα
για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά… "
κι ο ενθουσιασμός αυτός κράτησε χρόνια και χρόνια, συνδεδεμένος με τα νιάτα του και τη γενιά του που έζησε [από κοντά ή πιο μακριά, περισσότερο ή πιο λίγο] τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Αν κι ο ίδιος δεν μετείχε ενεργά ως παιδί της πόλης και περικυκλωμένος από γυναίκες: τη μάνα του που του είχε περισσή αδυναμία ως μόνος γιος κι ανάμεσα σε τέσσερις αδερφές… Καλομαθημένος και του φαινόταν. Την αγωνιστικότητα, λοιπόν, την έβγαζε μέσα απ’ το τραγούδι που στη συνέχεια έλεγε μελαγχολικά:
 " Αχ, Βαλεντίνα, αχ … … … Βαλεντίνα, Βαλεντίνα ",
ενθυμούμενος την ξαδέρφη του Βαλεντίνα που 18 χρονών κοπέλα σκοτώθηκε την περίοδο του Εμφυλίου σε μάχη στο χωριό της, την Άνω Κερασιά που ήταν και χωριό της μάνας του.
Νοσταλγικά άλλες φορές τραγουδούσε " Το γελεκάκι που φορείς…" και 
         Με πήρε ο ύπνος κι έγειρα
         στου καραβιού την πλώρη
         και ήρθε και με ξύπνησε
         του καπετάνιου η κόρη…
αναπολώντας ίσως μ’ αυτό τη θητεία του στο ναυτικό [πριν την έναρξη του γερμανοϊταλικού πολέμου], απαλύνοντας έτσι τη σκληραγωγία στις ασκήσεις [βουτιές απ’ το κατάστρωμα του πλοίου στη θάλασσα] κατά το λιμενισμό τους στις Γούβες της Εύβοιας. Μαζί και ευγνωμονώντας λες για τη σωτήρια παραίνεση του ναύαρχου - να πάνε στα σπίτια τους- όταν το καράβι προσάραξε στο λιμάνι του Βόλου κατά τη διάρκεια του πολέμου του ’40, λίγο πριν αυτό βομβαρδιστεί [!] . Εκεί έληξε η θητεία του, όχι όμως κι η αγωνία του καθώς γυρνώντας στο σπίτι του το βρήκε κλειδωμένο και δεν ήξερε τι να υποθέσει. Το γωνιακό καινούριο σπίτι ήταν επιταγμένο απ’ τους Γερμανούς. Κάποιος, ρωτώντας, τον πληροφόρησε ότι πολλές οικογένειες έφυγαν στην περιοχή "Ανεμούτσα" έξω απ’ την πόλη για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Τι συγκίνηση, αλήθεια, όταν τον είδαν από μακριά να τους πλησιάζει: Ο Μήτσος! Έρχεται ο Μήτσος! Τον υποδέχτηκαν με φωνές… Στιγμές που δεν ξεχνιούνται  αν και τόσο δύσκολες, όπως δύσκολη υπήρξε όλη η διάρκεια της Κατοχής με την τρομερή πείνα του ’41 – ’42, χρονιά που πέθανε ο πατέρας τους, 67 ετών, από εξασθένηση του οργανισμού.
 Παράξενα αντηχεί στ’ αυτιά μου η φωνή του στο σχετικό σατυρικό τραγουδάκι :
         Πατάω ένα κουμπί
         και βγαίνει μια χοντρή
         και λέει στα παιδάκια
         νιξ φαΐ .    
