Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Εμπειρία [α κ ρ ο σ τ ι χ ί δ α]

Τ-ο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τα τρία μαζί, γίνονται ένα εδώ.
Ά-χρονος ο κόσμος, μυστηριώδης,
Ξ-εχύνεται μέσα στις εποχές…
Ι-στορία και μνήμη μπλέκονται τώρα,
Δ-ρόμους χρωματιστούς των Μουσείων ανοίγουν,
Ί-χνη ξεχασμένα της μουσικής στις σκάλες της Όπερας ζωντανεύουν.

            
Σ-τη φύση χειμωνιάτικη γυμνή αρμονία,
Τ-οπίο απέραντο με της Τέχνης απλωτές πινελιές.
Η-λιαχτίδα μικρή αχνοφέγγει στο δικό της το κάδρο.
             
Β-ουβή παρουσία του παρελθόντος
Ι-ερή συμμαχία κάνει με το παρόν.
Ε-πιβλητικές οι σκιές, γοτθικούς πύργους και παλάτια κάθε τόσο αφήνουν,
Ν-οερά με τις άμαξες στην πόλη και στο χρόνο αέναα γυρίζουν.
Ν-έα πρόσωπα μεταγγίζουν την αύρα, φέρνοντας όλους,   
Η-μέρα με τη μέρα, ως κοινωνούς στης ταχύτητας τις γενιές.      

Φ. Κ.     21 / 12 / 2017 

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

Τα πέντε κουνελάκια

                                     ανάμεσα στα 7 κατσικάκια και στα 3 γουρουνάκια 
                                                                               παραμύθι

   Στα χρόνια που η ζωή κυλούσε αλλιώς, με πιο αργούς ρυθμούς για μικρούς-μεγάλους καθώς τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά στους δρόμους της πόλης, το τηλέφωνο και η τηλεόραση σπάνιζαν στα σπίτια, πέντε αδελφάκια του Δημοτικού έπαιρναν περπατώντας, καθημερινά, το δρόμο για το σχολειό τους. Στο καθιερωμένο αυτό δρομολόγιο συναντούσαν κι άλλες παρέες παιδιών που με κουβέντες και ξεφωνητά έφταναν στον προορισμό τους.
   Ένα τέτοιο πρωινό έτσι που ξένοιαστα πλησίαζαν στο σχολείο ένα σούσουρο έφτασε στ’ αυτιά τους. Το σούσουρο αυτό δεν άργησε ν’ απλωθεί σαν αστραπή σ’ όλη την αυλή: - Κυκλοφορούν Μαγουλάδες! Οι Μαγουλάδες! Από στόμα σε στόμα όπως μαθαίνονταν τα νέα εκείνο τον καιρό έσπειραν πανικό στους μικρούς μαθητές.
   Όλοι τούς φοβόταν τους Μαγουλάδες γιατί αυτοί δεν αγαπούσαν τα παιδιά, ζήλευαν την πρόοδό τους στα μαθήματα, ήθελαν να χαλάσουν τα παιχνίδια που έπαιζαν με τους φίλους τους και γι’ αυτό όπου τα έβρισκαν στριμώχνονταν ανάμεσά τους, κολλούσαν πάνω τους και  προξενούσαν πρήξιμο με πόνο στα μάγουλα [εξ’ ου το όνομά τους]. Μετά απ’ αυτό τα παιδιά δεν μπορούσαν να καταπιούν, ανέβαζαν και πυρετό. Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να μείνουν στο κρεβάτι, να τρώνε μόνο σούπες και να λείψουν απ’ τα μαθήματα του σχολείου. Επιπλέον, αντίθετα με τους αργούς ρυθμούς της εποχής που είπαμε, αυτοί πήγαιναν γρήγορα-γρήγορα από τον έναν στον άλλον κι ήταν όπως έλεγαν οι μεγάλοι: μεταδοτικοί και εκνευριστικά ¨κολλητικοί¨.
   Την ανησυχητική είδηση έφεραν τρέχοντας στο σπίτι τα πέντε παιδιά, το μεσημέρι. Η μαμά για να προλάβει ν’ αφήσει έξω τους κακούς Μαγουλάδες έκλεισε αμέσως την πόρτα του σπιτιού και συμβούλεψε να μην την ανοίξουν και την πάθουν όπως τα επτά κατσικάκια του γνωστού τους παραμυθιού. Εξάλλου το δικό τους σπίτι ήταν γερό σαν το πέτρινο σπίτι που έφτιαξε το έξυπνο απ’ τα τρία γουρουνάκια του άλλου αγαπημένου τους παραμυθιού και δεν κινδύνευε να πέσει μ’ όλα τα φυσήματα των Μαγουλάδων. Μόνο που… Μαγουλάδες ήταν αυτοί και δεν ξεγλιστρούσες εύκολα. Φύσηξαν, φύσηξαν κι αφού δεν κατάφεραν να ρίξουν το σπίτι άρχισαν, πρώτη η μαμά το είδε, να φουσκώνουν ένα-ένα τα μάγουλα των παιδιών. Θαρραλέα η μαμά ανέλαβε δράση, αφού πρώτα συμβουλεύτηκε την παιδίατρο κ. Βασαϊδου. Πήρε μεγάλα κομμάτια από βαμβάκι τα όποια ζέσταινε πατώντας τα στο σίδερο και τοποθετούσε στα πονεμένα μάγουλα δένοντάς τα με μια φαρδιά κορδέλα γύρω από το πρόσωπο και έκανε το φιόγκο στην κορυφή του κεφαλιού. Στο άψε σβήσε έτοιμο το πρώτο κεφάλι, ίδιο κουνέλι. Με ανάλογες συνοπτικές διαδικασίες μεταμορφώθηκαν στη σειρά δύο, τρία, τέσσερα, πέντε κουνελάκια. Γέμισε το δωμάτιο με τα μεταμφιεσμένα αστεία ¨κουνελάκια¨ κι όλα, μες στον πόνο τους, ξεκαρδίζονταν στα γέλια κοιτάζοντας τους άλλους με τις κωμικές γκριμάτσες τους. Άλλες φορές πάλι χάζευαν πίσω απ’ το τζάμι έξω στο δρόμο βαριεστημένα, χωρίς να δίνουν καμία μα καμία σημασία στην ενοχλητική παρέα των Μαγουλάδων. Με τέτοια απαξιωτική συμπεριφορά βαρέθηκαν κι αυτοί, κι άρχισαν αργά-αργά πισωπατώντας να υποχωρούν. Τα ¨κουνελάκια¨ μετά από αρκετές δύσκολες μέρες πήραν τα πάνω τους, ξεκίνησαν να τρώνε κανονικό φαγητό και να ζωηρεύουν. Ώσπου μια ωραία μέρα οι Μαγουλάδες ξεφούσκωσαν απ’ το κακό τους κι έφυγαν στα κρυφά μ’ αθόρυβα πηδηματάκια. Τότε και τα πέντε ¨κουνελάκια¨- αδερφάκια ήθελα να πω: Βγάλτε, επιτέλους, τις κορδέλες και τους φιόγκους απ’ τα κεφάλια σας, με μπερδεύεται! - επέστρεψαν κανονικά στο σχολείο και στα παιχνίδια τους.
   Όσο για τους Μαγουλάδες… Ε, αυτοί πήγαν να κολλήσουν σε άλλα παιδιά και μετά σε άλλα, ουουου!, ταλαιπώρησαν γενιές και γενιές μαθητών ώσπου να ε ξ α φ α ν ι σ τ ο ύ ν. Γιατί, ναι, έγινε κι αυτό. Οι Μαγουλάδες κάποια στιγμή εξοντώθηκαν, γι’ αυτό σήμερα τα παιδιά δεν τους έχουν ακουστά και δεν τους φοβούνται. Πότε; Χρόνια αργότερα, όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ένας σύμμαχος των παιδιών που κατάφερε να τους κατατροπώσει: ο κύριος Εμβόλιος!! Είναι πολύ γνωστός στους γιατρούς που τον ξέρουν από κοντά, είναι φίλος τους και τον φωνάζουν σκέτο: Ε μ β ό λ ι ο, σίγουρα έτσι θα το έχετε ακούσει κι εσείς, τα σημερινά παιδιά. Και σίγουρα θα έχετε νιώσει το εμβόλιο σαν μικρό τσίμπημα ή μια σουβλιά ψηλά στο μπράτσο κάθε που σας χαϊδεύει μ’ ένα μικρό κομμάτι βαμβάκι. Όμως καθόλου μην το φοβάστε αυτό, είναι για καλό. Διώχνει μακριά, πολύ μακριά τους κακούς Μαγουλάδες, τόσο που λένε ότι έχουν εκλείψει από προσώπου γης, δηλ. έχουν πεθάνει. Κι όχι μόνο οι συγκεκριμένοι αλλά και τα ξαδέρφια τους, όπως ο Κοκίτης, η Ανεμοβλογιά, η Ιλαρά… Όλοι το ίδιο κολλητικοί και ύπουλα μεταδοτικοί, αλλά κυρίως όλοι το ίδιο επικίνδυνοι για τα μικρά παιδιά, τους μαθητές που δεν θέλουν να χάνουν τα μαθήματα του σχολείου τους και τα παιχνίδια με τους συμμαθητές. Με το εμβόλιο, λοιπόν, όπου φύγει-φύγει στα βάθη της γης όλοι εκείνοι που νομίζουν ότι μπορούν να ξεγελούν τα παιδιά και να τα κάνουν να υποφέρουν.
   Κι αν ακόμα αναρωτιέστε τι έγινε μετά… έζησαν τα παιδιά εκείνα καλά και τα σημερινά παιδιά καλύτερα.
                            Φ. Κ.
                       21 / 11 / 2017