Από τα μαύρα χρόνια της τρομοκρατίας ποτέ δεν ξεχνούσε να διηγείται το σύντομο [ευτυχώς] πέρασμά του από την λεγόμενη "Κίτρινη Αποθήκη" που στα κατοχικά χρόνια λειτούργησε ως φυλακή-βασανιστήριο των κατακτητών. Είχε συλληφθεί στο δρόμο τυχαία με άλλους πολλούς σε μπλόκο για αντίποινα και οδηγήθηκαν εκεί.  Το μπουλούκι αυτό της αγωνίας ήταν φαίνεται μεγάλο κι ο διοικητής υψώνοντας το χέρι φώναξε: " Από δω και κάτω να φύγετε !..."  Ήταν μέσα σ’ αυτούς… Με μια ανάσα, όπως έλεγε και  έδειχνε τη λαχτάρα που πήρε, έτρεξε ως το σπίτι του χωρίς να κοιτάξει πίσω.                                                                                                                           
Ακολουθούν ανέμελες κι αθώες της νιότης εποχές με τα τραγούδια του "Μπάρμπα-Γιάννη Κανατά" ή "Μάρω Μάρω μια φορά είν’ τα νιάτα" ή "Τα καβουράκια" συνειρμικά συνδεδεμένα με τρόπο παιχνιδιάρικο κι αστείο με τον Καραγκιόζη που παίζονταν στις γειτονιές, τον " Χοντρό και Λιγνό" που έβλεπε με φίλους σε κινηματογράφο της πόλης. Τότε ήταν που έλεγε: Έκανα και στη Βολιώτικη χορωδία εγώ! Και τόλεγε κατά καιρούς… Αλλά δεν βρέθηκαν ίχνη του στους καταλόγους της, μόνο του φίλου που πιθανόν πήγε κάποιες φορές μαζί του βρέθηκαν με εγγραφή το 1946 [λογική χρονολογία]. Όπως και να ‘χει ήταν καλλίφωνος, αγαπούσε το τραγούδι και συνήθως  ακουγόταν τραγουδιστά η φωνή του στο σπίτι:
       Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι
       θα σ’ αγοράσω ένα κοκοράκι.
       Το κοκοράκι κικιρικικιιιιιιιί
       να σε ξυπνάει κάθε πρωί!   
Τραγούδι  ένα με το καλοκαίρι και το αυγουστιάτικο παζάρι του Δήμου με τη σημασία που είχε τότε και την προσμονή που προκαλούσε: άλλοτε για κάποιο παιχνίδι, ίσως κάποιο βιβλίο ή άλλα μικροπράγματα και οι μεγάλοι πάντα πετσέτες και χαλβά Φαρσάλων [ συνήθεια που πέρασε απαράλλαχτη στις επόμενες γενιές, όσο κι αν ατόνησε ο θεσμός].
Αλλά και στις μεγάλες γιορτές με τα κάλαντα αντηχούσε η δική του φωνή που με κείνο το χαρακτηριστικό κούνημα του κεφαλιού και το χαμόγελό του παρακινούσε κι εμάς τα παιδιά να ακολουθήσουμε στο πνεύμα της ημέρας. Έντονα θυμάμαι στην αλλαγή του Χρόνου με το:  Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,  ψιλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος… , να μας μαζεύει γύρω απ’ το μεγάλο τραπέζι για να παίξουμε, έτσι για το καλό, στα χαρτιά 21 ή 31.
Άλλοτε πάλι: 
       Στις μεγάλες Αποκριές τρώνε πίτες και κορές 
       και την Καθαρή Δευτέρα…  …
παίρναμε καθαρό αέρα ψηλά στου "Ζάγγα" τ’ ανοιχτό μέρος στους πρόποδες της Γορίτσας όπου μας πήγαινε για να πετάξουμε τον χαρταετό.
Κι άλλοτε:     Εν δυο, εν δυο τσαρούχι,
                      φουστανέλα, φούντα, φέσ’(ι).
                      Καμάρι, λεβεντιά, περηφάνια
                     σωστός διπλωμένος κατ(η)φές…  που το έλεγε ρυθμικά και σκωπτικά κάτι τέτοιες μέρες, όπως καλή ώρα τώρα, καθώς του το θύμιζαν οι σχολικές μας επετειακές γιορτές.