                      ===========       

Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Του καιρού γυρίσματα…










Το καλοκαίρι
έγινε ανάμνηση…
Φθινοπώριασε.

Η διάθεση
αναρρίγησε σε μια
ριπή αέρα.

Στροβιλίζοντας
τ’ ανεμομαζώματα
στην άκρη του νου.

Χωρίς σπάταλα
ανεμοσκορπίσματα
που παραπλανούν.

Γκριζαρισμένα
όνειρα κι ο ουρανός
συννεφιασμένος.

Πλημμυρισμένο
σκηνικό και η βάρκα
άραξε ρηχά.

Μνήμη και λήθη,
νόστος και ματαίωση
σ’ αλλαγή καιρού.

Διψασμένη γη,
το μυαλό, αναμένει
χοντρές ψιχάλες.

Έμπνευση, σκέψεις,
ιδέες και σχέδια,
φύλλα που πέφτουν.          

Στιγμές και ώρες,
μέρες χρωματισμένες
ε π ο χ ι α κ ά.                      
                              
[Χαϊκού]        
Φ. Κ.   21 / 10 / 2017    

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Ένας γ ί γ α ν τ α ς στην καρδιά μου

    Γίγαντας φάνταζε στα παιδικά μου μάτια ο παππούς...
    Ψηλός, σωματώδης, με φαρδιούς ώμους και πλάτες, δυνατά χέρια με πελώριες παλάμες, γερά πόδια που πατούσαν σταθερά στη γη, μέσα στα μεγάλα πάντοτε παπούτσια του που θύμιζαν τον παπουτσωμένο γάτο του παραμυθιού. Κι ήταν όλος λες και βγήκε από κάποιο ανατολίτικο παραμύθι. Η κορμοστασιά του στητή και στιβαρή σαν κορμός δέντρου μέχρι τη γεροντική ηλικία [έφτασε τα 89 χρόνια ζωής], το βάδισμά του γοργό και κάπως σβαρνιστό. Τον θυμάμαι πάντα με τραγιάσκα στο κεφάλι, ποτέ ξεσκούφωτο. Με άσπρο πουκάμισο κουμπωμένο ως επάνω, ποτέ ξεκούμπωτο. Με γιλέκο ή πουλόβερ κάτω απ’ την γκρι του μακριά καμπαρντίνα που δεν αποχωρίζονταν σχεδόν ποτέ.
     Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν επίσης αδρά και μεγάλα: πρόσωπο πλατύ με ξέθωρα, γκριζογάλαζα, λίγο υγρά μεγάλα μάτια και πυκνά φρύδια, ψηλό μέτωπο, μύτη γεμάτη και χοντρή, πάντοτε μουστάκι κάτω απ’ το οποίο ξεπρόβαλαν κάθε που μιλούσε ή γελούσε τα λιγοστά δόντια που του είχαν απομείνει, μεγάλα και κιτρινωπά. Θωριά ασυνήθιστη για τον τόπο που βρέθηκε, ώστε έκανε κάποιες φορές τις μανάδες να τον χρησιμοποιούν για να κάνουν τα παιδιά τους να φάνε! Αλλά κι εμείς, τα εγγόνια του, ήταν φορές που τον κοιτάζαμε μ’ απορία και θαυμασμό μαζί, όπως κάθε που έτρωγε τη φέτα το καρπούζι με τα κουκούτσια! 
     Όλο το παρουσιαστικό του επιβλητικό παρέπεμπε σ’ έναν βυζαντινό ¨Διγενή Ακρίτα¨ με κάτι από ¨Αλέξη Ζορμπά¨ σε συνδυασμό με το ¨μικρό ραφτόπουλο¨ του Βιζυηνού που οι συγκυρίες της εποχής του τον πήραν απ’ την ακριτική γη της Καππαδοκίας στην αρχή με τη συνοδεία καραβανιού από καμήλες και μουλάρια για την Πόλη, όπως συνήθιζαν όλοι οι νέοι άνδρες των φτωχών εκείνων περιοχών ώστε να μάθουν μια τέχνη, κι από κει βιαστικά σ’ όποιο καράβι σάλπαρε για Ελλάδα ώστε να βρει τους δικούς του που ήδη είχαν φτάσει ως πρόσφυγες ανταλλάξιμοι εκεί.
     Η τέχνη που μάθαινε στην Πόλη ο παππούς ήταν να φτιάχνει λουκούμια. Ήδη είχε αγοράσει και τα σχετικά σύνεργα γι’ αυτή τη δουλειά. Κι αφού ολοκληρώνονταν η διαδικασία θα επέστρεφε στον τόπο του, τη Σινασό, να παντρευτεί εκείνη που θα του πρότειναν οι γονείς του ότι του ταίριαζε. Αυτή ήταν η αποδεκτή σειρά και η κοινή διαδρομή που ακολουθούσαν όλοι οι νέοι στην ευρύτερη περιοχή. Μέχρι που τα γνωστά ιστορικά γεγονότα του 1922 άλλαξαν το ¨ρουν¨ της ζωής τους. Έτσι η μητέρα και οι δύο μεγαλύτερες αδερφές του [ο πατέρας είχε στο μεταξύ πεθάνει] ακολουθώντας τη μοίρα όλων των συντοπιτών τους, το ’23, άφησαν τα χωριά τους παίρνοντας μαζί τους μόνο ό, τι μπορούσαν να κουβαλήσουν [μεταξύ αυτών και τις εικόνες] και απ’ την παράκτια πόλη της Μερσίνας μπήκαν για πρώτη φορά, ίσως και μοναδική, σε καράβι ταξιδεύοντας στη θάλασσα που πρωτοαντίκριζαν για να τους φέρει με την ανταλλαγή των χριστιανικών πληθυσμών στο Βόλο. Ο παππούς μόλις το πληροφορήθηκε, πούλησε γρήγορα τα υπάρχοντά του και μπήκε στο πρώτο καράβι που θα τον έφερνε κοντά στους δικούς του. Εκείνο το καράβι, το γεμάτο Έλληνες πόντιους, τον έφερε πρώτα απ’ όλα κοντά στην …πεθερά του, που του πρότεινε να γίνει γαμπρός της στην μεγάλη της κόρη. Ο παππούς δέχτηκε αλλά …για τη μικρότερη κόρη. Όπως και να ‘χει με γάμο τέλειωσε εκείνο το μεγάλο ταξίδι, που έγινε στην Ηγουμενίτσα όπου αγκυροβόλησε το τυχερό καράβι... Τώρα όμως να πω ότι τη λέξη ¨τυχερό¨ την ξέχασαν πάνω σ’ εκείνο το καράβι που την πήρε μαζί του κι έφυγε;;; Δυσκολίες και δυσάρεστα γεγονότα ακολουθούν.