Συχνά μπαίνοντας στο σπίτι και στη θορυβώδη ατμόσφαιρα των παιδικών παιχνιδιών μας έκανε αισθητή τη δική του παρουσία με μικρά μέρη τραγουδιών κυρίως επαναλαμβανόμενων συλλαβών: Τιριτόμπα , τιριτόμπα…  ή ρίκο, ρίκο, ρίκοκο… ρίκοκο, ρίκοκο… και Ριρή, Ριρή, Ριρίκα… με αποκορύφωμα: Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ντάρλα ντιρλανταντά… Και, πιθανόν, για να μας βάλει κι εμάς σ’ αυτό το μουσικό παιχνίδισμα τραγουδούσε τον παλιό σκοπό:
       Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια
       κελαηδήστε, τραγουδήστε,
       κελαηδήστε, τραγουδήστε
       τον ωραίο σας σκοπό.     
Σαν παιδιά, βέβαια, εμάς πολύ λίγο απασχολούσαν οι  μουσικές αυτές παρεμβάσεις, μας φαίνονταν ίσως κι ενοχλητικές [κι ας άφησαν το μετέπειτα στίγμα τους] ιδίως όταν έσπαζαν τη σιωπή σε ώρα διαβάσματος: Ησυχία! Διαβάζω!... Εκείνες τις φορές έμενε στη μέση η μουσική ορμή του και με την δική του κρυμμένη, λες, παιδικότητα έπαιρνε το μεγάλο αντρικό ποδήλατο –σταθερό και μόνιμο μέσο μετακίνησής του- πήγαινε στο γειτονικό περίπτερο και μ’ έφερνε φιστίκια …για ενισχυτική σιωπηρή παρέα.
Ωστόσo ήχους δυνατούς και στεντόρειους μόνο ο ύμνος του Ολυμπιακού προκαλούσε:
      Ολυμπιακέ, Ολυμπιακέ
      μεγάλε και τρανέ, μεγάλε και τρανέ
      συ μας έ… συ μας έφερες τη νίκη…  
Οπαδός της συγκεκριμένης τοπικής ομάδας εκ νεότητος και  λόγω του πρωτοξάδερφου ποδοσφαιριστή στην ομάδα αυτή και  λόγω γειτνίασης με το γήπεδό της.  Πάντα, αλλά κυρίως στις νίκες της ομάδας του, πάλλονταν τα επινίκια στην ατμόσφαιρα του σπιτιού και στο τραπέζι μοιράζονταν τα κερασμένα κουρκουμπίνια!
Το πάθος στη φωνή του πάλι μόνο τραγούδια του Τσιτσάνη έδιναν με πρώτο κι αγαπημένο του:
      Συννεφιασμένη Κυριακή,
      μοιάζεις με την καρδιά μου
      που έχει πάντα συννεφιά,
      Χριστέ και Πα… Χριστέ και Παναγιά μου…  
Τραγούδι στο σπίτι μας διαχρονικό, ακουγόταν επανειλημμένα απ’ το στόμα του  ανεξαρτήτως ημέρας κάτι σαν μουσική υπόκρουση που τον συνόδευε στις καθημερινές του μικροδουλειές.   
      Όταν σε βλέπω βροχερή
      στιγμή δεν ησυχάζω,
      μαύρη μου κάνεις τη ζωή
      και βαριαναστενάζω.
Κι όπως, εκ των υστέρων διαπιστώνω, λειτούργησε σε μας τα παιδιά σαν μια πρώιμη μαθητεία στους ήχους του ρεμπέτικου τραγουδιού που ως σήμερα μας έλκουν κι όχι σπάνια σιγοτραγουδώ και δεν απορώ πια πώς μου βγαίνουν στα ξαφνικά…
     Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή
     που ‘χασα τη χαρά μου,
     συννεφιασμένη Κυριακή
     ματώνεις την καρδιά μου.
Με μουσική μαζί σκιαγραφείται αδρά η ζωή του και με τραγούδια ξεχειλίζει  την καρδιά και τη σκέψη μου η θύμηση του μπαμπά. Δικός του κι ο καταληκτικός απόηχος του αγαπημένου του δημοτικού τραγουδιού: Να 'ταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία... 