      Ο παππούς νιόπαντρος φτάνοντας στο Βόλο βρίσκει τις αδερφές του που μένουν στις παράγκες της περιοχής Γυμναστηρίου με τους υπόλοιπους συγχωριανούς  τους, αλλά τη μητέρα του δεν την πρόλαβε. Είχε στο διάστημα αυτό πεθάνει. Μέχρι να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα ο παππούς πέφτει άρρωστος στο κρεβάτι από ελονοσία [συχνό φαινόμενο τότε] με ψηλό πυρετό κι εξάντληση που κρατούσε καιρό. Σ’ αυτό το διάστημα οι συμπατριώτες του μετεγκαταστάθηκαν στη Νέα Σινασό της Β. Εύβοιας που λόγω της αρρώστιας δεν μπόρεσαν ν’ ακολουθήσουν και το πήραν σαν σημάδι για να μείνουν στο Βόλο. Στη δύσκολη περίοδο του στάθηκε και τον φρόντισε η μεγαλύτερη αδερφή του που με δυσκολίες, ξενοδουλεύοντας, προσπαθούσε να εξοικονομήσει λίγο πετρέλαιο για τη βραδινή τους λάμπα. Η ετοιμόγεννη γυναίκα του είχε πάει στους δικούς της, που τους εγκατέστησαν στην Κατερίνη, για να γεννήσει. Δυστυχώς το μωρό που γεννήθηκε, κοριτσάκι, μετά από λίγες ώρες πέθανε. Η ζωή, όμως, συνεχίζεται εκεί στις παράγκες με τα κοινόχρηστα αποχωρητήρια, ένα για πολλούς που συνωστίζονταν στην ουρά, τις λάσπες, τις συχνές προστριβές, τις φωνές λόγω του συγχρωτισμού. Ο παππούς αρχίζει να σκέφτεται λύσεις γι’ αυτό, εντωμεταξύ έρχεται το δεύτερο μωρό, κοριτσάκι, κι ενώ όλα δείχνουν ότι βαίνουν καλώς, ο παππούς παίρνει το τρίτροχο χειροκίνητο καροτσάκι και δουλεύει αχθοφόρος-μεταφορέας τώρα πια, κάτι γίνεται και το δεύτερο μωρό πεθαίνει. Στην πορεία, όμως, έρχεται το τρίτο παιδί δηλ. η μαμά μας κι όταν γίνεται περίπου τριών χρονών ο παππούς αγόρασε με τα λίγα χρήματα που είχε φέρει μαζί του απ’ την Πόλη ένα μικρό, δικό τους πλέον, σπιτάκι με μεγάλη αυλή απομακρυσμένο απ’ την πόλη προς το λόφο της Γορίτσας. Μετά απ’ αυτό όμως ¨χάνει¨ τη γυναίκα του…
      Πόση στωικότητα κι εγκαρτέρηση να δείξει κανείς! Πρέπει σίγουρα να ‘ναι γίγαντας στην ψυχή! Κι ο παππούς έδειξε ψυχραιμία και πέρασε δυνατός ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες των προσωπικών του συμφορών. Τότε κι αργότερα… Κουβαλώντας μόνος και το βάρος των ενοχών, των ευθυνών του… Κόστος μεγάλο η μοναξιά του, η απομόνωση, ίσως κι η αποστασιοποίησή του. Η ζωή του όλη μόχθος κι ιδρώτας. Αγώνας κι αγωνία. Η εργασία του χειρωνακτική και κοπιαστική την έκανε αγόγγυστα ως τα γεράματα, η μόνη διέξοδος αυτή, ήταν η διασκέδαση και η κοινωνικότητά του. Γερός και δυνατός πάντα, δεν τον θυμάμαι ποτέ άρρωστο, αδιάθετο ή να παίρνει φάρμακα. Με κάθε καιρό τον βλέπαμε να βάζει το κεφάλι κάτω απ’ τη βρύση της αυλής και να πλένεται τα πρωινά. Γερά κόκκαλα οι παλιοί, όπως λένε.  
      Μόνο μια μέρα, η Κυριακή, διέφερε γι’ αυτόν καθώς το πρωί πήγαινε στην εκκλησία κι ύστερα ξεκουράζονταν διαβάζοντας εφημερίδα. Γιατί αγαπούσε το διάβασμα και τα γράμματα ο παππούς αλλά δεν έτυχε ανάλογες ευκαιρίες στον καιρό του. Ούτε ήταν συνηθισμένος άνθρωπος για την εποχή του ο παππούς, απλά ακολούθησε το ¨κισμέτ¨ όπως το πίστευαν στην μακρινή Ανατολία. Αυτό που του έφερε και την τελική πράξη: όταν επιστρέφοντας πάντα πεζός απ’ την αγορά ένα μεσημέρι, όπου ανελλιπώς έδινε το παρόν στα γνωστά του ¨λημέρια¨ κρατώντας συνήθως ένα καλάθι [είχε αφήσει προ πολλού το καροτσάκι και τη δουλειά], δεν άκουσε φαίνεται -καθώς βαριάκουγε- το κορνάρισμα ενός νεαρού με μηχανάκι που με ορμή τον χτύπησε και τον έριξε κάτω… Έζησε ένα εξάμηνο μετά το ατύχημα σχεδόν κατάκοιτος, παλεύοντας σκληρά στα δικά του ¨μαρμαρένια αλώνια¨. Έφυγε για πάντα ένα συνηθισμένο ήσυχο ξημέρωμα στις 6 του Οκτώβρη για το δεύτερο μεγάλο ταξίδι του χωρίς επιστροφή κι ίσως ψάχνοντας να βρει όλα εκείνα που του στέρησε η ζωή.
       Μετά απ’ όλα αυτά, μου έρχονται στο νου κι ηχούν απρόσμενα στ' αυτιά μου κάποια λόγια του, που σε απροσδιόριστο χρόνο μου είχε πει: ¨Εμένα μ’ αγαπάει ο Θεός…¨               
       Γίγαντας φαντάζει και στα σημερινά μάτια μου ο παππούς, τώρα που στη μνήμη μου  ζωντανεύει, γιατί πράγματι σε σώμα και ψυχή έτσι ήταν.
        
       Φ. Κ.
       6 / 10 / 2017

================ 

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Στάση… χωριό Παπάδες

    Αγκομαχώντας στον ανηφορικό δρόμο και φρενάροντας συχνά πυκνά στις απότομες κλειστές στροφές του έφτασε το λεωφορείο του υπεραστικού Κ.Τ.Ε.Λ. Ιστιαίας-Χαλκίδας στο μικρό χωριουδάκι. Αργά κι αθόρυβα διέσχισε το στενό δρόμο του χωριού εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό. Ο ήλιος μόλις λαμπύριζε στις κοκκινωπές στέγες των χαμηλών σπιτιών που ξεπρόβαλλαν πίσω απ’ τη στροφή και  απλώνονταν δεξιά κι αριστερά του κεντρικού δρόμου. Και πριν ολοκληρωθεί η εικόνα ακούστηκε δυνατά η φωνή του οδηγού: - Παπάδες! Εξάλλου το  ¨φώναξε¨ από μακριά κι η πινακίδα στο έμπα του χωριού: Π α π α δ ε ς, με περισπωμένη! Όνομα κι αυτό!... Μ’ αυτή τη σκέψη και πρώτη εντύπωση, χωρίς να το καλοκαταλάβω, βρέθηκα ανάλαφρη και ζωηρή έξω απ’ το πούλμαν, που αμέσως χάθηκε στα στριφογυρίσματα της καθημερινής του διαδρομής.
    … Λαμπερή πρωινή γαλήνη. Δροσερό αεράκι, διάφανη ατμόσφαιρα. Μακρινά βελάσματα και κουδουνίσματα. Χαμηλοί λόφοι, χωράφια που χάνονταν πέρα μακριά ανάμεσα στο σκουροπράσινο των δέντρων. Ένας καταγάλανος ουρανός, νόμιζες θ’ άπλωνες το χέρι και θα τον ακουμπούσες. Αχνά κάτω χαμηλά στραφτάλιζε ένα μικρό κομμάτι θάλασσα. Μπροστά, καθώς έκανα μερικά βήματα, τρεμόπαιζε κόντρα στον ήλιο η μικρή εκκλησία πάνω σ’ ένα πλάτωμα, να ‘ταν η πλατεία; Δίπλα μου κι απέναντι τα καφενεία, έρημα και ήσυχα, φαίνονταν κλειστά. Έρημος κι ο δρόμος. Είπα να ‘παιρνα λίγες βαθιές ανάσες έτσι που σιγοπερπατούσα, πίσω μου όμως ακούστηκε τραγουδιστή μια φωνή: Καλωσήρθες στο χωριό μας, κοπέλα μ'… Μια γυναίκα με μαντίλι τυλιγμένο γύρω στο κεφάλι, μεγάλη ποδιά μπροστά της πάνω στην μακριά πτυχωτή φούστα, παχουλή και κοντούλα, πλησίασε με καλοσυνάτο βλέμμα. Ήταν η κυρα-Μαρία του καφενείου, μεσήλικη χαρακτηριστική φιγούρα του χωριού πάντα πρόθυμη και καλοσυνάτη, που με πληροφόρησε πού βρίσκεται το σχολείο...
     Μετά την πρώτη μαγική αίσθηση του χώρου, περπατώντας σ’ αντίθετη φορά απ’ το λεωφορείο που πριν λίγο μ’ άφησε εδώ, πάνω στον κεντρικό δρόμο, ένοιωθα να ελαφροπατώ σαν πούπουλο. Να ‘ταν το υψόμετρο κι η αλλαγή του αέρα που φάνηκε έτσι σε μένα, ένα παιδί της πόλης-μιας πόλης στο επίπεδο της θάλασσας, κι έκανε κάποιους να πουν πως φάνηκε ένας άγγελος στο χωριό; Σε μένα πάντως σαν οπτασία φάνηκε από μακριά μια κοπελίτσα, πανέμορφη, που με το γαϊδουράκι της πήγαινε σε κάποια δουλειά. Εικόνες αγροτικές, απαρατήρητες μες στην καθημερινότητά τους για τους χωριανούς, τόσο χτυπητές για μένα, εναλλασσόμενες, ξεπρόβαλλαν ειδυλλιακές σε κάθε στροφή του κεφαλιού. Γραφικό το λευκό ξωκλήσι αλαργεύει ψηλά στο λόφο ζωσμένο στις καστανιές, να ‘ναι προφήτης Ηλίας; Γραφική φιγούρα κι η ηλικιωμένη που βγήκε απ’ το περίπτερο αναμαλλιασμένη στρώνοντας βιαστικά το μαντήλι της σκεπάζοντας μ’ αυτό τα γκρίζα μαλλιά της. Η κυρα-Τασώ που πάντα έβγαινε να μου μιλήσει κάθε που μ’ έβλεπε να περνώ.
    