 Αφιέρωση με αφορμή
100 χρόνια από τη γέννησή του [ 1918 – 1992 ]
Φ. Κ.  21 / 10 / 2018
_______________________

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

Γνωριμία …άλλης εποχής


   Μαγιάτικο γλυκό απογευματάκι. Ο ήλιος λαμπυρίζει ακόμα, τώρα που οι μέρες σιγά σιγά μεγαλώνουν.
      Στην μεγάλη αυλή οργιάζουν λουλούδια και πρασινάδες. Τα ταπεινά χαμομήλια που αφθονούν στην άπλα της αυλής άνοιξαν κι αυτά, ορθώνοντας το λεπτεπίλεπτο μίσχο τους δειλά, να χαρούν τη στιγμή.
      Τη στιγμή που κρατώντας την ανάσα της κάτι προσμένει… Μες στη σιγαλιά του ανοιξιάτικου δειλινού που απλώνεται γύρω κάτι στην ατμόσφαιρα πλανάται … Ως κι η τουλούμπα του νερού παράμερα στράγγιξε λες, δεν στάζει, από ώρα στέκει σιωπηλή. Τα ζωηρά τζαρτζάνια μη βρίσκοντας σταγόνα να πιουν, πέταξαν γι’ αλλού. Πεταλούδες και μέλισσες ακινητούν πάνω στ’ ανθισμένα λουλούδια. Μια σαύρα σύρθηκε και χάθηκε στα χόρτα του φράχτη. Κι η ναζιάρα γάτα του σπιτιού αθόρυβα κρύφτηκε στην πίσω αυλίτσα. . . Σαν όλα να 

παραχώρησαν τη θέση τους στη στιγμή…
     
      Μες στην απλόχωρη αυτή γαλήνη ένας νέος άντρας, κοντά στα 39 του χρόνια, φάνηκε μπροστά στο παλιό σπιτάκι με τις σιδεριές στα παράθυρα.  Έφερε μαζί του μια καρέκλα, την ακούμπησε δίπλα στην πόρτα και κάθισε σταυροπόδι. Δείχνει συμπαθητικός με τα πυκνά σπαστά μαλλιά και το μαύρο μουστακάκι, ψηλός κι αδύνατος, με μια αδιόρατη ανυπομονησία καθώς κάτι αναμένει…
      Ξέρει, από την αδερφή του τη μοδίστρα, ότι τούτη την ώρα περίπου θα περάσει από κει μια γνωστή της κοπέλα που εκτιμά ιδιαίτερα για να της κάνει πρόβα στο μαντό που της είχε παραγγείλει. Του πρότεινε, λοιπόν, να τη δει … συλλογιέται κι η σκέψη του διακόπτεται από το χαρακτηριστικό ήχο στις πλάκες της αυλής: τακ τακ, τακ τακ, τακ τακ… Αεράτη, όμορφη μελαχρινή και μικροκαμωμένη φιγούρα, με την τσάντα της περασμένη στο μπράτσο, κοντά στα 31 της χρόνια, τον προσπερνά :
 -   Καλησπέρα !... του λέει καθώς σκέφτεται ότι θα 'ναι ο αδερφός τους και προχωρά στο διπλανό σπίτι της ίδιας αυλής.
-    Καλησπέρα !... ανταπαντά … και δεν προσπερνά.
      Στον απόηχο του ¨τακ τακ¨ των τακουνιών μια δόνηση μεταδίδεται στη μεγάλη αυλή. 
Στον αντίλαλο της λέξης μια αύρα δροσιάς την ξυπνά από το λήθαργο. Στη στιγμή όλα 
γύρω ζωντανεύουν, κινούνται τώρα ζωηρά, ως και τα μουστάκια της γάτας φάνηκαν στου 
τοίχου τη γωνιά, τιτιβίζουν τα πουλιά: 

Κάτι τρέχει στον αέρα
με μια μόνο"καλησπέρα" !  
Ξεγελάστηκε κι ο ήλιος
και παράτεινε τη μέρα...