Ο καλός συνάδελφος του χωριού αφού με κατατόπισε σχετικά στο μικρό σχολείο, με τις μεγάλες αίθουσες και τις πελώριες ξυλόσομπές του, και η επίσης φιλική σύζυγός του με πληροφόρησε για τις συνθήκες διαβίωσης στον τόπο, όπου όλες οι γυναίκες ζύμωναν οι ίδιες το ψωμί του σπιτιού και για το λόγο αυτό δεν υπήρχε φούρνος εκεί, γεγονός που με εξέπληξε αρνητικά, αλλά είπαμε εδώ θ’ αναφερθούν μόνο τα θετικά [το ‘παμε… δεν το ‘παμε;], με φιλότιμες προσπάθειες λοιπόν φρόντισε για τη διαμονή μου στο χωριό προτείνοντας ένα σπίτι ξεχωριστό. Με νέους ανθρώπους, επικοινωνιακούς, φιλόξενους και σπίτι νεόκτιστο, σύγχρονο με [σημαντικό] τουαλέτα μέσα, όπου μου παραχωρήθηκε ένα δωμάτιο. Μαζί μ’ αυτούς γνώρισα και την ευρύτερη οικογένεια, την κυρα Βαγγελιώ που δεν άφηνε ευκαιρία για να με προσκαλέσει: - Έλα, κάτσε να φάμε ψωμί!, έκφραση για μένα πρωτάκουστη [άραγε ξέμεινε απ’ την Κατοχή, ακόμη αναρωτιέμαι] αλλά και φιλοσοφημένη καθότι αυτό είναι η βάση της διατροφής. Όπως και τις κόρες της που ευκαιριακά κάναμε καλή παρέα.
      Όσο περνούσε ο καιρός όλο κι αναρωτιόμουν αν τα πρωινά τιτιβίσματα που έφταναν στ’ αυτιά μου προέρχονταν απ’ τις κελαηδιστές φωνές των μικρών μου μαθητών ή απ’ τα πουλιά στον ψηλό πεύκο της σχολικής αυλής. Τόσο τραγουδιστά μιλούσαν που έλεγες τώρα ποιος μιμείται ποιον! Τόσο μέσα στη φύση και σε σχέση μαζί της μαθήτευε εδώ πάνω η ζωή. Όπως σ’ έναν ανοιξιάτικο περίπατο στο ποτάμι λίγο έξω απ’ το χωριό που ο εξοικειωμένος συνάδελφος κάθισε πάνω σ’ ένα βράχο και οι σαύρες [γουστέρες στη ντοπιολαλιά] περπατούσαν πάνω του, καλώντας με να καθίσω κι εγώ, καθότι …δεν πειράζουν, όπως έλεγε.  Όρθια την έβγαλα την εκδρομή! Όσο λοιπόν τα πρωινά περνούσαν με τα μαθητούδια-πουλιά τόσο τα απογεύματα γέμιζαν με νεανικές συντροφιές και μ’ εκείνο το μικρό γαλάζιο αυτοκίνητο του καλού φίλου της παρέας που γέμιζε ασφυκτικά πολλές φορές και μας ταξίδευε στα πέριξ [χωριά, δάση κι ακρογιαλιές μας έμαθαν] έτσι που κάθε Παρασκευή επιστρέφοντας στα πάτρια μ’ έκαναν να λέω: ‘’Γύρισα απ’ την πενταήμερη σχολική εκδρομή!’’ κι άλλες φορές που ο καλός συνάδελφος μου έλεγε να πάμε να πληρωθούμε [όπως γίνονταν τότε] μέσα μου έλεγα: ‘’Αλήθεια πληρώνομαι απ’ αυτή τη δουλειά;’’ Θα την έκανα και χωρίς…[πόσο ήμουν παιδί!] Κι άλλοτε κάποιος συνάδελφος από κοντινό χωριό που συμμετείχε στην παρέα, μου είπε: ‘’…έχεις βρει τον εαυτό σου...’’, καθώς άκουγε να τραγουδώ μαζί με τη μουσική στο αυτοκίνητο.
       Πέρασε κι άλλο διάστημα, να ‘ταν βδομάδες, κάποιοι μήνες ή ο επόμενος χρόνος δεν έχει σημασία, εδώ ο χρόνος μετρούσε αλλιώς με άλλους ρυθμούς. Μετά από σχολική γιορτή θα ήταν που κατηφορίζαμε καλοντυμένοι νωρίτερα του κανονικού, όταν στο μαγαζάκι αριστερά μάς σταμάτησε ο κυρ Γιάννης πρόθυμος και περιποιητικός να μας κεράσει ένα τσίπουρο, λόγω της ημέρας. Μπήκε μέσα ο συνάδελφος, ακολούθησα κι εγώ. Τσούγκρισαν τα ποτηράκια τους, τσούγκρισα κι εγώ . Από μακριά με υποψίασε η κάψα του δυνατού ποτού καθώς ήπιαν κουβεντιάζοντας και με προέτρεψαν να πιω κι εγώ. Και ήπια κι εγώ και… κάηκα αξιοπρεπώς [!] γνωρίζοντας μια κι έξω το ντόπιο δυνατό τσίπουρο.
       Ένα από τα λίγα Σαββατοκύριακα που έμεινα στο χωριό, ξύπνησα το πρωί της Κυριακής και πήγα στην εκκλησία, όπου λειτουργούσε ο γέροντας παπάς του χωριού με τη σεβάσμια κι ασκητική φυσιογνωμία. Ο παπα Γιώργης, που μιλώντας προς το τέλος με τον απλοϊκό και καθόλα καθημερινό του τρόπο θαρρούσες πως άκουγες παραμύθι. Εντύπωση μου έκανε που οι γυναίκες στέκονταν στο πίσω μέρος και στο γυναικωνίτη, ενώ οι άντρες δεξιά και αριστερά του ναού. Προσκύνησα και στάθηκα μπροστά τουλάχιστον από κει που άρχιζαν οι γυναίκες... Το χωριό έδειχνε να ‘ναι πατριαρχικό με κλειστή κοινωνία σε πολλές εκδηλώσεις της καθημερινής του ζωής, αλλά το προσπερνούσα ψύχραιμα, γράφοντας σχετικά κι ένα άρθρο στη ¨Φωνή των Παπάδων¨, εφημερίδα του πολιτιστικού τους συλλόγου.
         Του χρόνου και του καιρού τα γυρίσματα έφερναν συχνά στον τόπο αυτό ομίχλες και χιόνια. Για πότε σκεπάζονταν ολόκληρη η περιοχή με πυκνή ομίχλη δεν έπαιρνες είδηση. Και τότε όλο το χωριό, έλεγες, έμπαινε μέσα στο περαστικό συννεφένιο καράβι και έπλεε  σε άχρονη ρότα ενός παραμυθένιου ωκεανού. Άσπρο κάτασπρο το παραμύθι πάλι που στήνονταν στο άψε σβήσε όταν ο καιρός το γύριζε σε χιονιά. Μαγεία κατάλευκη σπίτια, αυλές, δρόμοι, χωράφια, λόφοι ως εκεί που έφτανε το μάτι. Σου ‘φτιαχνε παιχνιδιάρικη διάθεση κι έβγαινες έξω να παίξεις χιονοπόλεμο, να φτιάξεις χιονάνθρωπο σαν τα παιδιά. Μόνο οι ‘’μεγάλοι’’ δεν άφηναν τον εαυτό τους να χαρεί εκείνη την ομορφιά, εγκλωβισμένοι μόνο στα προβλήματα που το χιόνι δημιουργούσε στην σκληρή, είναι αλήθεια, καθημερινότητά τους. Μέσα σ’ ένα τέτοιο ολόλευκο παραμύθι πρέπει να ‘μασταν βυθισμένοι -κι ως το γόνατο στο χιόνι- όταν ανεβήκαμε στο λόφο του προφήτη Ηλία και μάλιστα τραγουδώντας! Ευτυχώς που η πραγματικότητα μετά, με την παγωμένη ατμόσφαιρα, μας οδήγησε στη ζεστή γωνιά του καφενείου του μπάρμπα Γιώργου για ένα κονιάκ και κουβεντούλα, απ’ τις λίγες φορές που βρέθηκα θαμώνας καφενείου καθότι θα ήμουν ¨σαν τη μύγα μες στο γάλα¨ μιας και γυναίκες δεν πατούσαν καν εκεί. Οι υπόλοιπες φορές ήταν στο καφενείο της κυρά Μαρίας μπροστά στη στάση, όταν κάποιο διάστημα ερχόμενη πολύ πρωί στο χωριό, μ’ έβλεπε κι έβγαινε έξω να με φωνάξει για να μου φτιάξει, όπως μ’ επιμονή έλεγε, ένα τσάι.
          Στη στάση του λεωφορείου του μικρού χωριού Παπάδες πάνω στον κεντρικό δρόμο Ιστιαίας-Χαλκίδας μπροστά στο καφενείο… εκεί που άρχισε αυτή η περιήγηση στο χώρο και στο χρόνο.
          Τότε, πριν 35 χρόνια, στις 29 του Σεπτέμβρη…
- Αριιιιί !! πέρασαν κιόλας τόσα χρόνιααα !!  Ο τραγουδιστός τρόπος κι η κελαριστή φωνή  με ακολουθεί…
          Φ.Κ.
      29/9/2017

=============

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Αλλαγή














Ο χρόνος πάλι 
-μ’ έφερε ξανά εδώ-
παντοδύναμος.

Σ’ ένα Σεπτέμβρη
ζεστό, ηλιοκαμένο,
καλοκαιρινό.

Μ’ αίσθηση -κρύβει
κίνηση και αλλαγή-
ακινησίας.

Και ψευδαισθήσεις
-εδώ δεν είναι εκεί-
ατελείωτες.

Η απόσταση 
-τώρα δεν είναι τότε-
προϋπόθεση.

Ο χρόνος παντού
-συνάρτηση του χώρου-
ο χρόνος πάντα.

 [ χαϊκού ]

              Φ.Κ.
           21/9/2017
          ========














Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Εικόνες












Καλοκαιρινά χιλιόμετρα,
θάλασσα, άστρα, βουνά,
χρώματα γαλαζοπράσινα
και αποχρώσεις κίτρινες της άμμου της ξανθής
προσπέρασαν μ’ ορμή και χάθηκαν σ’ απρόσμενες στροφές
επάνω στου Ταΰγετου φιδογυρίσματα για ροκ διαδρομές
σε μια ανάμειξη σκληρή μες την πολυχρωμία
με το βαθύ το μολυβί της πέτρας του βουνού.
 
Χορεύοντας με ροκ- εν- ρολ
στους ήχους του αέρα,
στα χίλια μέτρα υψόμετρο
τινάχτηκαν νότες ηλεκτρικές
και πεφταστέρια τ’ ουρανού στα φωτορυθμικά παρέα
έστησαν δυναμικά τη σκηνή στην κορυφή,
σταθμίζοντας με μουσική, εικόνες και τοπία,
εκείνα... τα χιλιόμετρα, τα καλοκαιρινά.  


Φ.Κ.     21/8/2017   

-----------------------

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017

Το παιδί

                                 




Υπερασπίσου το παιδί
Γιατί αν γλιτώσει το παιδί
Υπάρχει ελπίδα                                        
                                                                                                                                  


   
                                                          
    Το παιδί μας το μεγαλώσαμε… Δεν πρόκειται γι’ αυτό…
Τα πολλά παιδιά γύρω μας στο ευρύτερο περιβάλλον [οικογενειακό, κοινωνικό, επαγγελματικό] τα ¨υπερασπιστήκαμε¨ σ’ όλες τις εκφάνσεις, υπέρ το δέον, μέσα στο χρόνο… Ούτε περί αυτού πρόκειται… 
    Τώρα πρόκειται για το παιδί μέσα μας …στην ψυχή μας, στο μυαλό και στην καρδιά μας.
Τώρα ήρθε η σειρά ν’ ασχοληθούμε, να προσέξουμε και να ψάξουμε να βρούμε εκείνο το παιδί που κάποτε, στη ροή του χρόνου, βιαστικά πίσω αφήσαμε. Το παιδί εκείνο που διατηρήθηκε, σε πείσμα των καιρών, αναρριχώμενο φυτό πάνω στη συντροφιά και τη συνεχή επαφή με παιδιά. Ανεξάρτητα του ρόλου που κάθε φορά είχε ή της οπτικής γωνίας που βρισκόταν τροφοδοτήθηκε από παιδιά και δεν έσβησε. Υπάρχει, έχει αφήσει ίχνη.    
Αυτά τα ίχνη του παιδιού μέσα μου θέλω εδώ να υπερασπισθώ σκαλίζοντας πρόσφατες σχετικά μνήμες, κάνοντας διαπιστώσεις και σκέψεις μ’ αφορμή το ρεφραίν του γνωστού τραγουδιού.
    Το παιδί αυτό, λοιπόν, το πρωτοσυνάντησα πριν μερικά χρόνια σε παιδική θεατρική παράσταση [υπέροχη Κάρμεν Ρουγγέρη], χωρίς συνοδεία παιδιών, στο θερινό θέατρο ¨Μελίνα¨. Διακριτικά κι αυθόρμητα συμμετείχε ψυχή τε και σώματι στα δρώμενα, παράπλευρα των παιδιών. Ήταν εκεί για ¨ιδίαν¨ ευχαρίστηση και το χαίρονταν αυθεντικά.     Το θυμήθηκα πάλι όταν το είδα μέσα στο μεγάλο βιβλιοπωλείο να αναζητά τη νέα συλλεκτική έκδοση με τα παραμύθια της ¨θείας Λένας¨, που κάποτε διάβαζε κι άκουγε μικρό, για δώρο χριστουγεννιάτικο στον εαυτό του. Το βρήκα παίζοντας Scrabble οικογενειακώς [ακόμα;] και άλλα επιτραπέζια παιχνίδια κάποια βράδια του χειμώνα…  Ασχολήθηκα μαζί του σε μια ωραία συνήθεια, τις συλλογές. Συλλογές που κρατούν ακόμη απ’ το Δημοτικό και συνεχίζουν να συμπληρώνονται, όπως γραμματόσημα [ας ήταν καλά ο δάσκαλος της ΣΤ’ που την ενθάρρυνε], αλλά και χαρτοπετσέτες [άχρονη κοριτσίστικη ενασχόληση], ζωγραφιές εκείνες οι ανάγλυφες με τη χρυσόσκονη [κάπου τις πήρε το μάτι μου τελευταία και θαμπώθηκε -συνεχίζουν να υπάρχουν;- αυξάνοντας αναδρομικά το ξεχασμένο παιδικό συλλεκτικό δείγμα]… Το έψαξα πρόσφατα πίσω απ’ τα πινέλα και τα χρώματα που με κέφι [παιδικό!] έπιασε ξανά, μετά τα μαθητικά χρόνια, και με ζωηρά χρώματα γέμισε μικρά ή μεγαλύτερα τελάρα. Και βγήκαν ζωγραφικοί πίνακες αξιοπρόσεκτοι, μα καθόλου παιδικοί [κοίτα χαρά που κάνει!, της είπε κάποια αφοπλιστικά]. Πράγματι είναι πηγαία  χαρά η ενασχόληση αυτή… Τελευταία το πρόσεξα, και συνεχίζω, καθώς διαφαίνεται […το παιδί!] να ξεπηδά ανάμεσα από λέξεις που με προσήλωση κι επιμονή, καιρό τώρα, τοποθετεί στη γραμμή παίζοντας θαρρείς μ’ αυτόν τον τρόπο. Εδώ  είναι οι λέξεις που το κρατούν απασχολημένο και κάθεται ήσυχα-ήσυχα χωρίς να ενοχλεί.  Συχνά όμως ακούγεται η φωνή του τραγουδώντας δυνατά κι άλλες φορές πάλι κάνει θόρυβο …χορεύοντας.
    Αύριο ποιος ξέρει …κάποια μικρή χαραμάδα θα βρει να ξετρυπώσει πάλι [κάπως σαν απειλή μοιάζει αυτό, αλλά ποιος φοβάται ένα μεγάλο παιδί που δεν παλινδρομεί πια σε παιδιάστικες συμπεριφορές]. Άλλωστε εκείνο το παιδί δεν χάθηκε, υπάρχει, άσχετα αν κάποιες φορές περνά απαρατήρητο. Είναι πάντα εκεί μέσα μας καλά προφυλαγμένο, δεν έφυγε ποτέ, αλλά με ενθουσιασμό παιδικό παραφυλάει όλο και με κάτι να βρει ν’ ασχοληθεί …βγαίνοντας απ’ την κρυψώνα του, όπως τότε παλιά για να παίξει έξω στην αυλή.  
    Κι ως να εμφανιστεί ξανά μ’ έναν τρόπο, το ξεχασμένο μέσα μας παιδί, ας ακουστεί πάλι σαν μακρινός μουσικός απόηχος το ζεστό ηχόχρωμα φωνής του Παύλου Σιδηρόπουλου στην έμπνευση στίχων Λευτέρη Παπαδόπουλου:
                                 Υπερασπίσου το παιδί
                                 Γιατί αν γλιτώσει το παιδί
                                 Υπάρχει ελπίδα…

Φ.Κ.

21/7/2017              ----------------------------------       

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Καλησπέρα, κυρ Αλέξανδρε…

               Πόσες φορές δεν πέρασα από μπροστά του…
Πόσες φορές δεν προσπέρασα βιαστική αφήνοντας πίσω μου τη σιωπηλή και μοναχική σκιά του…
               Κι άλλες πόσες δεν αργοπερπάτησα κι άλλες κοντοστάθηκα δίπλα απ’ το κηπάκι με ¨τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι¨, κοιτάζοντας χωρίς να βλέπω… κάποιον παλιό και σεβάσμιο  γνώριμο, για όλους μας, απ’ τα μαθητικά μας ακόμη χρόνια. Τότε που τον αποφεύγαμε κυρίως για την δύσκολη γλώσσα του αλλά και λόγω της ηλικίας μας. Όμως, μεγαλώνοντας κι ωριμάζοντας αναγνωστικά, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας κατ’ ιδίαν και σε άλλους κείμενά του, πόσο ελκυστικά και οικεία έγιναν αυτά κι η ιδιόρρυθμη γλώσσα ευχάριστη ηχητική εναλλαγή. Οικείος πια κι ο ίδιος και δεδομένος, από χρόνια, ο χώρος του στην πόλη, περνά συχνά απαρατήρητος κλεισμένος από χαρακτήρα στην στοχαστική εσωστρέφειά του. 
               Μέχρι εκείνο το τυχαίο ραντεβού στο χώρο [αλλά και στο χρόνο] που, φτάνοντας πρώτη, πλησίασα και χαζεύοντας γύρω σήκωσα το βλέμμα και εστίασα στη βαθυστόχαστη προτομή:
                   « Καλησπέρα, κυρ Αλέξανδρε…»
                   « Ακσάμ χαϊρολσουν…» κι ας μην υπάρχουν πλέον αγάδες κι εγώ δεν είμαι η θεια- Σειραϊνώ του τόπου του. Κι ας άλλαξαν όλα διαβαίνοντας τα χρόνια, από τότε που ο οξυδερκής παρατηρητής της ζωής κατέγραφε τα πάντα απ’ τον κόσμο γύρω του με τον σαγηνευτικό του τρόπο.
             