  Ήταν 1957. . .
Ευτυχώς ο έρωτας δεν προσπέρασε… 
Ακολούθησε επίσημη πρόταση συνοικεσίου από την αδερφή-μοδίστρα... 
Κι έτσι τώρα γράφονται αυτές οι γραμμές. 
Στη στήλη ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ η τοπική εφημερίδα έγραψε:
Δημήτριος Β. Κ…
Δέσποινα Ν. Ι…
Ηρραβωνίσθησαν
Βόλος 13 Ιουνίου 1957
Οι συγγενείς ευχήθηκαν ταχείαν την στέψιν.
Ο γάμος έγινε, μετά 6 μήνες, στις 26 Δεκεμβρίου ημέρα Πέμπτη
"εν τω ιερώ Ναώ του Αγίου Κωνσταντίνου και ώραν 3 μ.μ.", όπως ανέφερε το προσκλητήριο...
Ακολούθησε γαμήλιο ταξίδι με τρένο ως τη Λάρισα για ένα βράδυ.

Λες και ήταν χθες. . .  
  
Φ. Κ.   21 / 9 / 2018

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Όνειρο καλοκαιρινό [παιδικό]

 
Σαν αυτά τα κοκοράκια
δυο παιδάκια, δυο αδελφάκια
-πριν να βγει το καλοκαίρι-
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν
και στο Βόλο καταλήγουν. 

Πρώτα στα Καλά Νερά
κολυμπήσαν στα ρηχά
-πριν να ρθει το μεσημέρι-
έκαναν και μια βουτιά
 στης Μπούφας την ακρογιαλιά.

Στης ομπρέλας τη σκιά
κάθισαν παρέα μετά
-πριν τους βρει η αντηλιά-
και με όρεξη πολύ
αρχινάνε το φαΐ.

Το ένα φώναζε: Αγγούρι!,
το άλλο έλεγε: Κουλούρι!,
-πριν να μπει η πρώτη μπουκιά-
μοιραστήκανε μαζί
κεφτεδάκια με τυρί.

Άλογο και πουλαράκι
τους κοιτούν στο χωραφάκι
-πριν να πει κανείς κουβέντα-
πήρανε το μπολ με φρούτα
να ταϊσουνε και τούτα.

Κι απ’ τη διπλανή αυλή
η χελώνα καρτερεί
-πριν βγει τ’ άλλο καλοκαίρι-
να την ξανάβρουν τα παιδάκια
κρυμμένη μες στα χορταράκια.

 Υ. Γ. Αφιερωμένο σε κάποια παιδάκια,
          όπως στο Γιάννη και στο Λάμπρο.
         
Φ. Κ. - 9 / 9 / 2018 –
---------------------------

Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Εικόνες (2)












Αποσκευές… χιλιόμετρα, τα καλοκαιρινά
και η περιπλανώμενη διάθεση
κάθισε στο τιμόνι, που μόλις έβαλε μπροστά,
όπως πέρυσι κύλησε
σε τόπους του νοτιά.
Αποτυπώματα έψαξε, τα αλλοτινά,  
στους δρόμους με τα λιόδεντρα και με τις πικροδάφνες
και στις στροφές των πεύκων πρόβαλαν
γνώριμοι τόνοι, οι ζεστοί
 σ’ όλες τις αποχρώσεις.
Τα χρώματα δεν σβήστηκαν, αντάμωσαν ξανά
βουτώντας τώρα με ορμή
σε τυρκουάζ νερά.

Χορεύοντας στο λίκνισμα
θαλασσινού αέρα, καθώς άλλοτε
φούσκωνε ¨λευκότατα πανιά¨
¨κι αυτή με το μαντήλι μας αποχαιρετά¨
 στου χωροχρόνου την αχλή
 παρούσα του Σολωμού η Ξανθούλα,
ο ποιητής μαζί κι ο Άγιος εκεί…

Κι απέναντι, κάστρο στο κάστρο ακολουθεί
αυτοπροσώπως η Ιστορία
κρατώντας κέρασμα λιτό
την κάπαρη και τις ψιλές ελιές των Καλαμών
που αφθονούν εδώ
όπως και το χρυσαφένιο υγρό
που ξέχειλα ρέει –το μόνο υπερβολικό-
στα πιάτα και στο διάβα
μακραίωνης πορείας.