           Τώρα σ’ αυτή τη θέση, μπροστά στη θάλασσα, το μαρμάρινο γλυπτό του ¨όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει¨ βυθισμένο στους στοχασμούς του και στ’ ¨όνειρο στο κύμα¨ αγναντεύει το καράβι [η πλέουσα ναυς των ονείρων] της γραμμής  Βόλου-Σκιάθου που μεταφέρει καθημερινά συμπατριώτες του [σίγουρα ανάμεσά τους του δίνουν το παρόν και σήμερα η ¨ξομπλιαστήρα¨, η ¨συντέκνισσα¨, η ¨ασπροφουστανούσα¨, η ¨μαυρομαντηλού¨ κι άλλοι τόσοι σαν τον ¨αειπλάνητο¨ που τόσο παραστατικά περιέγραφε] … αλλά και πλήθος τουρίστες πλέον να συνωστίζονται μαζί τους.
                Κοντά του, για λίγο αγναντεύοντας κι εγώ, νοερά γίνομαι ¨μετανάστις¨κι  ακολουθώ την αφρώδη θαλάσσια γραμμή του καραβιού ελπίζοντας να με βγάλει στα ¨ρόδιν’ ακρογιάλια¨ του για να δω το ¨άνθος του γιαλού¨ που φωτίζει τη νύχτα κι αν σταθώ τυχερή ίσως ακούσω το ¨μοιρολόγι της φώκιας¨. Αν πάλι φανώ τολμηρή, με θαλασσοταραχή ή μη, μπορεί να φτάσω κι ως ¨στο Χριστό στο κάστρο¨… για να δω από κει ψηλά πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος του! Αυτός ο κόσμος όπου ¨δεν έχουν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί¨ κι η χαρμολύπη της ζωής τον βάζουν μόνιμα σε βαθιά συλλογή.
               Απ’ τις σκέψεις του, όμως, ίσως τον βγάλουν αυτές τις μέρες οι εκδηλώσεις της ναυτικής εβδομάδας που γίνονται στην απλωσιά του περιβάλλοντα αυτού χώρου.  Εκδηλώσεις μουσικές, χορευτικές, αλλά και γευστικές. Κοσμοσυρροή, παιδιά, φωνές, χειροκροτήματα. Τι σχέση μπορεί να ‘χουν όλα αυτά με τη σεβάσμια, εκτός του κόσμου τούτου, μορφή του… « Ξεκούφαναν τον κυρ Αλέξανδρο», σκέφτηκα φωναχτά προχθές και κάποιοι με κοίταξαν απορημένοι. Και δείχνοντας με το χέρι ποιον εννοώ, χαμογέλασαν συγκαταβατικά. Όμως απορημένος θα κοίταζε, φαντάζομαι, κι ο ίδιος σήμερα τον κόσμο μας και τους ¨παρείσακτους, όπως έγραφε, νεωτερισμούς¨. Ελπίζω, βέβαια, πως θα έβρισκε πάλι πλούσια θέματα να καταγράψει αναπαριστώντας τη σύγχρονη εποχή, μιας και μου έρχεται στο νου το ¨μέτρον  πάντων άνθρωπος¨ του Ευριπίδη. Πέρα από την εποχή, λοιπόν, αυτόν τον άνθρωπο απλοϊκά θα εξιστορούσε και σήμερα με τη μουσικότητα και την ποιητική της ιδιαίτερης γλώσσας του.
                 Μέσα στην οχλοβοή του πλήθους των μαζεμένων ανθρώπων γύρω του για να παρακολουθήσουν το καλοκαιρινό αυτό πρόγραμμα, ανάμεσα σε άντρες- γυναίκες [ισότιμα πια], ηλικιωμένους-παιδιά [εκδηλωτικοί, χωρίς αποστάσεις], σε ονόματα που ξενίζουν και συμπεριφορές που ξαφνιάζουν κάποτε και τους πιο προχωρημένους θα στέκονταν μετέωρος και σίγουρα θα του ερχόταν στο νου ιστορίες, λες, … επιστημονικής φαντασίας. Με άλλα ήθη, συνήθειες, νοοτροπία, αντιλήψεις, με αύρα ελευθερίας που θ’ άφηνε άφωνη τη στρατιά των λογοτεχνικών μορφών του, έτσι που ίσως να 'βρισκε αναπαμό η γριά Χαδούλα του, η θεια Αχτίτσα με τη φ’ στάνα- ¨η καραβωμένη¨- που έμπαινε στο πλεούμενο [όνειδος για τη γυνή να πλέει στα πελάγη], η μάνα του ξενιτευμένου και τόσων άλλων ηρώων του, αλλά κυρίως ηρωίδων ¨με το νάμι τους βγαλμένο¨ που οι προκαταλήψεις ¨εβαυκάλιζον τον ύπνο τους με μάγια, στοιχειά, βρυκόλακας¨ και τα στερεότυπα της εποχής του τις οδήγησαν σε μια δύσκολη και  δυστυχισμένη ζωή ¨ενδόμυχων άρρητων στεναγμών¨.
                 Αλήθεια, θα ήταν αυτές οι σύγχρονες ιστορίες σαν τα ¨πτερόεντα δώρα¨ του  που τώρα δίκαια και δικαιωματικά θα παρέμεναν εδώ στη γη για ν’ ανακουφίσουν με τη  διαφορετική ερμηνεία του κόσμου τις ψυχές των βασανισμένων του ανθρώπων.     

       Φ.Κ.
21 / 6 / 2017      

-----------------    

Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Σημάδι του Μάη


              Πάνε, αλήθεια, χρόνια 50 plus… Που κείνη η Πρωτομαγιά έπεφτε μέρα Κυριακή. Αργία έτσι κι αλλιώς. Κι ο κόσμος ξεχύθηκε στις εξοχές και στα χωράφια της αραιοκατοικημένης τότε συνοικίας πάνω από το ποτάμι του Αναύρου και περνώντας, κατηφορίζοντας προσεχτικά, μέσα απ’ αυτό έβγαινε στο ‘εξοχικό προάστιο’ της πόλης. Όσοι είχαν φίλους και συγγενείς εκεί, εκείνη  τη μέρα τους θυμόταν και τους επισκέπτονταν. Έπιαναν το Μάη με τα αγριολούλουδα που αφθονούσαν στην περιοχή και με τα μπουκέτα στο χέρι κατέληγαν στα φιλόξενα σπίτια των γνωστών τους.
              Κάπως έτσι, έφθασαν και στο σπίτι του νιόπαντρου ζευγαριού οι συγγενείς, που ήρθαν να δουν τον παντρεμένο εκεί αδερφό τους. Γέμισε η μεγάλη αυλή από φωνές  μικρών-μεγάλων, έριξε τη δροσερή σκιά της η κληματαριά στις δυο μεγαλύτερες αδερφές σαν ευχή για καλό μήνα, τα πολλά δέντρα τριγύρω κούνησαν τ’ ανθισμένα τους κλαδιά στέλνοντας απαλό αεράκι και καλωσορίζοντας τους ιδρωμένους απ’ το περπάτημα συζύγους τους και στο βάθος τα κακαρίσματα απ’ το κοτέτσι ενώθηκαν με τις παιδικές φωνές των τριών ανιψιών τραγουδώντας, λες, όλοι μαζί: Ο Μάιος μας έφθασε, εμπρός βήμα ταχύ, να τον προϋπαντήσουμε, παιδιά, στην εξοχή…  
              Γρήγορα πρόβαλλε στην πόρτα χαρούμενος ο αδερφός τους με τον πεθερό του καλημερίζοντάς τους και κουβαλώντας τις καρέκλες μες απ’ το σπίτι ως εκεί που ήδη βρίσκονταν η θορυβώδη παρέα, κάτω απ’ τον ίσκιο της κληματαριάς. Πιο πίσω ακολουθούσε αργά-αργά η ετοιμόγεννη νύφη τους: --  Καλώς ήρθατε! Καλό μήνα!
- Καλό μήνα! Και σε σένα καλή λευτεριά! Με το καλό!... έδιναν κι έπαιρναν οι ευχές.
- Καθίστε…, να σας ετοιμάσω ένα μεζεδάκι και να φέρω κάτι στα παιδιά …
                Κι όπως ήρθε σιγά-σιγά γύρισε και μπήκε στο κουζινάκι της να φέρει το κατιτίς και να περιποιηθεί τους καινούριους της συγγενείς. Σχεδόν δυόμιση χρόνια τώρα είναι παντρεμένη με τον αδερφό τους… συλλογιέται πως ο πρώτος χρόνος πέρασε με την λεπτή επέμβαση στο θυρεοειδή και την ανάρρωση του συζύγου στην Αθήνα, ο δεύτερος έφερε χαρμολύπη με την εγκυμοσύνη μεν, αλλά τη γέννηση ενός πεθαμένου μωρού και τώρα [με τι προσμονή!] από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Με τις σκέψεις αυτές ετοιμάστηκαν τα καλούδια και με το δίσκο στα χέρια [και την κοιλιά στο στόμα] βγήκε να τους τρατάρει. Κοντεύει μεσημεράκι κι άνοιξε η όρεξη στους πρωτομαγιάτικους επισκέπτες, που χαίρονται και φλυαρούν και τσιμπολογούν, αυτή την ηλιόλουστη ζεστή μέρα. Μέρα, Χαρά Θεού!... Απομεσήμερο πια έφυγαν ευχαριστημένοι οι συγγενείς, προτρέποντας τη νύφη τους να ξεκουραστεί. Κι ως να τελειώσει η μέρα, ήρθαν αχνά οι πρώτες ενοχλήσεις…
              Η επόμενη λαμπερή μέρα, λοιπόν, την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε, έφερε στον κόσμο μια …φωτεινή ‘μπουμπού’. Ευτυχισμένη η μαμά αγκάλιασε το νιογέννητο μωρό και πρώτα-πρώτα έσκυψε να δει τα δαχτυλάκια στα πόδια, μην πήραν το δικό της μικρό ελάττωμα. Όχι, ευτυχώς, ήταν σαν χτένια. Εκεί, όμως, δίπλα στον μικροσκοπικό αστράγαλο ένα σημαδάκι, ένα καφετί ανθοπέταλο. Πάνω στην ώρα, λαχανιασμένος έφτασε ποδηλατώντας από το εργοστάσιο, όπου δούλευε, ως την κλινική ο καινούριος μπαμπάς. ‘’Είναι σημάδι του λουλουδιασμένου Μάη’’, είπε και αστειευόμενος συνέχισε: ‘’Αν τη χάσουμε απ’ αυτό θα τη βρούμε!’’
               Κι αφού όλα πήγαν καλά, φάσκιωσε η μαμά το νεογέννητο, έτσι όπως συνήθιζαν τότε, το σκέπασε με τη ροζ-γαλάζια κουβερτούλα [δώρο θείας] και επέστρεψαν χαρούμενοι  στο σπίτι. Βγήκαν οι γειτόνισσες να δουν το μωρό και να ευχηθούν: ‘‘Αγοράκι είναι ; Να σου ζήσει!’’ πριν προλάβει η μωρομάνα να δώσει τη σωστή απάντηση. Αλλά κι αργότερα, μεγαλώνοντας, στη βόλτα με το καροτσάκι η ίδια ερώτηση: ‘‘Αγοράκι είναι; ‘’, τόσο που πλέον πίστευε ότι το ύφος του μωρού προμηνύει το φύλο του επόμενου παιδιού [...και δεν διαψεύστηκε!].
              Στο σπίτι, τώρα, μόλις ακούμπησε το φασκιωμένο μπουναμά στο μεγάλο κρεβάτι, αυθόρμητα  ήρθε του μπαμπά να πει: Έχουμε μια ‘φραντζολίτσα’! Από τότε έμεινε η λέξη κι έτσι την έλεγε. Ως και στα βαφτίσια, λίγους μήνες μετά-Δεκαπενταύγουστος ήταν, πριν προλάβει η νονά να πει τ’ όνομα αυτής Φ…, φ…, φραντζολίτσα! πρόλαβε στα γρήγορα ο μπαμπάς να πει και να βγει στο νάρθηκα του παλιού Αγίου Δημητρίου για  να σκορπίσει κέρματα στα παρευρισκόμενα παιδιά…
               Όπως γρήγορα περνούν οι μήνες, έτσι γρήγορα μεγαλώνουν τα μωρά κι αρχίζουν  φωνούλες, άναρθρες κραυγές ως και μικρές λεξούλες. Επικοινωνούν, ανταποκρίνονται, συμμετέχουν. Έτσι κάποια μέρα που η νονά το παίζει, το τραγουδά και ρωτά  το γνωστό :
''Πόσα παιδάκια έχει η μαμά; Ένα! , πες και συ… '' - '' Μπέντε! '', έρχεται η απάντηση.
 - '' Ε-ΝΑ!! '' , -'' Μπέντε!! '', - Ακούς, καλέ μαμά, τι λέει το παιδί;; Λες να κάνεις πέντε;; …
               
               Για την ώρα έχει δρομολογηθεί το δεύτερο μωρό. Πέρασε ο καιρός και πήρε τις φασκιές απ’ τη μαγιάτικη μπουμπού που τώρα δεν μοιάζει φραντζολίτσα και κανείς δεν την ονομάζει έτσι πια. 
Στάθηκε και στα πόδια της, πατά γερά στη γη και μόλις έγινε αυτό κατέβηκε απ’ το καρότσι και αδελφικά το παραχώρησε για το νεογέννητο μπέμπη πια. 
Εξάλλου το αγορίστικο ύφος γλύκανε, ομόρφυνε …έτοιμο για τη ρούγα. 
Γλυκό και το ύφος του μπέμπη,  να είναι προμήνυμα για τη συνέχεια;
                Κανείς δεν γνωρίζει εκείνη τη στιγμή, μόνο η μαμά χαμογελά με νόημα  κοιτάζοντας τις αλλαγές στη ζωή τους.
                Ένα μόνο παραμένει, αλήθεια, απαράλλακτα ίδιο για χρόνια 50 plus σαν αποξηραμένο πέταλο κάποιου μαγιάτικου λουλουδιού ...είναι το σημάδι του Μάη.  


               Φ.Κ.   21 / 5 / 2017   

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ













Λουλούδια φρέσκα
κι άλλοτε λουλούδια ζωγραφιστά,
κάθε που ερχόταν η δεύτερη η Κυριακή του Μάη,
για της μητέρας τη γιορτή,
μ’ ένα φιλί και μιαν ευχή,
προσφέρονταν γλυκά.
  
Κι απ’ όλα άφθαρτα έμειναν
τ’ ακρυλικά λουλουδιστά τελάρα
που μέσα απ’ τη δίοδο την ηλεκτρονική
βγήκαν για περιπλάνηση στο χώρο και στο χρόνο
και σ’ αγκαλιά συμπαντική
για πάντα θ’ ακουμπούν.



                    Φ.Κ.  14/5/2017    

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Καλωσόρισμα













Πασχαλιάτικος Απρίλης
έφθασε, είναι εδώ.
Δώρα φωτεινά σκορπίζει
καθώς προχωρώ.
Βγήκα να μαδήσω ήλιο,
            -όνειρο πρωινό -
μαργαρίτες, παπαρούνες,
φόντο λαμπερό.

            Ανοιξιάτικη παλέτα,
χρώματα παστέλ.
Στήθηκε στο καβαλέτο
κάδρο θησαυρός.
Μες στη μέση λαμπυρίζει
ήλιος - μια καρδιά -
που τον κόσμο όλο ξέρει
πλατιά ν’ αγαπά.
.
            Λαμπριάτικη λιακάδα…
Καλωσήρθες φως!
Μες στην κρίση, μες στην θλίψη,
γίνε οδηγός.
Την ελπίδα να μας δώσεις,
τη χαρά στη γη
κι ας γεμίσουν με τραγούδια
κάμποι κι ουρανοί.


Φ.Κ.  --- 21 / 4 / 2017 ---