Φ. Κ.  21 / 8 / 2018
-----------------------  

Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

Αντικατοπτρισμός














Τουλίπες, όμορφα λουλούδια
όσο ίδια, τόσο και διαφορετικά.
Η κίτρινη η λαμπερή
με χαρούμενες σκέψεις
κάνει την αρχή.
Κόκκινη και φλογερή
ζωντανεύει τη στιγμή.
Σε αποχρώσεις ροζ,
ρομαντική, τουλίπα της αγάπης.
Κι η σκέψη μου χαρούμενα
στην κίτρινη ξανά γυρνά:
Να μου θυμίσει, έρχεται
σαν αντικατοπτρισμός,
τέσσερα όμορφα παιδιά
που ως συμβαίνει σε αδέρφια
τόσο ίδια είναι, όσο και διαφορετικά.
Καθένα με το χρώμα του,
μες στην παλέτα της ζωής
καθώς αναμιγνύονται,
περνούν απ’ το εγώ στο εμείς.
Με πίνακες πολύχρωμους
παίρνουν χαρές κι οι δυο γονείς.
Κι εγώ σαν παρατηρητής
στη ζωηρόχρωμη
δική τους πανδαισία
ελπίζω να ‘χουν φωτεινές
συχνά τις πινελιές.

Φ. Κ. – 21 / 7 / 2018 --

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018

Στο δρόμο των γλάρων


Το ταξίδι οδικό,
χρόνια τώρα είναι γνωστό
πως στου δρόμου τα μισά
βγάζει σ’ ακροθαλασσιά.

Με του ¨φέρι μπωτ¨ γραμμή, 
στην πλεύση τη μισάωρη, 
φέρνει ο μπάτης απ’ τ’ ανοιχτά
και τους γλάρους συντροφιά.
           
Κρα… κρα…  από μακριά,
¨κρα¨ ο αντίλαλος ξανά,
πλησιάζουν στη στιγμή
κυκλώνοντας την κουπαστή.

Κρώζουν με ξεφωνητά
διώχνοντας τα κύματα.
Καράβι, γλάρος- πλοηγός
κι ο απόπλους ευνοϊκός.

Στον αέρα ισορροπούν
κι είναι σαν να χαιρετούν.
Άλλοτε βουτούν μ’ ορμή
κάποιο ψάρι σαν φανεί.

Πάλι από χαμηλά
φτερουγίζουν στα ψηλά.
Με το μάτι ερευνούν
κάποιο φίλο αναζητούν.

Σκληροτράχηλα πουλιά
δεν φοβούνται μοναξιά,
μα στις μέρες τις ζεστές
ψάχνουν συναναστροφές.

Είναι όλοι τους εκεί.
Άλλοι νέοι, άλλοι παλιοί
κι ένας γλάρος μοναχά
πετά απ’ όλους πιο ψηλά.

Με πέταγμα νεανικό
παρατηρεί τον ουρανό,
είν’ ο γλάρος Ιωνάθαν
κι έτσι όλοι πια τον μάθαν.

Πόσο θα 'θελα για φίλο
ένα γλάρο που έχει ζήλο
κι αψηφάει την ψαριά
για να βλέπει μακριά…

[εμπνευσμένο από την ακτοπλοϊκή σύνδεση Γλύφας – Αγιόκαμπου Β. Εύβοιας]
 Φ. Κ. – 21 / 6 / 2018 --

Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

Ελένη διαφορετική…


Ήταν ανοιξιάτικο ζεστό βραδάκι,
την ώρα που εμείς κατηφορίζαμε τον πηλιορείτικο δρόμο για το σπίτι,
την ώρα που εσύ, Ελένη, πήρες την ανηφοριά που βγάζει στον παράδεισο…
Σου κράτησε το χέρι απαλό αεράκι τ’ Απρίλη με τα χάδια και τ’ αρώματά του
κι αναπάντεχα τόλμησες να βγεις μαζί του στο μακρινό ταξίδι.
Σε κατευόδωσε φωτίζοντας το δρόμο ο αποσπερίτης κι ένα φεγγάρι γεμάτο.
Ήξερες εσύ τη στιγμή! Γι’ αυτό είχες ¨μια χαρά¨ τις προηγούμενες μέρες…
Για χρόνια καθισμένη πίσω απ’ το παραθύρι, στο σπίτι σου το πατρικό,
αγνάντευες από μακριά τη ζωή μαζί και τον ουρανό.
Παραφύλαγες τη ζωή που προσπερνούσε μπροστά σου
σαν ξάφνιασμα, σαν αστραπή.
Μελετούσες τον απέραντο ουρανό με κάθε καιρό.
Και σου αρκούσε αυτό… βράδυ – πρωί, χειμώνα – καλοκαίρι,
ένας κύκλος ζωής 81 χρόνων, επαναλαμβανόμενος χρόνο με το χρόνο
στο ίδιο μοτίβο δίχως αξιώσεις, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις.
Με μία ιδιαιτερότητα: το τηλέφωνο με το επίμονο κουδούνισμα
σαν παιχνίδι παιδικό που έκανες συχνά πυκνά στις αδερφές σου.
Παλιότερα, χωρίς τις ανασφάλειες ή τις φοβίες των τελευταίων χρόνων
που σ’ έκαναν ν’ αποτραβηχτείς στην πολυθρονίτσα της γωνιάς σου,
περπατούσες ως το συγγενικό σπίτι όπου στεκόσουν πάντα όρθια,
φευγαλέα λες ή περαστική πάντοτε κι ίσως από έναν άλλο κόσμο.
Τώρα, ποιος ξέρει, κάποια χλοερή γωνιά θα ‘χεις βρει εκεί ψηλά
που να μοιάζει του μικρού χωριού σου κι από κει, μες στην παιδικότητά σου,
παραμερίζοντας αθόρυβα το σύννεφο της λήθης
θα ατενίζεις τον κόσμο μας απ’ τ’ ουρανού το παραθύρι
με το δικό σου απλοϊκό κι απορημένο γαλανό βλέμμα.
Ψυχούλα εσύ, Ελένη,
από την ώρα εκείνη αναπαύεσαι μακάρια
στην ελευθερία μιας ανοιξιάτικης αιωνιότητας…

Υ. Γ. Αφιέρωση στις διαφορετικές ψυχές και
        στην Άννα, αδερφή του παππού μου.
        Φ. Κ. – 21 / 5 / 2018 --

Σάββατο 21 Απριλίου 2018

Επιλογή












Σαν καρτ ποστάλ σε vintage εκδοχή
από μια ασπρόμαυρη ζωή
στην ομιχλώδη της αχλή, σκιές νοσταλγικά αφήνει.
Αποξεχασμένος περιπατητής,
στα όνειρά του τα θολά,
δειλά-δειλά το μονοπάτι ανοίγει.

Σαν λάμψη μαγική, μια πινελιά χρωματιστή
αποτυπώνει τη στιγμή,
πικάντικη ή απαλή, παίρνοντας γεύση η ζωή.
Της χρωματικής παλέτας ταξιδευτής,
με τα πολύχρωμα όνειρά του,
δίνει νόημα στη μέρα, ποικιλία στη διαδρομή.

Μ’ όποια απόχρωση οπτική,
έγχρωμος ή άχρωμος ο καμβάς στη ζωή ;
Εδώ είναι η θέση, εδώ η επιλογή.

        Φ. Κ. – 21 / 4 / 2018 –

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Δίχρονα


Μέρα γιορτινή!
Δυο χρόνια, δυο ποτήρια
κόκκινο κρασί.













Αφορμή χαράς
-ηλιαχτίδα φωτεινή-
η αναδρομή.

Τσούγκρισαν μαζί
λέξεις και ζωγραφική
σε κοινή γιορτή.

Μήνα το μήνα
σύμπραξη αρμονική
χρώμα και γραφή.

          











Σούρουπου σκιές
-λίγο έμεινε κρασί-
 με σκέψεις απτές.   
    [χαϊκού]

Του χρόνου πάλι…
Φ. Κ. -21 / 3 / 2018-